Legislator Case Law & Legislation
1051/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding payment order annulment and admissibility of ancillary claims.

Case Number 1051/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim. The appellant argued that the lower court erred in considering an ancillary claim for the annulment of a payment order based on abuse of right, which the court held was not a valid basis for the appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested judgment rejected the claim as unlawful without examining its merits, rendering the specific ground for annulment inapplicable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 632(1), 633(2), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The annulment ground regarding the examination of an ancillary claim is inadmissible when the lower court rejects the main claim as unlawful without examining its substance.

Keywords

AI generated
payment order annulment abuse of right claim inadmissible appeal procedural error ancillary claim rejection

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 632(1) and 633(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1051 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1051/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκε η 19/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1968/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1968/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ.2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το κύρος μιας διαταγής πληρωμής δεν αποτελεί έννομη σχέση και, ως εκ τούτου, δεν καθίσταται αντικείμενο αναγνωρίσεως με αγωγή εκ του άρθρου 70 ΚΠολΔ, αλλά απαγγέλλεται από το δικαστήριο μετά την άσκηση και ευδοκίμηση της ανακοπής που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις. Εφόσον, όμως, ο οφειλέτης αμφισβητεί την υπόσταση της απαιτήσεως που διατάσσεται να ικανοποιήσει, μπορεί, αντί ανακοπής, να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της απαιτήσεως με την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, η οποία, από μόνη της, δεν επιφέρει ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 788/1999). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, λόγω καταχρηστικότητάς της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ως προς την επικουρική βάση αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε τα εξής: "Η εναγομένη καταχρηστικώς προέβη στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, διατάσσοντάς με στην καταβολή του ποσού των 73.365,57 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, διότι αφότου περιήλθε σε γνώση της το γεγονός της αποχώρησής μου και η δήλωσή μου για καταγγελία της σύμβασης εγγύησης, αλλά και ο μηδενισμός του καταλοίπου της σύμβασης, όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, κλείνοντας οριστικά την σύμβαση, συνάπτοντας νέα, αναζητώντας καινούργιο εγγυητή και πρόσθετες εξασφαλίσεις.

Αντίθετα επέλεξε το δρόμο της καταχρηστικότητας και της παρανομίας, αγνοώντας την διαμορφωθείσα νέα πραγματική κατάσταση". Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης, δηλαδή η έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το κύρος της διαταγής πληρωμής δεν αποτελεί έννομη σχέση και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, η ακυρότητα δε αυτής προβάλλεται μόνο με λόγους ανακοπής των άρθρων 632,633 ΚΠολΔ και απαγγέλλεται από το δικαστήριο εφόσον ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί.

Εν προκειμένω, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι το κύρος της διαταγής πληρωμής, κατ' αντίθεση προς το υποστατό της απαιτήσεως που επιδικάζει, προσβάλλεται αποκλειστικά και μόνο με τις ανακοπές που χορηγούν τα άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ και δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς αναγνωρίσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές ευθέως. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).

Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 294/1981).

Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997) ή όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999).

Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1326/2011 ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ'εκτίμηση, από τον αριθμό 8 ( και όχι από τους αριθμ. 1και 9) του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της αγωγής, με την οποία φέρεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας της διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικότητας αυτής.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει σαφώς ότι αυτή στηρίζεται στο ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της, δηλ. την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής και για το λόγο αυτό ζητά να αναγνωρισθεί η καταχρηστική άσκηση αυτού του δικαιώματος, της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ενάγων, με την επικουρική βάση της αγωγής του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί ακύρως λόγω καταχρηστικότητάς της και την απέρριψε ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ως άνω δε αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ369/2011, ΑΠ 701/2011). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής, τη στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας σχετικής με την περί του νόμω βασίμου της αγωγής κρίση του Εφετείου, το οποίο την απέρριψε ως μη νόμιμη, χωρίς να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως, για την οποία (κρίση) δεν παρέχεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 αναιρετικός λόγος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ.1, 191 αρθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.1968/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ