Legislator Case Law & Legislation
1051/2024 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for procedural violation in public prosecutor hiring case.

Case Number 1051/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a dispute over legal fees for a public prosecutor. The lower court had rejected the prosecutor's claim that the hiring process violated statutory recruitment procedures. The Court found the First Instance Court's dismissal of this procedural argument without proper reasoning to be a violation of substantive law. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge, and the prosecutor was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 11 of Law 1649/1986 and 43 of the Code of Lawyers (Law 4194/2013); A lower court's decision dismissing a claim regarding the violation of statutory recruitment procedures for public prosecutors without providing reasons constitutes a violation of substantive law and must be annulled.

Keywords

AI generated
public prosecutor recruitment statutory recruitment procedures violation of substantive law remand for retrial legal costs allocation procedural violation annulment Code of Lawyers

Cited Legislation

AI generated
Article 11 of Law 1649/1986
Article 43 of the Code of Lawyers (Law 4194/2013)
Article 1 of Law 3026/1954
Articles 8, 36, 42, 44, 46 of Law 4194/2013
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1051 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1051/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικό Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Αναστασίας Σκουντή, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Φ.-Μ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 19-05-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 171/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως, η 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-01-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.1.2022 (αριθ. κατάθ. 389/40/17-1-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 522/23.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές δικηγόρου, κατόπιν άσκησης α) της από 24.10.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) της από 3.5.2019 αντέφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 171/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 28.12.2015 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου και επί της ασκηθείσας από 19.5.2017 πρόσθετης παρέμβασης του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών". Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι στις 3.6.2013 συνήψε με το Υπουργείο Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 του ν. 3907/2011, ετήσιας διάρκειας, με αντικείμενο τη συμμετοχή του ως μέλους στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 25 του π.δ. 114/2010, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, έναντι συνολικής αμοιβής 27.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ότι την 16-6-2014 και την 1.5.2015 συνήψε ομοίως, δεύτερη και τρίτη σύμβαση, αντίστοιχα, που τιτλοφορούνταν ως "σύμβαση έργου", όπως η τελευταία σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς τη διάρκειά της αρχικά την 1.9.2015 και στη συνέχεια στις 18.11.2015.

Ότι οι ως άνω συμβάσεις του αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για μη καταβληθείσες αμοιβές, για ασφαλιστικές εισφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας, για μη χορήγηση άδειας αναψυχής και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 29.015,39 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 171/2018 απόφασή του, α) απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση β) απέρριψε ως μη νόμιμα τα αγωγικά αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και γ) δέχθηκε ως προς τα λοιπά αιτήματα την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.319,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 522/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου και την αντέφεση του ενάγοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), χωρίς να είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησής της η κλήτευση του προσθέτως, υπέρ του ενάγοντος, παρεμβάντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ν.Π.Δ.Δ. (Δ.Σ.Α), εφόσον η πρόσθετη παρέμβαση αυτού απορρίφθηκε από το ως άνω Δικαστήριο ως απαράδεκτη (ΑΠ 1036/2022, 572/2022, 749/2020).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 εδ. α' του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/25-9-2013), κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) ξεκίνησε και εξελίχθηκε εν μέρει η πρώτη από τις ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων (διάρκειας από 3.6.2013 έως 3.6.2014) ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστη προς το Δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο:

α) η, επί παγία ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικής ή πολιτικών επιστημών" και στην παρ. 5 εδ. α' και β' του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία.

Τέτοια, υπό προθεσμία, σύμβαση που έγινε και προ του Κώδικα, θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ιδίου Κώδικα, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντά του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, ενώ στο άρθρο 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, ορίζεται ότι έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, ότι η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στον δικηγόρο και ότι επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στον δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ως άνω προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ. και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω Κώδικα "κάθε άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικη, μη απαγορευμένη από τον νόμο και δυνάμενη να εκτελεσθεί και από οποιονδήποτε άλλο εντολοδόχο, αμείβεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.

Για την πληρωμή τέτοιων αμοιβών για εξώδικες ενέργειες, εφόσον δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η εκκαθάριση με πίνακα κλπ.". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ.

α' του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιοριζόταν κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1816/1988) και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 92Α με την υποπαράγραφο ΙΓ.1.

υποπερ.8.β. άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προσδιορίζεται, πλέον, με ελεύθερη συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα του, οφείλεται στον δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως, εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνον όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1485/2023, 1103/2021, 1518/2021).

Περαιτέρω, ναι μεν από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ.

ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο, πλην όμως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερθέντων είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021, 1518/2021). Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου, άλλωστε, δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση ούτε μετατρέπει αυτή σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 63 του Κώδικα, μόνο πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου που την κατάρτισε (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021, 1518/2021).

Επίσης, με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 8, 36, 42 παρ.1, 44 και 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), που ισχύει από 27.9.2013 και εφαρμόζεται για το χρονικό διάστημα που ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν οι λοιπές (πλην της πρώτης) ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων, ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 8 παρ.

α' ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει: α) Να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμβάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή [...]".

Στο άρθρο 36, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (πριν την τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεών του με τα άρθρα 364 του ν. 4700/2020, 56 του ν. 4745/2020 και 23 του ν. 4912/2022), ορίζεται: "1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή.

Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο. 2.

Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτούν παράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου. β) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων.

Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετάφρασε.

δ) Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα του, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε κάθε άλλη ειδική διάταξη". Περαιτέρω, στο άρθρο 42 παρ.1 ορίζεται: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Στο άρθρο 43 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις πρόσληψης του έμμισθου δικηγόρου στον δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα στην παρ. 2 ορίζεται ότι: "2.

Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα [...]".

Εξάλλου, στο άρθρο 44 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2.

Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".

Τέλος, στο άρθρο 46 παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με τον θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.

Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή".

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 ορίζεται ότι "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.

Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ στο εδ. δ' της παρ. 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, ορίζεται ότι "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, του νέου Κώδικα Δικηγόρων και της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1646/1986, σαφώς συνάγεται ότι θεσπίστηκε για λόγους δημόσιου συμφέροντος ενιαία ρύθμιση, με την οποία καθιερώθηκε ειδική διοικητική διαδικασία, που διασφαλίζει την αξιοκρατική πρόσβαση στις οικείες δημόσιες θέσεις, για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στους φορείς του δημόσιου τομέα.

Η ειδική αυτή διοικητική διαδικασία έχει ως αφετηρία τη σχετική προκήρυξη, διενεργείται από επιτροπή, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοίκησης, η δε πράξη επιλογής, την οποία εκδίδει το συλλογικό αυτό όργανο, δεσμεύει τον ως άνω φορέα. Από την ειδική αυτή διοικητική διαδικασία εξαιρείται ρητώς η πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του οικείου φορέα, καθότι παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021, 706/2019).

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, συνάγεται ότι τον χαρακτηρισμό ως έμμισθης εντολής της εργασιακής σχέσης ορισμένου δικηγόρου, ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση σε φορέα του δημόσιου τομέα, θα πρέπει αναμφισβήτητα οι νομικές υπηρεσίες που προσφέρει ο εν λόγω δικηγόρος να έχουν ως αντικείμενο έργα, τα οποία, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (παλαιού και νέου), να εμπίπτουν στα όρια εκείνα που επιτρέπουν και συγχρόνως περιγράφουν οι εν λόγω διατάξεις.

Επιπλέον, οι υπόψη νομικές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχονται υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου και να αφορούν τη διαφύλαξη ή την προστασία του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς με τη δικηγορική ιδιότητα και μπορούν να εκτελεστούν και από τρίτο νομικό (ή μη), που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και αν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση, που καταρτίζει ο δικηγόρος, δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1485/2023, 1103/2021, 79/2016).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργησή του με το ν. 4686/2020, ορίζεται ότι: "1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μία ή περισσότερες Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα.

Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η θητεία των Επιτροπών. Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α. έναν υπάλληλο Υπουργείου ή νομικού προσώπου που εποπτεύεται από Υπουργείο, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχο ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, β.

έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και γ. έναν νομικό, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη. 2. [...]. 3. Οι πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών είναι πλήρους απασχόλησης.

Στην κάθε Επιτροπή εξασφαλίζεται πενταμελής γραμματειακή υποστήριξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Στα μέλη των επιτροπών ορίζεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 (γ) του ν. 3205/2003, όπως ισχύει. Η αποζημίωση των εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε.

για τους Πρόσφυγες καταβάλλεται στον φορέα αυτό. 4. Οι Επιτροπές Προσφυγών αποφαίνονται επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. (α) εντός έξι (6) μηνών, για δε τις λοιπές προσφυγές εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής σε κάθε περίπτωση. Οι Επιτροπές λειτουργούν με βάση κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Εξάλλου, με το άρθρο 3 του ν. 3907/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και πριν την κατάργησή του με τον ν. 4375/2016, ορίζεται ότι: "1. Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται Αρχή Προσφυγών, η οποία εξετάζει τις προσφυγές αιτούντων διεθνή προστασία κατά αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5. 2.

Η Αρχή Προσφυγών υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Στην Αρχή λειτουργούν μία ή περισσότερες τριμελείς Επιτροπές Προσφυγών, οι οποίες συγκροτούνται, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με ετήσια θητεία που μπορεί να ανανεώνεται. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η έδρα τους. 3.

Οι Επιτροπές Προσφυγών είναι τριμελείς και απαρτίζονται από ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με εξειδίκευση ή εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο ή στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή στο διεθνές δίκαιο, ως πρόεδρο, και δύο πτυχιούχους Α.Ε.Ι. με τίτλο σπουδών νομικών, πολιτικών ή κοινωνικών επιστημών με εξειδικευμένες γνώσεις στα ζητήματα διεθνούς προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους.

Τα μέλη της Επιτροπής είναι Έλληνες πολίτες. Ο πρόεδρος και το τρίτο μέλος της Επιτροπής, καθώς και οι αναπληρωτές τους, ορίζονται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη από σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της και υποβάλλεται στον Υπουργό εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος.

Το δεύτερο μέλος και ο αναπληρωτής του υποδεικνύονται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες......4. Τα μέλη των Επιτροπών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής ανεξαρτησίας και αμείβονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετικές συμβάσεις που συνάπτονται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν.

Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις έργου, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τη διάρκεια της θητείας των μελών τους. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών των Επιτροπών, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά την εκτέλεση του έργου διέπονται από τις ως άνω συμβάσεις, από τον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος και, συμπληρωματικά, από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί συμβάσεων έργου.

Ο ορισμός και η άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου και του μέλους των ως άνω Επιτροπών δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου, ούτε αναστέλλει την άσκηση του λειτουργήματος του......". Με το άρθρο 44 του ιδίου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "Οι ιδιώτες που συμμετέχουν με πλήρη απασχόληση στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26 του π.δ 114/2010 (ΦΕΚ 195 Α) αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με το φορέα στον οποίο ανήκουν. 2.

Στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 μπορεί να ορίζονται ως πρόεδροι υπάλληλοι Υπουργείων και νομικών προσώπων που εποπτεύονται από αυτά περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχοι ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον οικείο Υπουργό.

Οι υπάλληλοι του προηγουμένου εδαφίου μπορεί να ορίζονται και ως μέλη των ιδίων ως άνω επιτροπών αντί του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και αντί του νομικού με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου εφόσον η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε.

για τους πρόσφυγες ή η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιστοίχως δεν ορίζουν για οποιοδήποτε λόγο τα μέλη των επιτροπών που καθορίζονται από τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του π.δ. 114/2010...... 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και για τις επιτροπές του άρθρου 32 του π.δ. 114/2010".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, 3/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος στο Εφετείο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στις 3-6-2013 κατήρτισε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη την με ίδια ημερομηνία έγγραφη ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 του Ν. 3907/2011, με αντικείμενο τη συμμετοχή του ως μέλος στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 για την εξέταση προσφυγών που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25 του π.δ. 114/2010 (Α'-195) ως δεύτερος διοικητικός βαθμός στη διαδικασία ασύλου.

Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με τους όρους της ως άνω σύμβασης, οι υπηρεσίες του ενάγοντος περιελάμβαναν τη συμμετοχή του, σε καθημερινή βάση και για τον αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της ημερήσιας διάταξης, στις εργασίες και στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών, στην οποία τοποθετήθηκε αυτός ως τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος, συγκεκριμένα, δε, οι εν λόγω υπηρεσίες περιελάμβαναν τη συμμετοχή του στη λήψη συνέντευξης των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, τη διάσκεψη με τα λοιπά μέλη της Επιτροπής για τη λήψη αποφάσεων, τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, τη μελέτη των φακέλων των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο και την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων, καθώς και για σχετική με την υπόθεση τους ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω σύμβασης, η διάρκεια αυτής ορίσθηκε για ένα (1) έτος, δυνάμενη να ανανεωθεί για έναν (1) ακόμη χρόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 11 της ως άνω σύμβασης, η αμοιβή του ενάγοντος, η οποία όπως ρητά αναφέρεται βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ελληνικής Αστυνομίας, συμφωνήθηκε στο ποσό των 27.000,00 ευρώ για ένα έτος, καταβαλλόμενης αυτής σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250,00 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ 23%, η οποία, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις:

α) σε ποσοστό 6,5% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ. (Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. 2,72% και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96%), β) σε ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και γ) σε ποσοστό 20% επί των τελών για Ο.Γ.Α, περιλαμβάνει, δε, αυτή (αμοιβή) παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των κρατήσεων και του ΦΠΑ, όπως, δε, συμφωνήθηκε θα καταβάλλεται εντός των δέκα (10) πρώτων εργασίμων ημερών έκαστου μήνα, κατόπιν προηγούμενης προσκόμισης από τον ενάγοντα ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, καθώς και έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Με την υπ' αριθ. 5401/3-331200 από 13-5-2013 Κ.Υ.Α. του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και Υπουργού Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο ενάγων ορίστηκε ως τακτικό μέλος στην Ε' Ειδική Επιτροπή και ως αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες Επιτροπές. Στις 16-6-2014 ο ενάγων κατήρτισε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του ως άνω Υπουργείου την με ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση έργου του άρθρου 122 παρ. 5γ του Ν. 4249/2014, διάρκειας έως τις 6- 2-2015, δυνάμενης αυτής να ανανεωθεί, με το ίδιο ως άνω αντικείμενο, ήτοι τη συμμετοχή του ως μέλος στις ως άνω Επιτροπές Προσφυγών, και με τις ίδιες ως άνω αρμοδιότητες.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω σύμβασης, η αμοιβή του ενάγοντος, η οποία όπως ρητά αναφέρεται βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ελληνικής Αστυνομίας, συμφωνήθηκε στο ποσό των 17.370,00 ευρώ, καταβαλλόμενης αυτής σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250,00 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ 23% και η οποία, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις:

α) σε ποσοστό 6,5% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ. (Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. 2,72% και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96%), β) σε ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και γ) σε ποσοστό 20% επί των τελών για Ο.Γ.Α., περιλαμβάνει, δε, αυτή (αμοιβή) παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των κρατήσεων και του ΦΠΑ, όπως, δε, συμφωνήθηκε θα καταβάλλεται εντός των δέκα (10) πρώτων εργασίμων ημερών έκαστου μήνα, κατόπιν προηγούμενης προσκόμισης από τον ενάγοντα ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, καθώς και έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Με την υπ' αριθ. 4892/1/37-ξβ' από 9-7-2013 Κ.Υ.Α. του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και Υπουργού Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ο ενάγων ορίστηκε ως τακτικό μέλος στην ΙΓ' Ειδική Επιτροπή και ως αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες Επιτροπές. Εξάλλου, την 1- 5-2015 ο ενάγων κατήρτισε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (στο οποίο απορροφήθηκε το τέως Υπουργείο Δημοσίας Τάξης) την με ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση έργου του άρθρου 122 παρ. 5γ του Ν. 4249/2014, διάρκειας έως τις 31-8-2015, δυνάμενης αυτής να ανανεωθεί, με το ίδιο ως άνω αντικείμενο, και με τους ειδικότερους στην εν λόγω σύμβαση όρους.

Σύμφωνα με το άρθρο 13, η αμοιβή του ενάγοντος, η οποία όπως ρητά αναφέρεται βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ελληνικής Αστυνομίας, συμφωνήθηκε στο ποσό των 9.000,00 ευρώ, καταβαλλόμενης αυτής σε ισόποσες δόσεις των 2.250,00 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ 23% και η οποία, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις:

α) σε ποσοστό 5,54% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΑ.ΑΣ. (Μ.Τ.Σ. 2,72% και Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. 2,72%), β) σε ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και γ) σε ποσοστό 20% επί των τελών για Ο.Γ.Α., περιλαμβάνει, δε, αυτή (αμοιβή) παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των κρατήσεων και του ΦΠΑ, όπως, δε, συμφωνήθηκε θα καταβάλλεται αυτή μηνιαίως μέσω Ενιαίας Αρχής Πληρωμών από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού ελέγχου στους χρόνους που προβλέπονται για τις αποζημιώσεις του Δημοσίου, κατόπιν προηγούμενης προσκόμισης από τον ενάγοντα ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, καθώς και έκδοσης απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Με την υπ' αριθ. ΓΔΟΕΣ/1/2/37 από 28-4-2015 Κ.Υ.Α. των Αναπληρωτών Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ο ενάγων ορίστηκε ως τακτικό μέλος στην Ε' Ειδική Επιτροπή και ως αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες Επιτροπές. Η προαναφερόμενη από 1-5-2015 σύμβαση τροποποιήθηκε εγγράφως αρχικά την 1-9-2015 και κατόπιν την 18-11-2015, ως προς τη διάρκεια της και ως προς την αμοιβή του ενάγοντος, παραταθείσας της διάρκειας αυτής αρχικά έως τις 17-11-2015 και ακολούθως έως τις 31-12-2015 αντίστοιχα, δυνάμενης αυτής να ανανεωθεί, της αμοιβής του ενάγοντος καθορισθείσας στο ποσό των 5.800,00 ευρώ για το διάστημα από 1-9-2015 έως 17-11-2015 και στο ποσό των 3.240,00 ευρώ για το διάστημα από 18-11-2015 έως 31-12-2015, καταβαλλόμενης αυτής σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250,00 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ 23%.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι καθ' όλα τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα που διήρκησαν οι ένδικες συμβάσεις, ο ενάγων προσέφερε καθημερινά και υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τις νομικές του υπηρεσίες, όπως αυτές πιο πάνω ειδικότερα αναφέρονται, και συγκεκριμένα συμμετείχε στη διαδικασία ακροάσεως των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο δια της διεξαγωγής προσωπικής συνέντευξης με αυτούς, μελετούσε τους ανατιθέμενους σ' αυτόν φακέλους των προσφευγόντων άσυλο και εξέταζε τις προσφυγές ως προς τη νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα, συμμετείχε στη διάσκεψη, μετά των λοιπών μελών της Επιτροπής, για τη λήψη απόφασης επί των εξεταζόμενων προσφυγών, και ακολούθως προέβαινε στη σύνταξη των σχεδίων των αποφάσεων που εξέδιδε η Επιτροπή και οι οποίες είχαν ανατεθεί σ' αυτόν.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, και λαμβανομένου υπόψη ότι η σύμβαση έργου και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, εάν συναφθούν, αποτελούν, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, και θεωρούνται εξ υπαρχής ως συμβάσεις εμμίσθου δικηγορικής εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο, με σαφήνεια προκύπτει ότι η πραγματική έννομη σχέση που συνέδεε καθόλα τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα τον ενάγοντα δικηγόρο με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, είναι, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως σύμβασης παροχής υπηρεσιών ή ως σύμβασης έργου, αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, απορριπτόμενων έτσι και για το λόγο αυτό όλων των σχετικών περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χαρακτηρισμός της νομικής φύσης μίας συμβατικής σχέσης ανήκει κυριαρχικά στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις "απόψεις" και τις "συμφωνίες" των συμβαλλόμενων για το ίδιο θέμα. Το Πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο που στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και έκρινε ότι η σύμβαση που συνδέει τον ενάγοντα με το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, είναι σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις σύμφωνα δε και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Πρέπει, συνεπώς να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου με τους οποίους ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων ήταν απλώς νομικές και όχι καθαρώς δικηγορικές και δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εμμίσθου εντολής, η οποία αφορά σε υπηρεσίες που είναι αποκλειστικά έργο του δικηγόρου και επιπλέον αν επρόκειτο περί εμμίσθου εντολής αυτή θα ήταν άκυρη, διότι δεν προσελήφθη ο ενάγων με τη διαδικασία προσλήψεως εμμίσθων δικηγόρων στο Δημόσιο και ΝΠΔΔ, όπως ορίζεται στο ΚωδΔικ....".

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 6.523,20 ευρώ για αμοιβές για τα κενά, μεταξύ των συναφθεισών συμβάσεων, χρονικά διαστήματα από 14.6.2014 έως 15.6.2014 και από 7.2.2015 έως 30.4.2015, το ποσό των 3.306,57 ευρώ που είχε παρακρατηθεί από τις αμοιβές του ενάγοντος για κρατήσεις υπέρ τρίτων, το ποσό των 4.320 ευρώ για αποδοχές αδείας, το ποσό των 7.170,2 ευρώ που αντιστοιχούσε στα ποσά που ο ενάγων κατέβαλε στα ασφαλιστικά του ταμεία (ΤΝ, ΤΕΑΔ, ΤΥΠΔΑ) κατά το μέρος (2/3) που βάρυναν τον εντολέα και συνολικά το ποσό των 21.319,89 ευρώ και β) απέρριψε ως μη νόμιμα τα αγωγικά αιτήματα επιδίκασης εορτών και αδείας, και κατόπιν τούτων επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και την αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά τους βάσιμους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή συνίσταται στο ότι α) οι ανωτέρω υπηρεσίες του αναιρεσείοντος δικηγόρου, μολονότι προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και της πρακτικής του δικαίου, δεν συνιστούν ούτε έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του αντισυμβαλλόμενου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του τελευταίου, αλλά ούτε και παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους.

Η προεκτεθείσα απασχόλησή του, η οποία δεν απαγορεύεται από τον νόμο, μπορεί να εκτελεσθεί και από νομικό που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, στηρίζει δε αξίωση για λήψη αμοιβής κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΑΚ 648 επ.), σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικηγόρων και β) αν και δέχθηκε το Εφετείο, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών του παραδοχών προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος είχε προσληφθεί χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 11 του ν. 1649/1986 αλλά και στο άρθρο 43 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν. 4194/2013) για να προσφέρει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νομικές υπηρεσίες, απασχολούμενος ως μέλος Επιτροπής Προσφυγών, απέρριψε χωρίς αιτιολογία το δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου με τον οποίο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είχε τηρηθεί για την πρόσληψη η καθοριζόμενη από την ως άνω διάταξη διαδικασία πρόσληψης δικηγόρου.

Όπως, δε, προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία στα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα γίνεται με επιλογή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ύστερα από προκήρυξη, με εξαίρεση μόνο την πρόσληψη προσώπου που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος του οικείου νομικού προσώπου, εξαιρέσεις που δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση.

Ως εκ τούτου, η πρόσληψη του ενάγοντος, ως επιστημονικό προσωπικό στην Επιτροπή Προσφυγών δεν αφορούσε σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 38, 39, 41, 42, 63 παρ.3-4-5 και 166 του ν.δ. 3026/1954, των άρθρων 8, 36, 42 περ.α, 44, 46 του ν. 4194/2013 και ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 και του άρθρου 43 του ν. 4194/2013 είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ