Legislator Case Law & Legislation
1052/2007 AI generated

Supreme Court dismisses airline's appeal rejecting pilot's voluntary retirement claim under Law 2271/1994.

Case Number 1052/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the airline's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a pilot's claim for enhanced compensation upon voluntary retirement. The pilot met specific criteria under Law 2271/1994 to leave early, but the airline's organs unreasonably rejected his request to keep him employed until mandatory retirement age. The court found the airline's conduct intentional and contrary to the law, causing the pilot to lose the statutory bonus, and upheld the lower court's finding of liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 paras. 1, 4, 7 of Law 2271/1994; The employer's organs are liable for damages if they unreasonably reject a qualified employee's request for voluntary retirement under the law, thereby preventing the employee from receiving the enhanced compensation provided by the statute.

Keywords

AI generated
voluntary retirement Law 2271/1994 employer liability enhanced compensation unreasonable rejection pilot benefits damages award

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 paras. 1, 4, 7 of Law 2271/1994
Art. 914 of the Civil Code
Art. 71 of the Civil Code
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1052 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1052/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 610/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 866/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6327/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 14/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 ''Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.'' προκύπτει ότι για να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α.) και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε., στο πλαίσιο του σχεδίου εξυγίανσης των εταιρειών αυτών που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα και στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς της Ο.Α.

που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστο την τελευταία δεκαετία, και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α. και το ΤΕΑΠΑΕ καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν.2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο) που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία.

Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς που συγκέντρωναν τις πιο πάνω προϋποθέσεις μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994) για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.

Περαιτέρω, με την παρ.7 εδ. γ' του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από Εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ.8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.

Εξάλλου, η παρ.5 του πιο πάνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.3 του άρθρου 7 του Ν.2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και τον χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα όρια, και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελώς αποχωρούντες.

Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές (αρθρ. 2 παρ. 1 α και β') και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.

Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.

του άρθρου 2 παρ. 5α ή μη αποδοχής της αιτήσεως τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β'/1-3-1995) που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και τον χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού 10 χειριστών και 2 ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.

Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και τον χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον άνω υπουργό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 α' του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται, όπως αναφέρθηκε, στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α που εκδόθηκαν με βάση διάταξη της παραγράφου αυτής να περιέχουν ρυθμίσεις για το παραπάνω προσωπικό.

Για το προσωπικό αυτό, λοιπόν, δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α. του άρθρου 2 παρ. 5 α' περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιούμενων να αποχωρήσουν. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7 γ' του άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου που κάνουν λόγο για "επαρκή αριθμό" αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου που ορίζει την έννοια του "επαρκούς αριθμού", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί ''επαρκής αριθμός'' αποχωρούντων.

Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για ''επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων'', συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη - στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως - δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανσης ελάχιστη μείωση του προσωπικού.

Εξάλλου πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της πιο πάνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως "σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.

Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς (όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 -που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν σ την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.

ανώτατου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο - κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των παραγράφων 4, 5, 7 και 8 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 προκύπτει καταρχήν, όπως εκτέθηκε και στην προηγούμενη αιτιολογία της παρούσας, ότι η παρ. 5 του παραπάνω άρθρου δεν έχει εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και συνάγεται περαιτέρω, αφενός ότι όλοι οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που είχαν δικαίωμα οικειοθελούς αποχωρήσεως και υπέβαλαν εμπρόθεσμα σχετική αίτηση, έπρεπε να αποχωρούν αμέσως από την υπηρεσία, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα περιορισμού του αριθμού των αποχωρούντων ή παρατάσεως του χρόνου της αποχωρήσεως αυτών, και αφετέρου ότι για να εφαρμοστούν στους ανωτέρω χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς οι ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση, δεν αρκεί να είχαν υποβάλει τη σχετική αίτηση πριν από την αναγκαστική αποχώρηση αυτών, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, αλλά πρέπει και να μη παρέμειναν στην υπηρεσία μέχρι τον χρόνο της ως άνω αναγκαστικής αποχωρήσεώς τους.

Ενόψει αυτών παρέπεται ότι οι παραπάνω διατάξεις και οι αρχές της καλής πίστεως επιβάλλουν στα αρμόδια όργανα της Ο.Α. την υποχρέωση να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεών τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο από αυτή και πάντως πριν από τον χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς τους.

Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των παραπάνω οργάνων να αποδεχθούν μέσα σε εύλογο χρόνο τις αιτήσεις και να διακανονίσουν έγκαιρα την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι τον χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημιώσεως που προβλέπει ο Ν. 2271/1994, για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις προπαρατεθείσες διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της Ο.Α.

προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι εν λόγω χειριστές ή ιπτάμενοι μηχανικοί από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της, κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία (αρθρ. 71 και 914 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε για τη θεμελίωση της τελευταίας επικουρικής βάσεως αυτής, ότι στις 15-1-1968 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα ως Ιπτάμενος Μηχανικός αεροσκαφών, ότι αν και είχε υποβάλει εμπρόθεσμα στις 5-1-1995 αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση και πληρούσε τις απαιτούμενες γι' αυτό από το Ν. 2271/1994 προϋποθέσεις, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να προβεί αμέσως, όπως όφειλε, στη διαγραφή του από τη δύναμη του προσωπικού και να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άνω νόμου αυξημένη αποζημίωση, αλλά τον διατήρησε στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-1996, που συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά και έλαβε τη συνηθισμένη για τη συνταξιοδότηση αυτή μειωμένη αποζημίωση.

Επιπλέον εξέθεσε ο αναιρεσίβλητος ότι για την παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι την παραπάνω ημερομηνία της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς του δεν συνέτρεχε κανένας λόγος, αφού και ο προβλεπόμενος στο σχέδιο εξυγίανσης της Ο.Α. αριθμός των 23 χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που μπορούσαν να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 δεν είχε συμπληρωθεί και αυτός είχε πραγματοποιήσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του ή της οικειοθελούς αποχωρήσεων άλλων συναδέλφων του, περισσότερα ημερομίσθια από εκείνους.

Ακολούθως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την πιο πάνω επικουρική βάση της αγωγής του ότι η αναιρεσείουσα Ο.Α. παράνομα και καταχρηστικά δεν προέβη στην άμεση αποδοχή της αιτήσεως οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτού και στη λύση της συμβάσεώς του με ταυτόχρονη καταβολή της ως άνω αυξημένης αποζημιώσεως και ζήτησε μετά ταύτα να του καταβάλει η αναιρεσείουσα τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως που έλαβε και της αποζημιώσεως που προβλέπει ο Ν. 2271/1994.

Η εν λόγω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής στο άρθρο 914 ΑΚ και μάλιστα την υπαιτιότητα (των οργάνων) της αναιρεσείουσας εταιρείας στην επέλευση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Η επίκληση της υπαιτιότητας αυτής, αν και δεν γίνεται πανηγυρικά στην αγωγή, συνάγεται σαφώς από το περιεχόμενό της και ειδικότερα από την αναφερόμενη παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2271/1994 και την προβαλλόμενη έντονα σ' αυτή παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί αμέσως, όπως όφειλε, την αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου, με την επισήμανση ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παράλειψη αυτή, αλλά αντιθέτως οι συντρέχουσες περιστάσεις και συγκεκριμένα ο χρόνος υποβολής της αιτήσεώς του και ο μεγαλύτερος αριθμός ημερομισθίων (ημερών ασφαλίσεως) που είχε συμπληρώσει σε σχέση με όλους τους συναδέλφους του που αποχώρησαν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, επέβαλαν στην αναιρεσείουσα να αποδεχθεί πρώτα τη δική του αίτηση.

Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή ήταν ορισμένη ως προς τη νομική της βάση εκ της αδικοπραξίας και δεν απέρριψε την ως προς τη βάση αυτή ως αόριστη, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς την παραπάνω νομική βάση της αγωγής δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα, στις 15-1-1968, ως ιπτάμενος μηχανικός αεροσκαφών και υπηρέτησε σ' αυτή μέχρι τις 31-12-1996, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 5-1-1995 είχε υποβάλει αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2271/1994, καθόσον ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, για τον κλάδο σύνταξης, είχε συμπληρώσει 10600 ημερομίσθια, 3000 ώρες πτήσης από τις οποίες τουλάχιστον 500 την τελευταία δεκαετία και το53οέτος της ηλικίας του και υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση.

Η τελευταία δεν έγινε δεκτή και η αναιρεσείουσα συνέχισε να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο μέχρι τις 16-12-1996, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και του καταβλήθηκε αποζημίωση ύψους 23855578 δραχμών και όχι η αυξημένη του άρθρου 2 του ν.2271/1994. Από τις αρχές της καλής πίστης επιβάλλετο στα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των ιπταμένων μηχανικών, που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεών τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο από την υποβολή τους και πριν από το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής τους.

Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των παραπάνω οργάνων να αποδεχθούν τις αιτήσεις και να διακανονίσουν την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω ιπταμένων μηχανικών, εφόσον είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημίωσης του ν. 2271/1994, για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν αυτοί από την ως άνω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της.

Η ενέργεια της αναιρεσείουσας να μην κάνει δεκτή, εντός ευλόγου χρόνου την αίτηση του αναιρεσιβλήτου για οικειοθελή αποχώρησή του, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη 1995 ή αρχές του 1996, όπως έπραξε με άλλους συναδέλφους του, καίτοι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις για οικειοθελή αποχώρηση, ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2271/1994.

Ενήργησαν δε τα όργανα της αναιρεσείουσας με πρόθεση, προκειμένου να παραμείνει ο αναιρεσίβλητος στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και επί πλέον αυτός είχε συμπληρώσει μεγαλύτερο αριθμό ημερών ασφαλίσεως από άλλους συναδέλφους του, των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις οικειοθελούς αποχωρήσεως.

Αποτέλεσμα της άδικης αυτής συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας ήταν να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησής του αποζημίωσης και αυτής του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 2271/1994, ύψους 8093856 δραχμών. Με όσα πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι τα όργανα που παρέλειψαν να κάνουν δεκτή την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, ήταν αυτά που αντιπροσωπεύουν την αναιρεσείουσα (άρθρο 71 ΑΚ) και δεν ήταν αναγκαίο να κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση, αν από την τυχόν αύξηση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου μετά την υποβολή της αιτήσεώς του και μέχρι τη συνταξιοδότησή του επηρεάσθηκε η ζημία του, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό, που αποτελεί ένσταση (συμψηφισμού ζημίας και κέρδους).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για τους πιο πάνω λόγους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 442/13-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" για αναίρεση της 6327/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ