1052/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1052/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1§2 Ν. 2668/18-12-1998 και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 1052 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1052/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΛΤΑ) πρώην οργανισμού με την επωνυμία Ελληνικά Ταχυδρομεία που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λυκούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΕΣΤΛΑΙΝ CARDS ΠΑΡΟΧΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκανά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-6-2003 και 25-8-2003 και 28-2-2006 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 388/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Εξ άλλου, ο Ν. 2668/18-12-1998 "Οργάνωση του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 3185/2003, στο άρθρο 1§2 περ. ι' ορίζει, ότι: "Συστημένη αποστολή" είναι η "Υπηρεσία που συνίσταται στη, με κατ' αποκοπή, εγγύηση έναντι των κινδύνων κλοπής, απώλειας ή καταστροφής και η οποία παρέχει στον αποστολέα, εφόσον το ζητήσει, απόδειξη της κατάθεσης, του ταχυδρομικού αντικειμένου και, ενδεχομένως, της επίδοσής του στον παραλήπτη", ενώ στην περίπτωση ια' ορίζει, ότι: "Αποστολή με δηλωμένη αξία" είναι "Η υπηρεσία που συνίσταται στην ασφάλιση του ταχυδρομικού αντικειμένου για την αξία που δηλώνεται από τον αποστολέα, σε περίπτωση απώλειας, κλοπής ή καταστροφής".
Από την ως άνω διατύπωση του νόμου προκύπτει, ότι ο αποστολέας, για την ασφαλέστερη αποστολή του αντικειμένου, για το οποίο ενδιαφέρεται, έχει να επιλέξει μεταξύ της "συστημένης αποστολής" οπότε σε περίπτωση απωλείας αποζημιώνεται με το οριζόμενο κατ' αποκοπήν ποσόν και της "αποστολής με δηλωμένη αξία", οπότε αποζημιώνεται για ποσόν ίσο προς την αξία, η οποία δηλώνεται από εκείνον.
Τα εν λόγω όμως ποσά της "εγγυήσεως" αναφέρονται εν σχέσει προς την αξία του κλαπέντος κ.λ.π. πράγματος και δεν έχουν σχέση με την ζημία την οποία μπορεί να υποστεί ο αποστολέας στην περίπτωση κατά την οποία ο προστηθείς υπάλληλος των Ταχυδρομείων υπεξαιρέσει το αποστελλόμενο αντικείμενο και ακολούθως το εκμεταλλευθεί ο ίδιος κατά τον προορισμό του, όπως μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση πιστωτικών καρτών, τις οποίες υπεξήρεσαν οι προστηθέντες υπάλληλοι των Ταχυδρομείων και ακολούθως προέβησαν σε αθρόες αγορές αντικειμένων μεγάλης συνολικής αξίας, με συνέπεια ο αποστολέας να υποστεί από την αδικοπραξία αφ' ενός μεν αντίστοιχη ζημία, αφ' ετέρου δε ηθική βλάβη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέστειλε σε πελάτες της δια των υπηρεσιών της εναγομένης - αναιρεσειούσης πιστωτικές κάρτες με "συστημένες επιστολές", οι οποίες όμως δεν έφθασαν ποτέ στους παραλήπτες, καθόσον υπεξαιρέθηκαν από τους προστηθέντες στην υπηρεσία υπαλλήλους της αναιρεσειούσης, οι οποίοι ακολούθως, χρησιμοποιήσαντες τις κάρτες, προέβησαν παρανόμως σε αγορές διαφόρων αντικειμένων από διάφορα καταστήματα, με συνέπεια να χρεωθούν με τα αντίστοιχα ποσά οι πελάτες της εναγούσης, καίτοι αυτοί δεν παρέλαβαν ποτέ τις κάρτες και να υποχρεωθεί ως εκ τούτου η ενάγουσα να καταβάλει αυτή τα εν λόγω ποσά.
Ακολούθως δε, η ίδια απόφαση δεχθείσα ότι η υπεξαίρεση των ως άνω αντικειμένων συνιστά διαφορετική περίπτωση, μη υπαγομένη στην περίπτωση της "απώλειας", δέχθηκε περαιτέρω, ότι από την ανωτέρω αιτία η ενάγουσα δεν εδικαιούτο απλώς την κατά τα άνω οριζομένη "κατ' αποκοπήν" αποζημίωση, αλλά εδικαιούτο αποζημίωση ίση με την ζημία την οποία υπέστη από την αδικοπραξία και επί πλέον και χρηματική ικανοποίηση και έτσι απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ' αριθ. 124/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε συνεκδικάσει 3 όμοιες αγωγές της εναγούσης κατά της εναγομένης και είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την μεν μίαν εξ ολοκλήρου, τις δε λοιπές μερικώς.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1§2 Ν. 2668/18-12-1998 και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσον διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά συγκροτούντα ένσταση κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (αρθρ. 262, 338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών.
Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις, ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από αυτές, ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από εκείνην και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον: 1) η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, ότι "οι συστημένες επιστολές που περιείχαν πιστωτικές κάρτες δεν παραδόθηκαν στους παραλήπτες τους, οι παράνομες χρεώσεις πραγματοποιήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις την ίδια ημέρα της κατάθεσης, των συστημένων επιστολών ...
Τα ανωτέρω γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ειδικά από τον εναγόμενο οδηγούν το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η παράνομη χρήση και χρέωση των πιστωτικών καρτών έγινε από προστηθέντες του εναγομένου", "ενώ εμείς προβάλλαμε αντιρρήσεις περί του εάν οι φάκελλοι περιείχαν πιστωτικές κάρτες, καθώς και ότι οι χρεώσεις έγιναν με άλλον τρόπο, όπως ηλεκτρονικά ή με επίδειξη στοιχείων από τρίτους ...", 2) η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη ότι "επανειλημμένα αναφέραμε ότι αν η αντίδικος έκανε χρήση της αποστολής με δηλωμένη αξία θα ελάμβανε ως αποζημίωση την αξία που δηλώνεται από τον αποστολέα" και 3) ισχυρισθήκαμε, "ότι στις μεταξύ της αντιδίκου και των επιχειρήσεων συμβάσεις προβλέπεται η ρητή υποχρέωση αυτών να ελέγχουν την ταυτοπροσωπεία του κομιστή της πιστωτικής κάρτας με τον δικαιούχο ...". "Επομένως ...
αν οι επιχειρήσεις έκαναν τον έλεγχο, θα έπρεπε η ενάγουσα να στραφεί εναντίον των πελατών της, ... ενώ αν δεν έκαναν τον έλεγχο, θα έπρεπε να στραφεί κατά των επιχειρήσεων ...". Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, λαβούσα υπόψη τα μνημονευόμενα από αυτήν αποδεικτικά μέσα, ήτοι "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και επανα προσκομίζουν οι διάδικοι", εσχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά της. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο "... η αναιρεσιβαλλομένη ... αποδεικνύεται ότι δέχτηκε το αντίθετο (ότι δηλαδή πλήρωσε η ενάγουσα τα εν λόγω ποσά) ως αληθινό χωρίς απόδειξη ..." είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει στις τρεις συνεκδικασθείσες στον πρώτο βαθμό αγωγές της, ότι είναι εμπορική εταιρία με σκοπό, μεταξύ των άλλων, την διαμεσολάβηση για την έκδοση, διάθεση και διαχείριση πιστωτικών και χρεωστικών καρτών (VISA). Ως τρόπο ασφαλή για την αποστολή των καρτών αυτών στους πελάτες της η ενάγουσα είχε επιλέξει την συστημένη επιστολή μέσω της εναγομένης εταιρίας (ΕΛ.ΤΑ.).
Όμως, 63 εν συνόλω κάρτες, οι οποίες και αυτές είχαν σταλεί μέσω της εναγομένης προς ισάριθμους πελάτες της από την ενάγουσα, δεν έφθασαν ποτέ σε αυτούς, καθόσον οι κάρτες αυτές υπεξαιρέθηκαν από υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι είχαν προστηθεί στην υπηρεσία της και διεχειρίζοντο τις συστημένες επιστολές.
Οι υπάλληλοι αυτοί ακολούθως εχρησιμοποιούσαν τις κάρτες σε εμπορικά καταστήματα, από τα οποία αγόραζαν διάφορα προϊόντα, με συνέπεια να χρεώνονται με τα αντίστοιχα ποσά οι πελάτες της εναγούσης, οι οποίοι όμως ουδέποτε έλαβαν τις υπεξαιρεθείσες κάρτες. Ύστερα από τις διαμαρτυρίες των πελατών της, η ενάγουσα αναγκάσθηκε να επιβαρυνθεί τα χρηματικά ποσά με τα οποία είχαν χρεωθεί εκείνοι.
Αφού δε η ενάγουσα διευκρινίζει σαφώς τόσον στην αγωγή, όσον και στις προτάσεις της, ότι η χρήση των καρτών έγινε όχι για αναλήψεις χρημάτων, καθόσον για τον σκοπό αυτόν εχρειάζετο και το "PIN" το οποίο όμως το απέστελλε στους πελάτες της με άλλη αποστολή, αλλά για αγορές εμπορευμάτων από συμβεβλημένες με την κάρτα "VISA" επιχειρήσεις, αναφέρει ονομαστικώς όλους τους ως άνω πελάτες της, την ημερομηνία αποστολής σε κάθε ένα της κάρτας "VISA" και τον αντίστοιχο αριθμό συστημένης επιστολής των "ΕΛ.ΤΑ.", τις ημερομηνίες κατά τις οποίες χρεώθηκε ως και το ποσόν με το οποίο χρεώθηκε κάθε κάρτα, ζητεί εν τέλει με τις τρεις αγωγές της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε εκείνην τα ποσά κατά τα οποία ζημιώθηκε, ως και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, σύμφωνα με τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις, στοιχεία. Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 (και όχι 19 ως αναγράφεται στην αίτηση αναιρέσεως) και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή επί αγωγής αποζημιώσεως, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (αρθρ. 914 ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν δύναται να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον πρώτο ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, και γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., δεν μπορεί δε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 1115/86, Ολ.ΑΠ 423/85).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον εξής ισχυρισμό: "Η υπαιτιότητα της ενάγουσας όμως προκύπτει και από άλλο λόγο, τον οποίο επίσης η εκκαλουμένη δεν ασχολήθηκε να εξετάσει. Σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου μας προς την αντίδικο γιατί δεν ενεργοποιεί την κάρτα λίγες ημέρες μετά την αποστολή της στον παραλήπτη, ώστε ακόμη κι αν στο διάστημα αυτό υποπέσει στα χέρια τρίτων να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί, η ενάγουσα απάντησε χαρακτηριστικά ότι η πολιτική της εταιρείας τους είναι να την ενεργοποιεί από την στιγμή που τυπώνεται, ήτοι τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την παράδοσή της στον πραγματικό δικαιούχο !.
Η περίεργη και ασυνήθιστη αυτή τακτική της αντιδίκου (όλες οι τράπεζες ενεργοποιούν τις κάρτες μερικές ημέρες μετά την αποστολή, τους, ορισμένες μάλιστα απαιτούν και την φυσική παρουσία του παραλήπτη σε υποκατάστημα της τράπεζας για την ενεργοποίηση) έχει όμως ως αναγκαίο επακόλουθο, ότι με τον τρόπο αυτόν η αντίδικος αποδέχτηκε το ενδεχόμενο χρήσης της κάρτας από τρίτους που θα την πιάσουν στα χέρια τους σε όλο το χρονικό διάστημα από την στιγμή της εκτύπωσης και μέχρι την παράδοση στον πραγματικό παραλήπτη και κατά συνέπεια θα πρέπει να αναλαμβάνει και την ευθύνη για την επιλογή αυτής της τακτικής της".
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση από το άρθρο 300 Α.Κ., σύμφωνα με την αναπτυχθείσα στην αρχή σκέψη. Έτσι, δεν αποτελεί "ζήτημα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 388/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ