Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the retrial argument was not raised before the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a donation dispute. The appellant argued that the lower court failed to examine the irrevocability of the donation under Article 512 of the Civil Code, claiming this issue was not properly addressed. However, the court found that this specific legal argument was never formally presented to the Second Instance Court during the proceedings. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure, as the Supreme Court can only review arguments raised before the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 19 KPolD; Art. 562 no. 2 KPolD: An appeal is inadmissible if it relies on an argument not raised before the court of first instance, unless it concerns a violation not provable there, a defect inherent in the judgment, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1052/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκαγκάλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δημητρίου Φαρμάκη του Γεωργίου, κατοίκου Λουτρού Αλεξάνδρειας Ημαθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Τόκαλη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνονικείο Αλεξάνδρειας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και 2315/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11.2.2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ολ.ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 338/1998).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 692/1983). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό του πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1964, ΑΠ 566/1996). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1994).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάση των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή ή στενών συγγενών του ιδιαίτερα όταν o δωρητής έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει και της ηλικίας του.
Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ (ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 1982/2006 ΑΠ 1384/2004.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι δε η υπέρβαση προφανής όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προβαλλόμενη υπ' αρ. 2315/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. "Ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη νόμιμο γάμο το έτος 1976, ο οποίος ήταν δεύτερος και για τους δύο και δεν απέκτησαν τέκνα, ενώ είχαν αποκτήσει τέκνα από τους προηγούμενους γάμους τους.
Η εναγομένη ήταν χήρα πριν τελέσει γάμο με τον ενάγοντα και ελάμβανε πολεμική σύνταξη από τον θάνατο του πρώτου της συζύγου, η οποία, με την τέλεση δευτέρου γάμου θα διακοπτόταν. Ο ενάγων, ενόψει της επικείμενης εξ αιτίας του δευτέρου γάμου της, απώλειας της ως άνω σύνταξης, της υποσχέθηκε ότι θα της μεταβιβάσει, λόγω δωρεάς, το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας παλιάς οικίας διώροφης με οικόπεδο εμβαδού 405 χ.μ., κειμένου στο χωριό ..., καταρτισθέντος προς τούτο του με αριθ. ...
προσυμφώνου συμβολαίου δωρεάς του τότε συμβολαιογράφου, Αλεξανδρείας Β. Τραϊανού και στη συνέχεια, μετά το γάμο τους, σε εκτέλεση του άνω προσυμφώνου, προέβη στην οριστική μεταβίβαση με την κατάρτιση του με αριθ. ... οριστικού δωρητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρείας.
Στην ως άνω οικία διέμεναν οι διάδικοι ως σύζυγοι, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η οποία ενώ για μία δεκαετία περίπου μετά το γάμο τους, υπήρξε ομαλή, διακόπηκε οριστικά το καλοκαίρι του έτους 1996, μετά από αλλεπάλληλα επεισόδια που συνέβησαν μεταξύ τους. Κύρια αιτία των επεισοδίων που κατέληξαν σε οριστική ρήξη της σχέσης των διαδίκων, αποτελούσε η ανάρμοστη συμπεριφορά της εναγομένης προς τα τέκνα του ενάγοντος, με τα οποία αυτός για πολλά χρόνια δεν είχε επαφές, λόγω του ότι η εναγομένη δεν ήθελε να επισκέπτονταν τον πατέρα τους (ενάγοντα) στην κοινή οικία τους.
Η ίδια όμως ασχολούνταν μονίμως, με τα δικά της τέκνα, διαμένοντας για πολλές ώρες καθημερινά, κυρίως στην οικία της θυγατέρας της, αδιαφορώντας για τον ενάγοντα, τον οποίο εγκατέλειπε μόνο και απεριποίητο, ώστε να αναγκάζεται να ζητεί τη βοήθεια της εκ του πρώτου γάμου του, θυγατέρας του. Τα προβλήματα στη σχέση των διαδίκων εμφανίστηκαν κυρίως όταν ο ενάγων επανασυνδέθηκε με τα εκ του πρώτου γάμου τέκνα του, ενώ η εναγομένη δεν ήθελε κάτι τέτοιο, λόγω του ότι επεδίωκε πάντα να ασχολείται κυρίως με την θυγατέρα της και την οικογένεια αυτής, την οποία μάλιστα ενίσχυε συνεχώς οικονομικά και απροκάλυπτα, χωρίς την έγκριση του συζύγου της, παρά το ότι δεν είχε η ίδια οικονομική ευχέρεια) αφού μετά τη διακοπή της σύνταξής της, λόγω του γάμου της, δεν διέθετε άλλους οικονομικούς πόρους πλην ενός αγροτεμαχίου έξι περίπου στρεμμάτων, αλλά διατρεφόταν από τον ενάγοντα, με τον οποίο διέμενε στην ως άνω οικία και ενώ γνώριζε ότι τα οικονομικά του δεν ήταν ιδιαίτερα ανθηρά.
Ειδικότερα, το εισόδημα του κατά την τελευταία δεκαετία προ της ρήξης της σχέσης τους, προερχόταν από μία αγροτική σύνταξη και από ένα μικρό ψιλικατζίδικο που διατηρούσε στο ισόγειο της ως άνω οικίας τους. Η διένεξη των διαδίκων κορυφώθηκε ως εκ του ότι η εναγομένη, αντί να ενισχύσει το οικογενειακό τους εισόδημα με την καλλιέργεια του ως άνω αγρού της, ή την εκμίσθωσή του σε τρίτους, τον παραχώρησε και αυτόν στο γαμβρό της (σύζυγο της θυγατέρας της), ο δε τελευταίος ξερίζωσε τα δενδρύλλια ηλικίας 6-7 ετών που είχε φυτέψει ο ενάγων χωρίς η εναγομένη να αντιδράσει, εγκρίνοντας με τη στάση της τη συμπεριφορά αυτή του γαμβρού της.
Τον αγρό αυτόν, τον οποίο παλαιότερα οι διάδικοι εκμίσθωναν σε τρίτους προς ενίσχυση, με τα μισθώματα που ελάμβαναν, του οικογενειακού εισοδήματος, η εναγομένη παραχώρησε χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος στον γαμβρό της, χαριστικά ήτοι χωρίς αυτός να καταβάλει μίσθωμα. Στις παρατηρήσεις του ενάγοντος ότι προκαλεί την οικονομική αποδυνάμωση της οικογένειας τους, αυτή του απάντησε "αν δε σ' αρέσει, χωρίζουμε".
Η εναγομένη συνέχισε μετά απ' όλα αυτά να συμπεριφέρεται υβριστικά προς τον ενάγοντα, αδιαφορώντας συστηματικά γι' αυτόν, αφού δεν ασχολούταν με την περιποίηση του ίδιου και τη φροντίδα του οίκου τους, αλλά τις περισσότερες ώρες της ημέρας έμενε στο σπίτι της θυγατέρας της εκ του πρώτου γάμου της (φροντίζοντας τη δική της οικογένεια, σε παράπονα δε και παρατηρήσεις του, μάλωνε μαζί του συνέχεια.
Την υβριστική αυτή συμπεριφορά της περιέγραψε ο μάρτυρας απόδειξης και γαμβρός του, καταθέτοντας τα εξής : "Η Χ (η εναγομένη), δεν έδινε σημασία στον πεθερό μου, δεν τον κοιτούσε, δεν του μαγείρευε, δεν τον έπλενε, του έλεγε, κάτσε στην άκρη εσύ. Ο πεθερός μου υπέφερε μαζί της, δεν καθόταν η Χ στο σπίτι, έφευγε συνέχεια, τον κατσάδιαζε τον πεθερό μου".
Τον Ιούλιο του έτους 1996 μετά από επεισόδιο που δημιουργήθηκε μεταξύ τους από αφορμή τη συμπεριφορά της εναγομένης μέσα στην αποθήκη του σπιτιού τους, ο ενάγων προσπάθησε να τη βγάλει βίαια, από την αποθήκη, τραβώντας την από τα χέρια και το λαιμό. Η εναγομένη αντέδρασε και αυτή βίαια και του έσχισε το πουκάμισο και αυθημερόν τον καταμήνυσε για πρόκληση σωματικών βλαβών, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί ο ενάγων σε φυλάκιση 15 ημερών.
Μετά από το εν λόγω επεισόδιο, οι διάδικοι ουδέποτε συμφιλιώθηκαν αλλά συνέχισαν να μαλώνουν και για ασήμαντες τις περισσότερες φορές, αφορμές, ο δε ενάγων στις 21-8-1996 άσκησε εναντίον της εναγομένης αγωγή διαζυγίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους και παράλληλα ανακάλεσε τη δωρεά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου με προφορική δήλωση προς την εναγομένη για τους ανωτέρω λόγους αμέσως μετά την κατάθεση κατ' αυτής, της αγωγής διαζυγίου, γεγονός που έμμεσα συνομολογείται από την εναγομένη.
Τελικά ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με τη με αριθ. 181/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο, η οποία (απόφαση), μετά την απόρριψη της έφεσης της εναγομένης, που άσκησε κατ αυτής, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με την υπ αριθ. 1100/ 2002 απόφαση του, κατέστη τελεσίδικη.
Εξ όλων των παραπάνω περιστατικών που περιγράφτηκαν, συνάγεται ότι η κυρία αιτία του χωρισμού των διαδίκων και της ανάρμοστης συμπεριφοράς της εναγομένης προς τον ενάγοντα, ήταν η επανασύνδεση της σχέσης του τελευταίου με τα τέκνα του εκ του πρώτου γάμου του, ενώ η εναγομένη δεν το ήθελε, γεγονός που κατατέθηκε με σαφήνεια από τον ίδιο το μαρτυρά της.
Τη σχέση αυτή, η εναγομένη προσπάθησε με κάθε τρόπο να διαλύσει, ενώ η ίδια είχε προσκολληθεί στη δική της θυγατέρα και την οικογένεια της, αδιαφορώντας πλήρως για το γάμο της και τη σχέση της με τον ενάγοντα σύζυγό της. Η συμπεριφορά της αυτή συνιστά αχαριστία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, συνεπεία της οποίας γεννήθηκε δικαίωμα του ενάγοντος για ανάκληση της προαναφερόμενης δωρεάς και συνεπώς με την άτυπη δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς αυτής, στην οποία αυτός προέβη τον Ιούλιο του έτους 1996, αφού έγινε για νόμιμο λόγο (αχαριστία) και είναι αληθής, έχει θεμελιώσει αξίωση αναζήτησης του δωρηθέντος, εφόσον η παροχή (δωρεά) ήδη εκπληρώθηκε, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 509 ΑΚ).
Ο ενάγων, με την από 17-11-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που επιδόθηκε νόμιμα, κάλεσε την εναγομένη να συμπράξει στην αναμεταβίβαση του δωρηθέντος ακινήτου σ' αυτόν και της έταξε προθεσμία να εμφανιστεί σε συμβολαιογράφο, πλην όμως αυτή παρήλθε άπρακτη και αρνείται μέχρι την άσκηση της αγωγής να συμπράξει στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου αναμεταβίβασης (βλ.
την από 17-11-2003 εξώδικη πρόσκληση δήλωση νόμιμα επιδοθείσα προς την εναγομένη, με συνημμένη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...). Επομένως, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να προβεί σε δήλωση βούλησης με το άνω περιεχόμενο ήτοι της μεταβίβασης του δωρηθέντος ακινήτου στον ενάγοντα και σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί εντός της τασσομένης υπό του Δικαστηρίου, προθεσμίας, να διαταχθεί η μεταγραφή της απόφασης μετά την τελεσιδικία της στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αλεξάνδρειας Ημαθίας.
Η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία επαναφέρει ως λόγο έφεσης, παραπονούμενη ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε αυτήν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλούμενη τα αυτά στοιχεία κατάχρησης, ότι δηλαδή αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος ως εκ του ότι η ίδια αδυνατεί λόγω της μεγάλης ηλικίας της και απώλειας του παλαιοτέρου συνταξιοδοτικού της δικαιώματος να αυτοδιατραφεί ενώ ο ενάγων βρίσκεται σε καλλίτερη οικονομική κατάσταση από αυτήν, είναι απορριπτέα ως κατ ουσία αβάσιμη, καθόσον, όπως αποδείχθηκε από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο ενάγων δεν βρίσκεται σε υπέρτερη οικονομική κατάσταση από την εναγομένη, αφού το μόνο του έσοδο και περιουσιακό στοιχείο είναι η σύνταξη του ΟΓΑ και το επίδικο ακίνητο στο οποίο διαμένει μέχρι σήμερα όπως και η εναγομένη, κατόπιν ρύθμισης της χρήσης των χώρων:του, δυνάμει της υπ αριθ. 839/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ενώ αυτή (η εναγομένη) έχει την ίδια σύνταξη και τον πιο πάνω αγρό έκτασης έξι στρεμμάτων, από την εκμίσθωση του οποίου μπορεί να αποκομίσει κάποιο εισόδημα.
Για εισόδημα του ενάγοντος από το προαναφερόμενο κατάστημα (ψιλικατζίδικο) δεν μπορεί να γίνει λόγος, δεδομένου ότι ήδη αυτός διανύει το 83 έτος της ηλικίας του. Περαιτέρω δεν αποτελεί νόμιμο λόγο διατήρησης του δωρηθέντος, ο λόγος που επικαλείται η εναγομένη, ότι δηλαδή η επίδικη δωρεά έγινε προς οικονομική εξασφάλισή της, για την περίπτωση διάλυσης του γάμου της με τον ενάγοντα, λόγω του ότι απώλεσε προ τριάντα ετών, το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα εκ του θανόντος πρώτου συζύγου της-, έστω και αν η ίδια επεδείκνυε αχαριστία έναντι του ενάγοντος και των τέκνων του, καθόσον ουδόλως αποδείχτηκε κάτι τέτοιο και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης της ακόμη και αν ήθελε εκληφθεί ως στοιχείο κατάχρησης, είναι απορριπτέος." Α.
Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κριθείσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος δωρητής και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 505 και 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου απέναντι στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα δωρητή πρώην σύζυγό της πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών "του βαρέος παραπτώματος" και "της αχαριστίας" και δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, όπως και την παραδοχή της αγωγής του για επιστροφή του δωρηθέντος ακινήτου με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας και την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση της αγωγής.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Β. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων του ουσιαστικού δίκαιου των άρθρων 505 και 281 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και άλλων βαρύτερων παραπτωμάτων της αναιρεσείουσας που να δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς λόγω αχαριστίας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους ίδιους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Γ. Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αχαριστίας δηλαδή της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας προς τον πρώην σύζυγό της δωρητή αναιρεσίβλητο που οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το γεγονός ότι α) ο γάμος της με τον αναιρεσείοντα λύθηκε για ισχυρισμό κλονισμό που αφορούσε και τους δύο και β) ότι η ένδικη δωρεά έγινε για την οικονομική εξασφάλιση της αναιρεσείουσας, γεγονός που δικαιολογούσε τη διατήρησή της και μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης πoυ στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π 1055 /2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε το αμετάκλητο της ένδικης δωρεάς που προέκυπτε από το υπ' αρ. 22344/1976 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξάνδρειας Β. Τραϊανού και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ. Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου επισήμου αντιγράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας και των προτάσεων της που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ή επαναφέρθηκε αντίστοιχος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, από τη διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ για το αμετάκλητο της ένδικης δωρεάς. Επομένως, εφ' όσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2315/2007 απόφασης του Εφετείου Θες/νίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ