1052/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1052/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παρ. 2 του άνω άρθρου προκύπτει, ότι αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Full text
Απόφαση 1052 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-2-2008 και 22-2-2008 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας μαζί με την εταιρεία με επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2013 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 29-10-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και την κατ’ ακολουθίαν τούτου αναίρεση της πληττόμενης απόφασης και την απόρριψη των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι λόγοι της ανακοπής από το άρθρο 979 ΚΠολΔ κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα.
Από την παρ. 2 του άνω άρθρου προκύπτει, ότι αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Στην περίπτωση αυτή, ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση, να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης δανειστών, με την οποία αυτή είχε αμφισβητήσει την απαίτηση και το προνόμιο της καταταγείσας σ’ αυτόν καθής και ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η 101/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
Με την ως άνω οριστική απόφαση μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας, αποβλήθηκε από αυτόν η αναιρεσίβλητη και κατετάγη στη θέση της η αναιρεσείουσα με προνόμιο τρίτης τάξης για ποσό 468.055 ευρώ. Το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, δικάζοντας επί εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχτηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με την ύπαρξη της αμφισβητηθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης και την κατάταξή της στον προσβαλλόμενο πίνακα: "Κατά της καθ’ ης η εκτέλεση η εκκαλούσα είχε αξιώσεις από συμβάσεις πίστωσης για την αναχρηματοδότηση υποσχετικών επιστολών σε προμηθευτές και για τη χρηματοδότηση εισαγωγών πρώτης ύλης.
Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων, απέκτησε νόμιμα (με εκχώρηση) αξιώσεις από υποσχετικές επιστολές και αναγνωρίσεις χρέους της καθ’ ης η εκτέλεση προς εμπορικούς οίκους της αλλοδαπής και έγινε νόμιμη κομίστρια των αντίστοιχων τίτλων. Οι ανωτέρω αξιώσεις επιδικάσθηκαν στην εκκαλούσα, σε βάρος της καθ’ ης η εκτέλεση, με τις υπ’ αριθμούς 47, 48 και 49/02-07-1990 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
Αντίγραφα απογράφων των διαταγών πληρωμής με επιταγές προς πληρωμή επέδωσε νόμιμα στην καθ’ ης η εκτέλεση την 13-07-1990...Η καθ’ ης η εκτέλεση δεν άσκησε ανακοπές προς ακύρωση των ανωτέρω διαταγών πληρωμή... Προς εξασφάλιση των ανωτέρω αξιώσεών της η εκκαλούσα είχε εγγράψει στο πρώτο από τα εν συνεχεία πλειστηριασθέντα ακίνητα της καθ’ ης η εκτέλεση τις εξής προσημειώσεις υποθήκης:
α) Προσημείωση υποθήκης τρίτης σειράς για ποσό 110.000.000 δραχμών (ήδη 322.817,32 €), η οποία εγγράφηκε, δυνάμει της υπ’ αριθ. 130/1988 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, στις 24-05-1988 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Παπάδου Γέρας Λέσβου... και β) Προσημείωση υποθήκης όγδοης σειράς για ποσό 92.000.000 δραχμών (ήδη 269.986,33 ευρώ), η οποία εγγράφηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμό 61/1989 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, στις 07-04-1989 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Παπάδου...
Κατόπιν της από 5-10-1990 αίτησης της εκκαλούσας - καθ’ ης οι ανακοπές, η πρώτη από τις προαναφερόμενες προσημειώσεις τράπηκε σε υποθήκη στις 08-10-1990 για ποσό 110.000.000 δραχμών (ήδη 322.817,32 €). Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη η εκκαλούσα προσκόμισε στο Υποθηκοφυλακείο Παπάδου Γέρας Λέσβου τις υπ’ αριθμούς 47, 48 και 49/1990 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, τις υπ’ αριθμούς .../13-07-1990 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ε.
Ζωγράφου και το υπ’ αριθμό 58/01-08-1990 πιστοποιητικό της γραμματείας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης περί μη ασκήσεως ανακοπής κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής. Κατά την τότε κρατούσα πρακτική, η οποία άλλαξε μόνον μετά από την έκδοση της με αριθμό 6/1996 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (έκτοτε δε, για την τροπή της εκ διαταγής πληρωμής, προσημείωσης σε υποθήκη απαιτείται και δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής) ο Υποθηκοφύλακας Παπάδου Γέρας Λέσβου δέχθηκε την αίτηση, έτρεψε σε υποθήκη την εγγραφείσα στον τόμο…, αριθμό ...
προσημείωση, κάνοντας σχετική μνεία στα βιβλία υποθηκών. Η υποθήκη εγγράφηκε και μέχρι τη διενέργεια του προαναφερθέντος πλειστηριασμού αλλά και τη σύνταξη του προσβαλλομένου πίνακα κατάταξης δεν εξαλείφθηκε με κάποιον από τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 1330 ΑΚ τρόπους....Η εκκαλούσα - καθ’ ης οι ανακοπές είχε νομίμως αναγγείλει τις ανωτέρω αξιώσεις της στην πτώχευση της καθ’ ης η εκτέλεση και είχαν ελεγχθεί και επαληθευθεί.
Με την από 11-12-2007 αναγγελία του συνδίκου της ένωσης πιστωτών,..., η οποία αφορούσε όλους τους αναγγελθέντες στην πτώχευση δανειστές, οι απαιτήσεις των οποίων είχαν επαληθευθεί νόμιμα, οι αξιώσεις της αναγγέλθηκαν και στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό. Οι αξιώσεις της, υποκείμενες σε εικοσαετή παραγραφή (άρθρα 249 και 268 εδ α’ ΑΚ) δεν υπέπεσαν σε παραγραφή μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης...Την 26-1-2012, η εκκαλούσα - καθ’ ης οι ανακοπές επέδωσε εκ νέου νόμιμα, για δεύτερη φορά, αντίγραφα των υπ’ αριθμούς 47, 48 και 49/02-07- 1990 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήγης στο σύνδικο της πτώχευσης της καθ’ ης η εκτέλεση εταιρίας...
Ο σχετικός δε ισχυρισμός ως οψιγενής νόμιμα προτείνεται, το πρώτον, στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 527 εδ.2 ΚΠολΔ). Ενόψει δε, της μη άσκησης ανακοπής, οι διαταγές πληρωμής απόκτησαν ισχύ δεδικασμένου οι δε αξιώσεις της θεωρούνται τελεσίδικες. Κατά τη σύνταξη του προαναφερομένου πίνακα κατάταξης η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος....
ορθώς κατέταξε τις αξιώσεις της εκκαλούσας - καθ’ ης οι ανακοπές, αφού αυτές δεν παραγράφηκαν, την πρώτη δε από αυτές και ως προνομιούχα. Το αρχικό, δε, σφάλμα, της οριστικής αντί τυχαίας κατάταξης των προαναφερομένων αξιώσεων στον επίδικο πίνακα, ήδη έχει καλυφθεί με την προαναφερόμενη, δεύτερη επίδοση των διαταγών πληρωμής στην καθ’ ης η εκτέλεση και ως εκ τούτου, ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης δεν πρέπει να διορθωθεί, ως προς αυτό το σημείο.
Πλην όμως, η μετατροπή από δραχμές σε ευρώ του ποσού των 110.000.000 δραχμών για το οποίο κατετάγη η εκκαλούσα - καθ’ ης οι ανακοπές υπολογίστηκε εσφαλμένα αριθμητικά στο ποσό των 374.125 ευρώ και όχι στο ποσό των 322.817,32 και επομένως πρέπει να μεταρρυθμιστεί ανάλογα ο πίνακας κατάταξης. Ενόψει των ανωτέρω, οι κρινόμενες ανακοπές, κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά της ήδη εκκαλούσας - καθ’ ης η ανακοπές και το οποίο μεταβιβάστηκε, δια της εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης της απαίτησης της εκκαλούσας - καθ’ ης η ανακοπές αβάσιμες κατά την ουσία τους και ως εκ τούτου απορριπτέες, ενώ ως προς το ζήτημα της αριθμητικής μετατροπής από δραχμές σε ευρώ, βάσιμες.
Κατόπιν αυτών, πρέπει οι ένδικες ανακοπές να γίνουν εν μέρει δεκτές και να τροποποιηθεί κατά τα ανωτέρω, ο πίνακας κατάταξης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της ανακοπής της αναιρεσείουσας (αλλά και επί ανακοπής της τράπεζας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"), απέρριψε, μεταξύ άλλων, την ανακοπή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που έπληττε την κατάταξη της αναιρεσίβλητης στον προσβαλλόμενο πίνακα, τον οποίο κατά μερική παραδοχή των ανακοπών, μεταρρύθμισε μόνο ως προς το ορθό ποσό κατάταξης της αναιρεσίβλητης από το εσφαλμένο 374.125 ευρώ στο ορθό 322.817,32 ευρώ (εξαιτίας εσφαλμένης μετατροπής του ποσού 110.000.000 των δραχμών, που αφορούσε την καταταγείσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης, σε ευρώ).
Όμως, από την επισκόπηση της υπό κρίση ανακοπής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή με τους δεύτερο και πρώτο λόγους της είχε ρητώς αμφισβητήσει την ύπαρξη και τον προνομιακό χαρακτήρα της καταταγείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης. Η τελευταία, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις έγγραφες προτάσεις της (όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους) δεν επικαλέστηκε με ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, τα παραγωγικά κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχομένου και του μεγέθους της απαίτησής της, αλλά αρκέστηκε στην όλως αόριστη αναφορά ότι η απαίτησή της στηρίζεται στις 47, 48, 49/1990 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που εκδόθηκαν με βάση υποσχετικές επιστολές της οφειλέτιδας εταιρείας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την ουσιαστική βασιμότητα της καταταγείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή ότι κατά της καθ’ ης η εκτέλεση η αναιρεσίβλητη είχε αξιώσεις από συμβάσεις πίστωσης για την αναχρηματοδότηση υποσχετικών επιστολών σε προμηθευτές και για τη χρηματοδότηση εισαγωγών πρώτης ύλης, δυνάμει των οποίων, απέκτησε νόμιμα (με εκχώρηση) αξιώσεις από υποσχετικές επιστολές και αναγνωρίσεις χρέους της καθ’ ης η εκτέλεση προς εμπορικούς οίκους της αλλοδαπής και έγινε νόμιμη κομίστρια των αντίστοιχων τίτλων.
Τα περιστατικά αυτά (συμβάσεις πίστωσης για την αναχρηματοδότηση υποσχετικών επιστολών σε προμηθευτές και για τη χρηματοδότηση εισαγωγών πρώτης ύλης, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη απέκτησε νόμιμα. με εκχώρηση, αξιώσεις από υποσχετικές επιστολές και αναγνωρίσεις χρέους της καθ’ ης η εκτέλεση προς εμπορικούς οίκους της αλλοδαπής), ανεξάρτητα από το ότι δεν αρκούσαν για την ορισμένη θεμελίωση της καταταγείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεν τα είχε επικαλεστεί η τελευταία με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της, ούτε άλλωστε ήταν επιτρεπτή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Έτσι, το Εφετείο δεχόμενο τη βασιμότητα της προσβληθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν εκ του πράγματος, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, ότι αυτή ανταποκρίθηκε στο βάρος επίκλησης (με ορισμένο τρόπο) των πραγματικών περιστατικών, των παραγωγικών κατά νόμο της ύπαρξης, του περιεχόμενο και του μεγέθους της απαίτησής της, παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βασίμως προβάλλεται, κατ’ ορθή εκτίμηση των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την υπό κρίση ανακοπή της αναιρεσείουσας. Ακολούθως, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την 30/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατά το μέρος που απέρριψε την από 15/2/2008 ανακοπή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ