1052/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2000, 9-2-2001 και 20-2-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.489/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3.281/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Μαρτίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1052/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2170/1993, στο οποίο ορίζεται ότι η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν.
Full text
Απόφαση 1052 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .... , 2. .... , 3. .... , 4. .... , 5. .... και 6. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «VICTORIA – ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ», ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας «IMPERIO BONANCA – COMPANHIA DE SEGUROS SA», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2000, 9-2-2001 και 20-2-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.489/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3.281/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Μαρτίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ αναιρεθεί, κατά ένα μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της, που αφορούν τα εδώ διάδικα μέρη, με τις οποίες συγκεκριμένα απορρίφθηκαν η από 25-7-2002 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της αναιρεσίβλητης και της 2489/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η από 20-2-2001 αγωγή τους κατά της ίδιας αναιρεσίβλητης εταιρίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α και β του Π.Δ 237/1986 (ΦΕΚ Α 110/18-7-1986) που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 489/1976, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το νόμο 1569/1985 και τα Π.Δ 1019/1981 και 118/1985, η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.
Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2170/1993, στο οποίο ορίζεται ότι η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν.
Ο σκοπός της γνωστοποίησης αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση, ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου τούτου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 167 ΑΚ, η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Τέλος, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, εκτός από άλλους τρόπους, επέρχεται και με καταγγελία (άρθρο 9 παρ. 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976) αυτής, οποτεδήποτε από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και με κατάργησή της με αντισυμφωνία των μερών κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 24/1994). Αυτή η λύση ισχύει καταρχήν μόνο στις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Για να ισχύσει και στις σχέσεις του ασφαλιστή και του τρίτου που ζημιώθηκε, με συνέπεια την απαλλαγή του πρώτου, πρέπει τα μέρη να τηρήσουν τον ως άνω από το νόμο επιβαλλόμενο τύπο της γνωστοποίησης της λύσης αυτής, έστω και αν επήλθε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία (σύμβαση) του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση γιατί με τη σύμπραξή του προκλήθηκε.
Αν δεν γίνει καθόλου ή δεν γίνει νομότυπα η γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης ο ασφαλιστής παρά τη λύση εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι του τρίτου (που ζημιώθηκε) από την ασφαλιστική σύμβαση και δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώσει τον τρίτο κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 και 19 του Π.Δ 237/1986.
Ειδικά αν ο ασφαλιστής επιλέξει συστημένη επιστολή μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ) για την πιο πάνω γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, δεν αρκεί η παράδοση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης του παραλήπτη με ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης απ΄ αυτόν του περιεχομένου της.
Αν ο παραλήπτης δεν ανοίξει την επιστολή και δεν λάβει γνώση του περιεχομένου της, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα και η σύμβαση λυθείσα από την παραλαβή της. Αντίθετα, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως συνεπεία παρόδου της προθεσμίας για την παραλαβή, αλλαγής κατοικίας ή διαμονής, δεν παραλάβει τη συστημένη επιστολή ο ίδιος ο παραλήπτης, δεν θεωρείται ότι συντελέστηκε η πιο πάνω απευθυντέα δήλωση και άρα δεν επήλθε η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα, καθόσον αφορά το ζήτημα του ανασφαλίστου ή μη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ευθύνη της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση των αναιρεσειόντων: «Στις 23-1-2000, ο .... , ενώ διέσχιζε πεζός κάθετα το οδόστρωμα της παλαιάς Εθνικής οδού Κατερίνης-Θεσ/νίκης, παρασύρθηκε από το ....
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του Φ1, και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του θανόντος πεζού κατά ποσοστό 30%, όσο και του οδηγού, κατά ποσοστό 70%, Το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος και συντρέχει περίπτωση ευθύνης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο».
Ειδικότερα, ο Φ1 με το .... ασφαλιστήριο συμβόλαιο που κατάρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία «Imperio Bonanca -Campanhia de Seguros», αρχικά εναγόμενη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «VICTORIA αν.ασφαλιστική εταιρεία ζημιών», είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο, μάρκας AUDI, στην άνω εταιρία για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τυχόν ατυχήματα κατά την κυκλοφορία του, για το χρονικό διάστημα από 28-3-1997 έως 31-8-1998.
Το ως άνω ασφαλιστήριο ανανεώθηκε νόμιμα κατά τη λήξη του για ένα ακόμη έτος, δηλαδή μέχρι 31-3-1999. Την 10-3-1999 ανανεώθηκε εγγράφως για το χρονικό διάστημα από 28-3-1999 μέχρι 28-3-2000 μέσω του πράκτορα της αρχικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας .... (αντιπροσώπου της στο νομό Πιερίας) με διεύθυνση του Φ1 το .... . Σχετικά δε του παραδόθηκε για το άνω χρονικό διάστημα και το ειδικό σήμα του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 489/1976.
Ο ως άνω όμως ασφαλισμένος, επειδή δεν κατέβαλε ασφάλιστρα υπέβαλε στον προαναφερθέντα αντιπρόσωπο της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας αίτηση ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αριθμό 9002727 για το χρονικό διάστημα από 28-3-1999 έως 28-3-2000, στην οποία αίτησή του δήλωνε ως διεύθυνσή του το Αιγίνιο Πιερίας.
Επέστρεψε και το ανανεωτήριο συμβόλαιο και το ειδικό σήμα ασφάλισης. Μετά την αίτησή του, με την 9919490 πράξη της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ακυρώθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το διάστημα από 28-3-1999 έως 28-3-2000 και απεστάλη σ' αυτόν συστημένη επιστολή γνωστοποίησης της ως άνω πράξης ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ως άνω χρονικής περιόδου στη δηλωθείσα με τον ίδιο διεύθυνσή του στο .... , η οποία επιστράφηκε, λόγω μετοίκησής του από την ως άνω κατοικία, την 8-6-1999 με τη σημείωση «Άγνωστος».
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε, με βάση τα παραπάνω δεδομένα και γιατί δεν αποδείχτηκε ότι ο ασφαλιστής γνώριζε τη διεύθυνση του ασφαλισμένου οδηγού, ότι η ανεπίδοτη ως άνω συστημένη επιστολή επέφερε τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης δεκαέξι ημέρες μετά τη βεβαίωση της αδυναμίας επίδοσής της στις 8-6-1999, ήτοι μετά την 24-6-1999, άρα στις 23-1-2000 που συνέβη το ένδικο ατύχημα το ζημιογόνο όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο με έγκυρη σύμβαση και έτσι δεν ευθύνεται σε αποζημίωση των ζημιωθέντων τρίτων (αναιρεσειόντων) η καθολική διάδοχος αναιρεσίβλητη εταιρία «VICTORIA AE», αλλά το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ.
β΄ του ν. 489/1976. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την από 25-7-2002 έφεση των αναιρεσειόντων, με το δεύτερο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν κύρια για εσφαλμένη από το πρωτοδικείο απόρριψη της από 20-2-2001 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή βάσιμης ένστασης της τελευταίας για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της, λόγω λύσης και μη ύπαρξης έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κατά το χρόνο του ατυχήματος (23-1-2000) με την εταιρεία «Imperio Bonanca – Campanhia De Seguros».
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού δέχτηκε ότι η ανεπίδοτη ως άνω συστημένη επιστολή, που επιλέχθηκε από τον ασφαλιστή για γνωστοποίηση της λύσης, έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης δεκαέξι ημέρες μετά τη βεβαίωση της αδυναμίας επίδοσής της, καθώς και ότι συνέτρεξαν εδώ όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 του άνω ΠΔ 237/1986 για νομότυπη γνωστοποίηση της λύσης αυτής, γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και ευθύνη δεν υπείχε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αλλά το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», η δε λύση αυτή με τον άνω τρόπο της ακύρωσης μπορούσε και ορθά αντιτάχθηκε από τον ασφαλιστή κατά των αναιρεσειόντων που ζημιώθηκαν.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τα εδώ διάδικα μέρη (αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητη) πρέπει να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. μοναδικό λόγο αναίρεσης, παραπεμφθεί δε μετά απ΄αυτά η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ).-
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό την 3281/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τα εδώ διάδικα μέρη, με τις οποίες συγκεκριμένα απορρίφθηκαν η από 25-7-2002 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της αναιρεσίβλητης και της 2489/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η από 20-2-2001 αγωγή τους κατά της ίδιας αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 24 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ