Legislator Case Law & Legislation
1051/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for death compensation in traffic accident case.

Case Number 1051/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding €75,000 in damages for a traffic fatality. The court found the appellate court did not violate the principle of proportionality when setting the compensation amount for the deceased's relatives. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that the appellate court did not violate the principle of proportionality or exceed the limits of its discretionary power when awarding damages for mental suffering following a traffic fatality, provided the amount aligns with common practice and established criteria.

Keywords

AI generated
traffic accident liability mental suffering damages principle of proportionality discretionary power limits insurance company appeal civil compensation discretionary power

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1051 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1051/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και το δ.τ. "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Ν. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. χας Γ. Ξ., 2) Ο. Ξ. χας Ν. Ξ., 3) Ν. Ξ. του Γ., 4) Ν. Ξ. του Γ. και 5) Ε. Ξ. του Ν., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασπασία Αποστόλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1511/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5047/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 13-12-2019 και κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 11970 /ΕΑΚ 1189 / 16-12-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 5047/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 περ. 6 ΚΠολΔ.), κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι τώρα αναιρεσίβλητοι 1) Ε. Μ., 2) Ο. Ξ., 3) Ν. Ξ., 4) Ν. Ξ., 5)Ε. Ξ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-4-2016 και με αρ.

κατάθ. 19394/764/ 16-5-2016 αγωγή τους κατά των εναγομένων (τώρα αναιρεσειόντων) 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε. και με τον δ.τ. "ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΜΙΝΕΤΤΑ" και 2) Α. Ν., στην οποία εξέθεταν ότι στον αναφερόμενο στην αγωγή τόπο και χρόνο και υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια περί την οδήγηση) του δεύτερου εναγόμενου (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος), οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην πρώτη εναγομένη (τώρα πρώτη αναιρεσείουσα) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίστηκε θανάσιμα ο σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, γιός της δεύτερης των εναγόντων, πατέρας της τρίτης και του τέταρτου των εναγόντων και αδελφός της πέμπτης τούτων Γ.

Ξ. του Ν.., οδηγός της υπ' αρ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοποδήλατου. Ζητούσαν δε, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλλουν σε έκαστο από τους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω, αντιστοίχως, συζύγου, γιού, πατέρα και αδελφού τους και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν σε έκαστο από τους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως, επί πλέον των ως άνω καταψηφιστικά αιτούμενων ποσών, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 1511/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αυτοκινήτων) , με την οποία, κατά τα στην εν λόγω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 11-4-2016 και με αρ. κατάθ. 19394/764/ 16-5-2016 αγωγή των τώρα αναιρεσιβλήτων.

Κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 1511/2016 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι ενάγοντες (τώρα αναιρεσίβλητοι) άσκησαν την από 9.12.2016 και με ΓΑΚ 509356/ΕΑΚ 5664/2016 έφεσή τους κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων). Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5047/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 9.12.2016 και με ΓΑΚ 509356/ΕΑΚ 5664/2016 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων -ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ` αριθμ. 1511/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της από 11-4-2016 και με αρ.

κατάθ. 19394/764/ 16-5-2016 αγωγής των τώρα αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτή αναλυτικά οριζόμενα και α) υποχρέωσε τους εναγομένους της ως άνω αγωγής (τώρα αναιρεσείοντες) να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος σε καθένα από τους ενάγοντες της ως άνω αγωγής τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, β) αναγνώρισε δε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν σε έκαστο από τους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως, επί πλέον των καταψηφιστικά επιδικασθέντων ποσών, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας (το παράνομο της πράξης ή παράλειψης του οδηγού) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας (βλ.

ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019) .

Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις .

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019 , ΑΠ 270/2018].

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018]. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) <<1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, τα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια, ως οι τυφλοί, που χρησιμοποιούν λευκή ράβδο και οι υπερήλικες και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο ή ανησυχία στους λοιπούς χρήστες των οδών ή τους κατοικούντες πλησίον αυτών.>>.

Επίσης κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 19 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) <<1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατά από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.>>. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ( Ν. 2696/1999 ) << 1. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα.>>, κατά δε την παρ. 2 περ.

ε του ίδιου ως άνω άρθρου 20 << 2. Εκτός κατοικημένων περιοχών ορίζεται ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για:......... ε) Τις δίκυκλες μοτοσυκλέτες πάνω από 100 κυβικά εκατοστά σε 90 χιλιόμετρα την ώρα στους αυτοκινητόδρομους και οδούς ταχείας κυκλοφορίας και 80 χιλιόμετρα την ώρα στο άλλο οδικό δίκτυο, τις λοιπές δίκυκλες σε 70 χιλιόμετρα την ώρα και τις τρίκυκλες μοτοσυκλέτες σε 60 χιλιόμετρα την ώρα.".

Τέλος κατά τις διατάξεις των παρ. 1 , 2 και 3 του άρθρου 21 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, π.χ. για να εξέλθει από τη σειρά οχημάτων που σταθμεύουν σ` αυτή, να μετακινηθεί προς τα δεξιά ή αριστερά του οδοστρώματος, για ν` αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό ή παρόδιο χώρο, να πραγματοποιήσει αναστροφή ή να κινηθεί προς τα πίσω, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ή ελιγμό για στάθμευση ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) `Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού.

β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού. γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης. 3. Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης, επιβάλλεται να συνεχίζεται σ` όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός.". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020 ,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020 ,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟΛ.

Α.Π. 2/2019 , βλ. και ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 549/2020) .

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 5047/2019 οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της αποκλειστικής υπαιτιότητας του δεύτερου εναγόμενου (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος), οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην πρώτη εναγομένη (τώρα πρώτη αναιρεσείουσα) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, αφετέρου έλλειψης υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα του θανασίμως τραυματισθέντος κατ' αυτό, οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., που ήταν εν ζωή σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, γιός της δεύτερης εξ αυτών, πατέρας της τρίτης και του τέταρτου τούτων και αδελφός της πέμπτης των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων και της πρόκλησης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Την 19η Νοεμβρίου 2015 και περί ώρα 18:00 περίπου, ο Γ.

Ξ. του Ν., σύζυγος της πρώτης, υιός της δευτέρας, πατέρας της τρίτης και του τετάρτου (εναγόντων] και αδελφός της πέμπτης των εναγόντων, οδηγώνταις την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …. δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο στην πρώτη από δεξιά λωρίδα της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.), με κατεύθυνση προς Λαμία.

Στο σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα (όταν ο ανωτέρω δικυκλιστής πλησίαζε προς την έξοδο για Κηφισιά, όπου βρίσκεται η οδός Ιλισίων) η Νέα Εθνική Οδός Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μία λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Α. Ε.Α.). Τα (συνολικό) πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 11,70 μέτρα (πλέον 2,90 Μέτρα η λωρίδα εκτάκτου ανάγκης - Λ.Ε.Α.), η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία παρουσιάζει δε ανωφέρεια με μικρή κλίση ενώ το ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας προσδιορίζεται με σχετική ρυθμιστική πινακίδα σε 80Χλμ/ωριαίως.

Ως προς τις καιρικές συνθήκες, ήταν νύχτα (ο τεχνητός φωτισμός χαρακτηρίζεται ως "επαρκής"] και επικρατούσε καλοκαιρία ενώ η κατάσταση του οδοστρώματος χαρακτηρίζεται ως "ξηρά". Η κίνηση των οχημάτων εκτιμάται ως αυξημένη ("μεγάλη") (βλ. σχετικές καταγραφές στις οικείες στήλες της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή).

Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …. Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δευτέρα εναγόμενη - ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο ομοίως επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) αλλά στη δευτέρα από τα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προπορευόμενος του οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας.

Στο ύψος της χιλιομετρικής θέσεως 20 + 200 της προαναφερομένης οδού, όταν ο πρώτος εναγόμενος είχε πλησιάσει την έξοδο για Κηφισιά, έχοντας την πρόθεση, στρίβοντας δεξιά, να εξέλθει της εθνικής οδού, επεχείρησε, πραγματοποιώντας προς τα δεξιά ελιγμό, να εισέλθει εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των παραπλεύρως αυτού κινουμένων οχημάτων.

Αποτέλεσμα της ενεργείας του αυτής ήταν ο (αιφνιδιασθείς) δικυκλιστής να τροχοπεδήσει απότομα (ανευρέθησαν ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 4,5 μέτρων - βλ. σχετική καταγραφή στην οικεία στήλη της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή) και κατά την ενέργειά του αυτή να απωλέσει τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, η οποία ανετράπη (με την αριστερή πλευρά της - βλ.

έκθεση αυτοψίας) και αφού εσύρθη επί του οδοστρώματος (ανευρέθησαν χαραγές επί του οδοστρώματος, μήκους 1,4 και 3,6 μέτρων - βλ. το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή) επέπεσε εν τέλει (συρόμενη) με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα της επί του οπισθίου δεξιού τμήματος του (μη εισέτι) ευθυγραμμισθέντος εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε.

αυτοκινήτου (ταξί) (ανευρέθησαν αποξέσεις επί του μεσαίου και αριστερού τμήματος και στρέβλωση προς τα έσω επί του δεξιού τμήματος) ο δε δικυκλιστής "ενσφηνώθηκε" κάτω από τον οπίσθιο προφυλακτήρα του ως άνω οχήματος προσκρούοντας στην εξάτμιση (η οποία βρίσκεται επί της δεξιάς πλευράς του οχήματος - βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τούτο ατύχημα (συνεπεία του οποίου απώλεσε τη ζωή του ο οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ., όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω, οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ΔΧ.Ε.

αυτοκινήτου (ταξί), καθόσον δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική (άρθρα 330 εδ. β', 914 Α.Κ -Α.Π. 789/2010, Α.Π. 635/2007, Εφ.Δυτ.Μακ. 44/2015 Αρμ. 2016.612) και συγκεκριμένα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς επιπλέον δε προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ) ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.....Περαιτέρω, μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων οδηγήσεως εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια καθόσον αν ο ως άνω οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει ως άνω περιστάσεων και τηρούσε τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.

Ο. Κ.) το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εν σχέση προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ιδίως δε την ποινική δικογραφία που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζονται οι πορείες των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, οι τελικές τους θέσεις και τα λοιπά ευρήματα, χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, κατά τον οποίο η ευθύνη για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος βαρύνει αποκλειστικώς τον οδηγό της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει και λόγω του ότι δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα, για άγνωστο [αδιευκρίνιστο λόγο - προφανώς κατά τη διαδικασία ελιγμού και "σφήνας"] απώλεσε τον έλεγχο της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, ανετράπη επί του οδοστρώματος και επέπεσε συρόμενη επί του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε.

αυτοκινήτου (ταξί), ο οδηγός του οποίου (ευρισκόμενος ήδη εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας) ουδεμία αλλαγή κατευθύνσεως επεχείρησε, καίτοι ορισμένος και νόμιμος (άρθρα 216, 262 Κ.Πολ.Δ και 5 Ν. ΓπΝ/1911) δεν κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα ναι μεν υπέρ της υπό των εναγομένων εκδοχής ως προς τις συνθήκες επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος συνηγορούν τόσο τα όσα απολογούμενος καταθέτει ο πρώτος εναγόμενος (βλ.

την από 19.11.2015 έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου) όσο και η κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος Γ. Λ. - επιβαίνοντος στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) (βλ. την από 19.11.2015 έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος, όπου αναφέρει ότι "κινούμασταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ....όταν ξαφνικά ακούσαμε ένα δυνατό θόρυβο") πλην όμως η υπό των εναγομένων εκδοχή διαψεύδεται από τις ληφθείσες αμέσως μετά το χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα φωτογραφίες.

Στις ανωτέρω φωτογραφίες (ληφθείσες από κάμερα διαχειρίσεως της κυκλοφορίας - Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών - Τμήμα Οπτικοακουστικού Υλικού, Φωτογραφίας και Μεθοδικοτήτων - Εργαστήριο Εξέτασης Βίντεο και Εικόνας), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, εμφαίνεται σαφώς ότι το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε.

αυτοκίνητο (ταξί) ακόμη και μετά το ένδικο ατύχημα (και παρ' όλον ότι κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, αμέσως μετά τη σύγκρουση των οχημάτων διέσχισε περίπου τρία (3) μέτρα, πριν ακινητοποιηθεί) εντούτοις δεν έχει εισέτι ευθυγραμμισθεί εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας του προς Λαμία ρεύματος κυκλοφορίας Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) (το ένδικο ατύχημα συνέβη την 19η Νοεμβρίου 2015 και περί ώρα 18.00', κατά την έκθεση αυτοψίας η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή προσήλθε στον τόπο του ατυχήματος πέντε (5) λεπτά αργότερα και οι φωτογραφίες φέρονται ληφθείσες μεταξύ ώρας 18.09'- 18.10' της ιδίας ημέρας).

Από τις ανωτέρω φωτογραφίες, στις οποίες το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα, προκύπτει ότι το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), και μετά το ένδικο ατύχημα, δεν έχει εισέτι ευθυγραμμισθεί (η θέση του είναι ελαφρώς διαγωνίως προς τα δεξιά), αποδεικνυομένου του γεγονότος ότι δεν είχε ολοκληρωθεί πλήρως ο προς τα δεξιά επιχειρηθείς ελιγμός και διαψεύδοντας έτσι τους ισχυρισμούς των εναγομένων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Η κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, η οποία ενισχύεται από την κατάθεση του επιμέλεια των εναγόντων εξετασθέντος μάρτυρα, για την αξιοπιστία του οποίου (καίτοι το ονοματεπώνυμό του δεν έχει καταχωρηθεί στην οικεία στήλη της εκθέσεως αυτοψίας του) το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει (παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των εναγομένων) δεν αναιρείται απ' όσα περί του αντιθέτου (γενικόλογα και υιοθετώντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων) αναφέρει ο Π.

Κ. στην από 20.9.2016 "τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης" που συνέταξε κατ' εντολή της δευτέρας εναγομένης. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (π.χ.

καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου ή αυξημένη ταχύτητα του τελευταίου, η οποία πιθανόν θα θεμελίωνε συντρέχουσα αμέλειά του....καθόσον οδηγούσε συννόμως το όχημά του (ήτοι εντός του ρεύματος πορείας του και με ταχύτητα, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν προέκυψε όχι υπερέβαινε την ανωτάτη επιτρεπομένη των ογδόντα (80) χιλιομέτρων ωριαίως, στο σημείο του ατυχήματος), ελλείψει δε χρόνου και ικανής αποστάσεως, δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος (παρά την πέδηση που επεχείρησε δεν κατέστη εφικτό να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα).

Και ναι μεν είναι αληθές ότι, λόγω της αυξημένης κινήσεως των οχημάτων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο πρώτος εναγόμενος επεχείρησε να εισέλθει εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας του προς Λαμία ρεύματος κυκλοφορίας Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) "προοδευτικώς" (εξ ου και η κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος Γ.

Λ. - επιβαίνοντος στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) περί του ότι "κινούμασταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας" - βλ. την προαναφερομένη από 19.11.2015 έκθεση ενόρκου εξετάσεως μάρτυρος) πλην όμως και πάλι τo γεγονός αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη του ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον ελλείψει χρόνου και ικανής αποστάσεως και πάλι δεν ήταν εφικτή η εκ μέρους του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος (καθόσον ο τελευταίος παρά την τροχοπέδηση που επεχείρησε εν τέλει δεν απεφεύχθη η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος) λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι όπως προκύπτει δι' απλού μαθηματικού υπολογισμού, όχημα κινούμενο μετά ταχύτητος 30 έως 50 χιλιομέτρων ωριαίως διανύει απόσταση 8,30 έως 13,90 μέτρων ανά δευτερόλεπτο, το οποίο (δευτερόλεπτο) συνιστά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) το συνήθη χρόνο αναμενόμενης αντιδράσεως ενός μέσου συνετού οδηγού από τη στιγμή της αντιλήψεως παρεμβολής εμποδίου προ της πορείας αυτού......

Και ναι μεν είναι αληθές ότι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) επιβάλλει στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, να συμπεριφέρονται και πέραν των ελαχίστων ορίων που τίθενται από αυτόν (Κ.Ο.Κ.), όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών πλην όμως ο οδηγός, ο οποίος κινείται κατά τα επιβαλλόμενα στις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999) δικαιούται να εμπιστεύεται ότι και οι λοιποί χρήστες των οδών θα τηρούν τους ίδιους κανόνες και δεν είναι υποχρεωμένος ανά πάσα στιγμή να υπολογίζει στο ενδεχόμενο παραβιάσεώς τους εκ μέρους άλλου κυκλοφορούντος "πολύ δε περισσότερον εις συμπεριφοράν κειμένην πέραν πάσης εμπειρικής προγνώσεως".....άλλως θα απαιτείτο να λαμβάνονται κατά το δοκούν πρόσθετα μέτρα επιμελείας, με βάση υποκειμενικά κριτήρια, χωρίς σχετική νομοθετική πρόβλεψη, γεγονός που θα δημιουργούσε νέα πηγή κινδύνου (αρχή της εμπιστοσύνης......

Έτσι εν προκειμένω, ενόψει των προαναφερθεισών συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ο οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, όπως προανεφέρθη, εκινείτο συννόμως, ήτοι εντός του ρεύματος πορείας του και με ταχύτητα, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν προέκυψε ότι ήταν ανωτέρα της ανωτάτης επιτρεπομένης [η ως πραγματογνώμων διορισθείσα από το Β' Τμήμα Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Αττικής, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…/…-…/….11.2015 εγγράφου, στην υπ' αριθμόν …/…/….12.2015 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης" εκτιμά "ότι η ταχύτητα των υπόψη οχημάτων, κατά τη στιγμή του δυστυχήματος, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερη των τριάντα χιλιομέτρων την ώρα (30 χλμ/ώρα)" - βλ.

σελ. 32) - η παραδοχή του Π. Κ. στην προαναφερομένη από 20.9.2016 "τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης", περί του ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο δικυκλιστής ανερχόταν σε τουλάχιστον 75 χλμ. ωριαίως παρίσταται αυθαίρετη, διαψεύδεται από τα αντικειμενικά ευρήματα (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε.

αυτοκινήτου (ταξί) - αν ήταν αληθής ο εν λόγω ισχυρισμός τότε το ως άνω όχημα συνεπεία της επ' αυτού προσκρούσεως της δίκυκλης μοτοσικλέτας θα είχε υποστεί μεγαλυτέρας εκτάσεως φθορές και ζημίες - και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αρκούντως πειστική) δεν ηδύνατο να πράξει τι (πέραν εκείνου που έπραξε, ήτοι άμεση τροχοπέδηση του οχήματός του) προς αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος.

Επομένως, η νομίμως προταθείσα και καταχωρηθείσα (Α.Π. 1162/2017, Α.Π. 1159/2017, Α.Π. 1099/2017, Α.Π. 611/2016, Α.Π. 206/2016, Α.Π. 127/2016, AΠ 1179/2015, AΠ 243/2015, ΑΠ. 98/2015, ΑΠ 156/2014, Α.Π. 175/2009, Α.Π. 112/2003), έστω και συνεπτυγμένως (Ολομ. Α.Π. 2/2005 ΕλλΔνη 2005.689), στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ένσταση περί συνδρομής συντρεχούσης αμελείας του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ….

δίκυκλης μοτοσικλέτας εν σχέσει προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που προεβλήθη κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τους επιφορτισμένους με το οικείο βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εναγομένους (άρθρα 216, 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 5, 6 Ν. ΓπΝ/1911 και 300 παρ. 2 Α.Κ.) τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Σημειωτέον ότι όταν, όπως εν προκειμένω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δυνάμει της εκκαλουμένης απόφασεώς του απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ενστάσεως και την απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο της μεταβιβάζονται με την άσκηση της εφέσεως στο εφετείο αδιαιρέτως και ως σύνολο, τόσο ως προς την αγωγή όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 747/2017, Α.Π. 431/2016, Α.Π. 279/2015, Α.Π. 682/1014, Α.Π. 1710/2012).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε (αποκλειστική) υπαιτιότητα του Γ. Ξ. - οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, εσφαλμένως το αποδεικτικό υλικό εξετίμησε και συνακόλουθα, ο πρώτος (ουσιαστικώς μοναδικός) λόγος της ενδίκου εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (και ως προς την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, αφού μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως τα δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν ενιαίως για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 7 Ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατ' άρθρο 15 Ν. 2943/2001).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο Α. Ν., δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην πρώτη εναγομένη (τώρα πρώτη αναιρεσείουσα) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, και ότι ουδεμία υπαιτιότητα δύναται να αποδοθεί στον θανασίμως τραυματισθέντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγό της υπ'αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., που ήταν εν ζωή σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, γιός της δεύτερης εξ αυτών, πατέρας της τρίτης και του τέταρτου τούτων και αδελφός της πέμπτης των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), έκρινε ότι συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τόσον ο (αρνητικός της ένδικης αγωγής) ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα του οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., όσον και η ένσταση των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) περί συνυπαιτιότητας εν σχέσει με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω με αρ.

κατάθ. 19394/764/ 16-5-2016 αγωγή έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση διακράτησε και δίκασε την ως άνω με αρ. κατάθ. 19394/764/ 16-5-2016 αγωγή των τώρα αναιρεσιβλήτων, και με τις προαναφερθείσες σκέψεις δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη την ως άνω αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους της ως άνω αγωγής (τώρα αναιρεσείοντες) να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος σε καθένα από τους ενάγοντες της ως άνω αγωγής (τώρα αναιρεσιβλήτους) τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν σε έκαστο από τους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως, επί πλέον των καταψηφιστικά επιδικασθέντων ποσών, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ.

β και 914 επ. Α.Κ., σε συνδυασμό με τους κανόνες των άρθρων 12 παρ, 1 , 19 παρ, 1 και 2, 20 παρ.1, 21 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ, ότι είχε ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την υπαίτια συμπεριφορά των προαναφερθέντων οδηγών, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα, η δε απόφαση να στερείται από τη νόμιμη βάση και ειδικότερα ότι:

α) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν αναφέρει και δεν εξειδικεύει σε πόση απόσταση προπορευόταν το όχημα του δεύτερου αναιρεσείοντος, από το όχημα του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα οδηγού της υπ' αρ. κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., δεν προσδιορίζει δηλαδή πόση απόσταση χώριζε τα δύο οχήματα κατά την αρχική πορεία τους, β) δεν προσδιορίζει επίσης σε πόση απόσταση ακολουθούσε η ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά τον χρόνο που ο δεύτερος αναιρεσείων άρχισε να πραγματοποιεί ελιγμό προς τα δεξιά για να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ούτε αναφέρει πόσος χρόνος μεσολάβησε από την στιγμή που ο οδηγός της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί τον προς τα δεξιά ελιγμό του ταξί που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσείων μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης, ώστε να κριθεί αν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η σύγκρουση, και να κριθεί η δυνατότητα αντίληψης και αντίδρασης του οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αποφυγής της σύγκρουσης, γ) δεν προσδιορίζει επίσης τον ακριβή χρόνο που μεσολάβησε και την ακριβή απόσταση ώστε να κριθεί εάν ήταν δυνατή η ακινητοποίηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας με τροχοπέδηση και εάν θα μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση με άλλη ενέργεια (ελιγμό αποφυγής) και ποια, δ) η παραδοχή της προσβαλλόμενης " ως προς τα καθοριστικά ζητήματα του χρόνου και της απόστασης που μεσολάβησαν από τότε που ο οδηγός της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε την διενέργεια του δεξιού ελιγμού που διενήργησε ο δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος αναιρεσείων μέχρι την σύγκρουση περιέχει ενδοιαστική διατύπωση και αιτιολογία και συγκεκριμένα αναγράφεται σε αυτήν "ελλείψει χρόνου και ικανής αποστάσεως", με αποτέλεσμα το πόρισμα της προσβαλλόμενης να είναι αμφίβολο, ε) ενώ διαλαμβάνει ότι η Ν.Ε.Ο.

Αθηνών - Λαμίας είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μία λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Λ.Ε.Α.) και με συνολικό πλάτος 11,70 μέτρα (πλέον 2,90 μ. η Λ.Ε.Α.) δεν περιγράφει πόσο πλάτος είχε κάθε μια από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, σε ποιο ακριβώς σημείο της κατεύθυνσης προς Λαμία και σε ποια συγκεκριμένη λωρίδα έγινε το ατύχημα, για να κριθεί εάν θα μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση με τυχόν ελιγμό αποφυγής και σε ποιο σημείο, δεν διευκρινίζει εάν υπήρχε η δυνατότητα να διενεργήσει ο οδηγός της υπ'αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό εν όψει των επικρατουσών συνθηκών, ζ) δεν διευκρινίζει εάν ο δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος αναιρεσείων οδηγός του υπ' αρ. κυκλοφ. … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) γνωστοποίησε σε αυτούς που τον ακολουθούσαν την πρόθεσή του να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Λαμία ρεύματος κυκλοφορίας με τον δεξιό δείκτη πορείας του και εάν αντιλήφθηκε την κίνηση της υπ' αρ.

κυκλοφορίας …δίκυκλης μοτοσικλέτας και σε πόση απόσταση, η) δεν αναφέρει τα επακριβέστερα σημεία των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων που επλήγησαν και δεν εξηγεί πως είναι δυνατόν το υπ' αρ. κυκλοφ. .. Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) να μην είχε ευθυγραμμιστεί, δηλαδή να έχει εκτεθειμένο το δεξιό τμήμα του, αφού διενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά και να έχει κτυπηθεί στο οπίσθιο μέρος και όχι πλάγια, θ) απορρίπτει τον περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσειόντων χωρίς να εξειδικεύει εάν το υπ' αρ. κυκλοφ. … Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) ωθήθηκε από την σύγκρουση και εάν εξαιτίας αυτού, άλλαξε κατεύθυνση, ι) αναφέρει ότι ο οδηγός της υπ'αρ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας οδηγούσε συννόμως και δεν προέκυψε ότι αυτός υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 80 χλμ. / ωριαίως, χωρίς να αναφέρει με ποια ακριβώς ταχύτητα έβαινε και από πού προκύπτει αυτό.

Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον (όπως και ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε) αφενός το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του αναφέρει και εξειδικεύει ότι η κυκλοφορία των οχημάτων προς Λαμία ήταν αυξημένη , παραπέμποντας στις σχετικές καταγραφές της οικείας στήλης της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή και γι αυτό δεν υπήρχε δυνατότητα το ταξί να παρεμβληθεί του μοτοποδηλάτου προ μεγάλης αποστάσεως, ότι το μοτοποδήλατο κινείτο με ταχύτητα 30 χλμ/ωριαίως ή 8,30 μέτρων ανά δευτερόλεπτο, και ως εκ τούτου καθίσταται ευκρινές ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς δεν είχε κανένα χρονικό περιθώριο να αποφύγει το ατύχημα.

Ειδικότερα 1) αναγράφεται στην προσβαλλόμενη ότι το όχημα του δεύτερου αναιρεσείοντος κινείτο στην δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, προπορευόμενο του κινούμενου στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας, ότι όταν το όχημα του δεύτερου αναιρεσείοντος έφθασε στο ύψος της χιλιομετρικής θέσεως 20 + 200 της προαναφερθείσας οδού και ο δεύτερος εναγόμενος είχε πλησιάσει την έξοδο προς Κηφισιά, έχοντας την πρόθεση, στρίβοντας δεξιά, να εξέλθει της Εθνικής οδού , <<επεχείρησε, πραγματοποιώντας προς τα δεξιά ελιγμό, να εισέλθει εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) χωρίς όμως να ελέγξει την κίνηση των παραπλεύρως αυτού κινούμενων οχημάτων.>> και ότι αποτέλεσμα της ενεργείας του αυτής ήταν <<ο (αιφνιδιασθείς) δικυκλιστής να τροχοπεδήσει απότομα (ανευρέθησαν ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 4,5 μέτρων ....) και κατά την ενέργειά του αυτή να απωλέσει τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, η οποία ανετράπη (με την αριστερή πλευρά της - βλ.

έκθεση αυτοψίας) και αφού εσύρθη επί του οδοστρώματος (ανευρέθησαν χαραγές επί του οδοστρώματος , μήκους 1,4 και 3,6 μέτρων -........) επέπεσε εν τέλει (συρόμενη) με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα της επί του οπισθίου δεξιού τμήματος του (μη εισέτι) ευθυγραμμισθέντος εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) (ανυρέθησαν αποξέσεις επί του μεσαίου και αριστερού τμήματος και στρέβλωση προς τα έσω επί του δεξιού τμήματος) ο δε δικυκλιστής "ενσφηνώθηκε" κάτω από τον οπίσθιο προφυλακτήρα του ως άνω οχήματος προσκρούοντας στην εξάτμιση (η οποία βρίσκεται επί της δεξιάς πλευράς του οχήματος - βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες). ...>>. 2) Επίσης αναγράφεται στην προσβαλλόμενη ότι η Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας <<στο σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα (όταν ο ανωτέρω δικυκλιστής πλησίαζε στην έξοδο για Κηφισιά, όπου βρίσκεται η οδός Ιλισίων)>> είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μία λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Λ.Ε.Α.), ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 11,70 μέτρα (πλέον 2,90 μ.

η Λ.Ε.Α.), άρα η πρώτη δεξιά λωρίδα είχε πλάτος 3,90 μέτρα (11,70 / 3 = 3,9 μέτρα) και ρητώς αναγράφεται στην προσβαλλόμενη ότι το ατύχημα έγινε στην πρώτη δεξιά λωρίδα, << (όταν ο ανωτέρω δικυκλιστής πλησίαζε στην έξοδο για Κηφισιά, όπου βρίσκεται η οδός Ιλισίων)>>, <<στο ύψος της χιλιομετρικής θέσεως 20 + 200 της προαναφερθείσας οδού <<όταν ο πρώτος εναγόμενος είχε πλησιάσει την έξοδο προς Κηφισιά>>, 3) επίσης στην προσβαλλόμενη αναγράφεται ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς κατά το ένδικο ατύχημα οδηγός της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.. αιφνιδιάστηκε από το γεγονός ότι ο (εναγόμενος) οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) <<επεχείρησε, πραγματοποιώντας προς τα δεξιά ελιγμό, να εισέλθει εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) χωρίς όμως να ελέγξει την κίνηση των παραπλεύρως αυτού κινούμενων οχημάτων>>, ώστε, κατ'ακολουθία είναι σαφές ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο (εναγόμενος) οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, 4) στην προσβαλλόμενη προσδιορίζονται με σαφήνεια τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων, και συγκεκριμένα αναγράφεται ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα <<επέπεσε εν τέλει (συρόμενη) με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα της επί του οπισθίου δεξιού τμήματος του (μη εισέτι) ευθυγραμμισθέντος εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) υπ'αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) (ανευρέθησαν αποξέσεις επί του μεσαίου και αριστερού τμήματος και στρέβλωση προς τα έσω επί του δεξιού τμήματος) ο δε δικυκλιστής "ενσφηνώθηκε" κάτω από τον οπίσθιο προφυλακτήρα του ως άνω οχήματος προσκρούοντας στην εξάτμιση (η οποία βρίσκεται επί της δεξιάς πλευράς του οχήματος - βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες). ...>>. , όπως και ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε . 6) στην προσβαλλόμενη προσδιορίζονται με σαφήνεια η μικρή ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (30 χλμ/ωριαίως), 7) ανεξαρτήτως του ότι, λόγω της προαναφερθείσας μικρής ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (30 χλμ/ωριαίως) και του μικρού βάρους του μοτοποδήλατου καθίσταται προφανές ότι το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) δεν ωθήθηκε από την μοτοσυκλέτα και δεν άλλαξε κατεύθυνση, τα ανωτέρω, όπως και το εάν θα ήταν δυνατόν ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά (και δη παρά την αναφερόμενη και από τους αναιρεσείοντες πυκνή κυκλοφορία) είναι επουσιώδη και δεν αποτελούν αναγκαία περιστατικά για το ένδικο ατύχημα, όπως αυτό κατά τα προπεριγραφέντα και γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη συνέβη.>>.

Κατά τα λοιπά οι προαναφερθείσες, περιεχόμενες στον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Συνακόλουθα, κατά τα προεκτεθέντα, α) οι μεν προαναφερόμενες, παραδεκτά προταθείσες, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, επαρκείς, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) περί την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, όσον και ως προς το επίσης ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., οι οποίες (πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν παραπάνω και δη περί την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα, ώστε συνακόλουθα το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, β) οι δε λοιπές αμέσως ανωτέρω αναφερθείσες αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου.

Επομένως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί κατά τα προαναφερόμενα, στο σύνολό του.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη υπ` αριθμ. 5047/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η περιγραφόμενη στην προσβαλλόμενη συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) δεν συνιστά αμέλεια και δεν προσδίδει σε αυτόν υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα, η δε συμπεριφορά του (τώρα δεύτερου αναιρεσείοντος) οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί) δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Εν προκειμένω, από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αποδείχθηκαν, αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της υπ' αρ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Ξ. του Ν.., είναι ο (τώρα δεύτερος αναιρεσείων) οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί), ο οποίος <<επεχείρησε, πραγματοποιώντας προς τα δεξιά ελιγμό, να εισέλθει εντός της δεξιάς λωρίδος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.) χωρίς όμως να ελέγξει την κίνηση των παραπλεύρως αυτού κινούμενων οχημάτων.>>, ο οποίος <<δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική (άρθρα 330 εδ.

β', 914 Α.Κ. ΑΠ 789/2010.......) και συγκεκριμένα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε , ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς επιπλέον δε προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως , όπως όφειλε , κατά τις διατάξεις των άρθρων 21 Ν/ 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος .....................Περαιτέρω μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων οδηγήσεως εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια (πρβλ ΑΠ 1058/2017......), καθόσον αν ο ως άνω οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του , λαμβανομένων υπόψη των εν γένει περιστάσεων (πρβλ ΑΠ 725/2009......) και τηρούσε τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί ....>>.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β και 914 επ. Α.Κ., και των άρθρων 12 παρ, 1, 19 παρ, 1 και 2, 20 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την αμελή συμπεριφορά περί την οδήγηση του (τώρα δεύτερου αναιρεσείοντος) οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ταξί), η οποία, σύμφωνα με όσα δέχτηκε το Εφετείο ότι αποδείχτηκαν κατά την προαναφερθείσα ανέλεγκτη κρίση του, τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την εξ αποκλειστικής υπαιτιότητάς του επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που περιέχονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες και συνακόλουθα ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος .

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΟΛ.Α.Π 10/2017, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 265/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 265/2020, ΑΠ 747/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση αναφορικά με την αγωγική αξίωση των και ήδη αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το άρθρο 932 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Εν προκειμένω, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ο Γ. Ξ., οδηγός της υπ'αρ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, υπέστη "κακώσεις θώρακος και κοιλίας "εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας [........] επήλθε ο θάνατός του (........).

Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο ανωτέρω (Γ. Ξ. του Ν.) διήγε κατά τον χρόνο θανάτου του το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας του (είχε γεννηθεί κατά το έτος 1960 - βλ. σχετικές ......) Συνεπεία του θανάτου του ανωτέρω, οι συγγενείς του - ενάγοντες δοκίμασαν ψυχική οδύνη. Για τον καθορισμό του επιδικαστέου ποσού πρέπει πρωτίστως να ληφθούν υπόψη οι σχέσεις των εναγόντων με τον θανόντα, οι οποίες από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι δεν ήσαν καλές (αντιθέτως προέκυψε ότι διατηρούσαν πολύ καλές - αρμονικές σχέσεις), η ηλικία του θανόντος (όπως προαναφέρθηκε πενήντα πέντε (55) ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του και των δικαιούχων.

Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη: α) του στενού συγγενικού και ψυχικού δεσμού που υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς (ενάγοντες) και το θανόντα, β) της ελλείψεως, βαρυνούσης τον θανόντα, συντρεχούσης αμέλειας (σημειωτέον εν προκειμένω ότι στο συντρέχον πταίσμα του παθόντος αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία, καθόσον συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά στοιχεία για το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί.....), γ) των εν γένει συνθηκών του ατυχήματος και δ) της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών (φυσικών προσώπων.......) (δεν προέκυψε η ακριβής επαγγελματική ενασχόληση του παθόντος - στο προαναφερθέν απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του φέρεται ως "έμπορος" κατά τα προσκομιζόμενα εκ του διαδικτύου δημοσιεύματα φέρεται ως "ραδιοφωνικός παραγωγός", ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει επαγγελματίας αυτοκινητιστής- οδηγός ταξί, χωρίς πάντως να προκύπτει είτε ότι κάποιος εξ αυτών ήταν κάτοχος αξιόλογης περιουσίας είτε ότι αποκέρδαινε ιδιαίτερα εισοδήματα .......

μη λαμβανομένης υπόψη της τοιαύτης της δευτέρας εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική ...... και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής (....), όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθηκαν και λαμβάνονται υπόψη ως προσδιοριστικοί παράγοντες του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως ......δικαιούνται α) η πρώτη ενάγουσα, συζυγος του θανόντος (βλ.

το υπ' αριθμόν πρωτ/λου …/….2.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως που έχει συντάξει ο Δήμαρχος του Δήμου Κηφισιάς Αττικής), ηλικίας, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, πενήντα δυο (52) ετών (καθόσον έχει γεννηθεί κατά το έτος 1963), το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ (μη συνυπολογιζομένου του ποσού των πενήντα (50) ευρώ, κατά το οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη από κάθε ενάγοντα για την ενεργητική της νομιμοποίηση ως πολιτικώς εναγούσης κατά την εναντίον του υπαιτίου οδηγού ποινική δίκη, β) η δευτέρα ενάγουσα, μητέρα του θανόντος (βλ.

την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης - Δ/νση Αστικής & Δημοτικής Κατ/σης _ Τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατ/ σης) ηλικίας, κατά το χρόνο θανάτου του τέκνου της, εβδομήντα οκτώ (78) ετών (καθόσον έχει γεννηθεί κατά το έτος 1937), το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, γ) έκαστος των τρίτης και τετάρτου των εναγόντων, τέκνα του θανόντος (βλ.

την προαναφερόμενη βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης - Δ/νση Αστικής & Δημοτικής Κατ/ σης - Τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατ/σης), ηλικίας, κατά το χρόνο θανάτου του πατρός τους, είκοσι τεσσάρων (24) και δεκαεννέα (19) ετών αντιστοίχως (καθόσον έχουν γεννηθεί κατά τα έτη 1991 και 1996 αντιστοίχως), το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, και δ) η πέμπτη ενάγουσα , αδελφή του θανόντος (βλ.

το υπ' αριθμόν πρωτ/λου …/….3.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως που έχει συντάξει ο Δήμαρχος οτου δήμου Ασπροπύργου Αττικής), ηλικίας, κατά το χρόνο θανάτου του αδελφού της, σαράντα εννέα (49) ετών (καθόσον έχει γεννηθεί κατά το έτος 1966 ), το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ,......................." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, την από 2-8-2016 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη, διακράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή και Α] υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος α) στην πρώτη ενάγουσα 20.000 ευρώ , β) στην δεύτερη ενάγουσα 20.000 ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα 15.000 ευρώ, δ) στον τέταρτο ενάγοντα 15.000 ευρώ, και συνολικά στους ανωτέρω 70.000 ευρώ νομιμοτόκως, Β] αναγνώρισε ότι οι έναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν (επιπλέον) εις ολόκληρον έκαστος α) στην πρώτη ενάγουσα 25.000 ευρώ, β) στην δεύτερη ενάγουσα 5.000 ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα 15.000 ευρώ, δ) στον τέταρτο ενάγοντα 15.000 ευρώ, ε) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ και συνολικά στους ανωτέρω 75.000 ευρώ νομιμοτόκως.

Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσίβλητων, λόγω της ψυχικής οδύνης τους για τον επισυμβάντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τρίτος, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του 932 του ΑΚ, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τον επισυμβάντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, με τις προαναφερθείσες σκέψεις ο προαναφερθείς τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη από 13-12-2019 και κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 11970 /ΕΑΚ 1189 / 16-12-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 908/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 περ. 6 ΚΠολΔ.), κατ' αντιμωλία των διαδίκων πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. του ΚΠολΔ. όπως ισχύει). Τέλος οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 5047/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.,

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ