Legislator Case Law & Legislation
1051/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against contract termination, remanding case for retrial with new judges.

Case Number 1051/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision terminating a construction contract without cause. The appellant argued the lower court erred in calculating damages regarding materials purchased by the contractor, which the respondent admitted were not covered by a subsequent price adjustment. Consequently, the Court found a procedural error in the lower court's reasoning and remanded the case for retrial before different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 694 of the Civil Code; Article 700 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: In a construction contract, the employer may terminate the agreement at any time before completion without cause, but the employer must pay the full agreed price minus any savings or benefits gained by the contractor, and the contractor retains rights accrued prior to termination.

Keywords

AI generated
Construction Contract Termination Employer's Right to Cancel Damages Calculation Error Remand for Retrial Article 700 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 700 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1051 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1051/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ… ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοντούλα. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π… " και διακριτικό τίτλο "… ", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καραμπατάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-4-2011 και 3-9-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και της ήδη αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13019/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-6-2019 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 17-5-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ.429/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-5-2019, λόγω διενεργείας των Ευρωεκλογών και των Αυτοδιοικητικών Εκλογών της 26-5-2019.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Επί συμβάσεως έργου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 762/2006).

Ειδικότερα, με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η εκ μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ' ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του.

Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά. Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση ή ότι η δήλωσή του είχε άλλο περιεχόμενο (λ.χ.

υπαναχώρησης), εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί ή όχι καταγγελία. Η κρίση του όμως που εξήχθη με βάση τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 233/2006).

Η άσκηση από τον εργοδότη της κατ'άρθρο 700 ΑΚ καταγγελίας, δεν λειτουργεί συγχρόνως και ως υπαναχώρηση, κατ' άρθρο 689 του ίδιου Κώδικα, η οποία, σε αντίθεση με την καταγγελία, ενεργεί αναδρομικώς και επιφέρει απόσβεση εξαρχής των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (ΑΠ 1598/2011, ΑΠ 1617/2009). Η άνω διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, γι' αυτό είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης (ΑΠ 358/2014, ΑΠ 1474/2013).

Δηλαδή με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ με την άσκηση αυτού μόνο αν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (λ.χ. υπαίτια παράβαση συγκεκριμένων υποχρεώσεων του εργολάβου, σπουδαίος λόγος) ή να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα της καταγγελίας ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ762/2006,ΑΠ 168/2005).

Κατά τα άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του ΑΚ ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό, για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημιά. Τέλος, κατά το εδ. α' του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 330, 341 παρ.1 και 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωσης της παροχής του συμφωνηθείσας ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Από τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που συντρέξουν οι προϋποθέσεις των πιο πάνω άρθρων, υπάρχει εναντίον του οφειλέτη αγώγιμη αξίωση του δανειστή και κατά τις διακρίσεις των άρθρων αυτών (ΑΠ 1848/2007, ΑΠ 1460/2005).

Οι

ανωτέρω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι έγκυρες αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 1053/2001, ΑΠ 585/1997). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα εξής: "Δυνάμει του από 5.5.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα της από 3.9.2014 ... αγωγής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π… " που εδρεύει στο Η… , ανέλαβε έναντι της εναγομένης, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Λ… " που εδρεύει στη Θ… , την κατασκευή του έργου "Διαρρυθμίσεις ισογείου καταστήματος με πατάρι και υπόγειο και αλλαγή χρήσης του υπογείου από αποθήκη σε χώρο στάθμευσης" στην περιοχή του Π… .

Το ως άνω κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο 1.060 τ.μ . με πατάρι 497,26 τ.μ. και υπόγειο 1.080 τ.μ., η εναγομένη της άνω αγωγής το είχε υπομισθώσει από την εταιρία "Γ… " δυνάμει του από 12.4.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού προκειμένου ... να το χρησιμοποιήσει για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ως μικτό κατάστημα τροφίμων με ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης από 12.4.2010 και με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 25.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και ΦΠΑ.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της άνω σύμβασης η ενάγουσα ανέλαβε να υλοποιήσει τη με αριθμ. …. /…. 2010 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Α…. σύμφωνα με τις εκπονηθείσες μελέτες, τους όρους και τις προδιαγραφές που αναφέρονται στη σύμβαση, ενώ ρητά προβλέφθηκε ότι όλες οι απαιτούμενες εργασίες θα εκτελούνταν με αποκλειστική φροντίδα, επιμέλεια και δαπάνες της εργολάβου.

Η ενάγουσα συμφωνήθηκε να κάνει έναρξη της εκτέλεσης του άνω έργου την 5.5.2010 και θα παρέδιδε αυτό πλήρως αποπερατωμένο και σε ετοιμότητα λειτουργίας την 9.9.2010 (άρθρο 4), ως αμοιβή δε συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των 883.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α που θα καταβαλλόταν τμηματικά ανάλογα και ανά στάδιο εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο σχετικό χρονοδιάγραμμα του έργου που ορίστηκε αναπόσπαστο στοιχείο της σύμβασης και παραδόθηκε στην εργολάβο (άρθρο 5).

Ως εγγύηση καλής εκτέλεσης της επίδικης σύμβασης ορίστηκε εγγυητική επιστολή ισόποση με το 20% της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, η επιστροφή της οποίας τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι δεν εκκρεμούν αξιώσεις της εργοδότριας για οποιαδήποτε υπαίτια ή ανυπαίτια αθέτηση των όρων της σύμβασης, ενώ η εργοδότρια διατηρούσε το δικαίωμα να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή με έγγραφη δήλωσή της προς την εκδότρια της εγγυητικής επιστολής τράπεζα την κατάπτωση όλου ή μέρους της για την ικανοποίηση απαιτήσεων κατά της εργολάβου (άρθρο 8.1 και 8.3) Επιπλέον συμφωνήθηκε με το άρθρο 9.1, ότι σε περίπτωση που η παροχή της αναδόχου γίνει αδύνατη από γεγονός για το οποίο έχει η ίδια ευθύνη (382ΑΚ), μόλις διαπιστωθεί η αδυναμία θα καταπίπτει αυτοδίκαια υπέρ της εργοδότριας το ποσό των 264,900 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 30% της συμβατικής αξίας του έργου, λόγω ποινικής ρήτρας και αναπόδεικτης ζημιάς του, χωρίς να αποκλείεται κάθε άλλο νόμιμο δικαίωμα της εργοδότριας, ενώ με το άρθρο 9,2 ορίστηκε σε περίπτωση υπερημερίας της εργολάβου ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, ημερήσια ποινική ρήτρα καθυστέρησης υπέρ της εργοδότριας, ποσού ίσου με 30% της μέσης ημερήσιας αξίας του έργου και μέχρι 45 ημέρες καθυστέρησης.

Με το άρθρο 11 της σύμβασης ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία έκπτωσης της εργολάβου. Συγκεκριμένα, η εργοδότρια θα μπορούσε να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση και να κηρύξει έκπτωτη την εργολάβο στις εξής περιπτώσεις: α) εάν η τελευταία καθυστερήσει την έναρξη των εργασιών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε ημερών από την υπογραφή μεταξύ των συμβαλλομένων της "γραπτής έγκρισης έναρξης εργασιών" ή επιβραδύνει έστω και χωρίς υπαιτιότητά της την πρόοδο των εργασιών ώστε να είναι ανέφικτη η εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου, β) εάν παρέλθει χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερολογιακών ημερών καθυστέρησης της αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου στην εργοδότρια, γ) εάν οι εργασίες είναι συστηματικά κακότεχνες ή παρουσιάζουν κακοτεχνίες οι οποίες δεν αποκαθίστανται από την ανάδοχο ή χρησιμοποιούνται υλικά ακατάλληλα, δ)εάν παραλείπονται οι κανόνες ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων, ε) για κάθε παράβαση ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων.

Σε σχέση με τη διαδικασία, η εργοδότρια θα μπορούσε είτε να καταγγείλει άμεσα και να κηρύξει την εργολάβο έκπτωτη με κοινοποίηση έγγραφης εξώδικης δήλωσης προς αυτήν, είτε να κοινοποιήσει στην τελευταία έγγραφη προειδοποίηση, με την οποία θα της χορηγούσε εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη των δέκα ημερών για τη συμμόρφωσή της, με την άπρακτη πάροδο της οποίας, η εργοδότρια θα μπορούσε να κηρύξει την εργολάβο έκπτωτη με κοινοποίηση έγγραφης εξώδικης δήλωσης.

Μετά την κήρυξη της έκπτωσης, η εργολάβος υποχρεούται να παραδώσει αμέσως το έργο, ενώ η εργοδότρια απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, που έχει απέναντι στην εργολάβο, δικαιούμενη να παρακρατήσει οιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο στην τελευταία ποσό, μπορεί δε αζημίως να αναθέσει την εκτέλεση του έργου σε άλλο εργολάβο της επιλογής της.

Η έκπτωτη εργολάβος ευθύνεται, επιπλέον, σε αποζημίωση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας της εργοδότριας, που θα οφείλεται στην έκπτωση αυτή, ενώ με την έκπτωση το σύνολο των εγγυήσεων που δόθηκαν κατά το άρθρο 8 της ένδικης σύμβασης καταπίπτει υπέρ της εργοδότριας ως ποινή. Τέλος στο άρθρο 14.5 της ίδιας σύμβασης ορίσθηκε ότι όλοι οι όροι αυτής κηρύσσονται ουσιώδεις και ότι η παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς συνεπάγεται δικαίωμα αποζημίωσης του βλαπτόμενου μέρους.

Σε εκτέλεση της άνω σύμβασης η εργολάβος άρχισε την εκτέλεση του έργου στις 5.5.2010 και η εργοδότρια κατέβαλε σε αυτήν την ίδια ημέρα σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης την πρώτη δόση της αμοιβής της, ποσού 176.600 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., ενώ προηγουμένως εκδόθηκε με αίτηση της εργολάβου από το υποκατάστημα Λ… "Π… ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Συν.Π.Ε." η από … .2010 και με αριθμ.

… /… εγγυητική επιστολή, ποσού 176.600 ευρώ η οποία παραδόθηκε στην εργοδότρια κατά τα οριζόμενο στο άρθρο 8 της σύμβασης. Ωστόσο η πρόοδος των εργασιών εκτέλεσης του έργου, λόγω οικονομικών δυσχερειών της εργολάβου, παρουσίαζε μεγάλη καθυστέρηση. Συγκεκριμένα, ένα μήνα μετά την έναρξη αυτού η κατάστασή του αποτυπώνεται στο από … /2010 πρωτόκολλο συνάντησης κατασκευής, που συνέταξε η μηχανικός της εργοδότριας Β… Δ… , όπου επισημαίνεται καθυστέρηση εκτέλεσης σχεδόν όλων των εργασιών και πρόβλημα εφαρμογής του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος.

Οι καθυστερήσεις αυτές διαλαμβάνονται και στην από … /2010 ηλεκτρονική επικοινωνία του Προϊσταμένου Ανάπτυξης Α… της εργοδότριας Π… Γ… με το νόμιμο εκπρόσωπο της εργολάβου Ε… Χ…. , όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι στην κατασκευή του έργου πρέπει να προστεθεί εργατικό δυναμικό, προκειμένου να καλυφθεί το χρονικό κενό, που άγγιζε τις τρεις εβδομάδες.

Η ίδια κατάσταση αποτυπώνεται και στο από … /2010 πρωτόκολλο συνάντησης κατασκευής της ιδίας ως άνω μηχανικού, όπου και διαπιστώνεται ότι πλέον είναι αδύνατο να τηρηθεί η προθεσμία παράδοσης του έργου. Ενόψει αυτών, την … 2010 οι συμβαλλόμενοι τροποποίησαν την ένδικη σύμβαση έργου και όρισαν νέα ημερομηνία παράδοσης αυτού, πλήρως αποπερατωμένου και σε ετοιμότητα λειτουργίας, την … /2010, η δε εργολάβος παρέδωσε εκ νέου αναλυτικό χρονοδιάγραμμα έργου, ενώ επαναπροσδιορίσθηκε ο χρόνος καταβολής της δεύτερης και τρίτης δόσης της αμοιβής της εργολάβου.

Οι καθυστερήσεις, όμως, στην εκτέλεση των εργασιών, παρά την παράταση της προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου, συνεχίζονταν, όπως προκύπτει τόσο από την από … .2010 ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ των άνω αναφερθέντων εκπροσώπων των διαδίκων, όσο και από το από … .2010 πρωτόκολλο συνάντησης κατασκευής, που συνέταξε η άνω μηχανικός της εργοδότριας, όπου η τελευταία επισημαίνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα οικονομικής φύσης της εργολάβου, με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται στο έργο τα απαιτούμενα συνεργεία και να μην μπορούν να ολοκληρωθούν επιτυχώς οι παραγγελίες στους προμηθευτές και με κίνδυνο να μην τηρηθεί και το νέο χρονοδιάγραμμα.

Έτσι την … 2010 οι συμβαλλόμενοι προέβησαν σε δεύτερη τροποποίηση της επίδικης σύμβασης ορίζοντας ως νέα ημερομηνία παράδοσης αυτού την … 2010 με την εργολάβο να παραδίδει νέο αναλυτικό χρονοδιάγραμμα του έργου. Επιπλέον τροποποιήθηκε το ύψος της εργολαβικής αμοιβής στο συνολικό ποσό των 665.387,63 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή μειωμένη κατά 217.612,37 ευρώ λόγω απευθείας τιμολόγησης ορισμένων υλικών από τους προμηθευτές τους στην εργοδότρια και επαναπροσδιορίστηκαν οι δόσεις καταβολής αυτής.

Παρόλα αυτά όμως η εργολάβος λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο μέχρι την νέα συμφωνημένη ημερομηνία της …. 2010 και μια ημέρα πριν, στις …. 2010 απέστειλε στην εργοδότρια επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι λόγω δυσχερειών που αφορούν την ίδια, δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους της ολοκλήρωση και παράδοση του έργου την καταληκτική ημερομηνία, ήτοι την 30.10.2010 και ζητούσε από την εργοδότρια να της καταβάλει, αφού αφαιρέσει οφειλές προς τρίτους, το ποσό που αφορά τις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες, ανερχόμενο στα 45.0000 ευρώ περίπου.

Ο ισχυρισμός της εργολάβου ότι η επιστολή αυτή συντάχθηκε για τυπικούς λόγους και κατόπιν συνεννόησης και απαίτησης της εργοδότριας με υπόδειγμα μάλιστα της τελευταίας, προκειμένου να της δοθεί νέα παράταση στην εκτέλεση του έργου, εκ των υστέρων όμως αποδείχθηκε ότι η αντίδικος της ενήργησε με δόλο προκειμένου να αποσπάσει επιστολή με περιεχόμενο που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της ίδιας, δεν αποδείχθηκε αφού οι σχετικές με το γεγονός αυτό καταθέσεις των μαρτύρων της δεν κρίνονται πειστικές.

Και τούτο γιατί, αφενός η εν λόγω επιστολή δεν εμπεριέχει καν αίτημα για χορήγηση νέας προθεσμίας ολοκλήρωσης του έργου, αφετέρου στις προαναφερόμενες δύο έγγραφες παρατάσεις του χρόνου παράδοσης του επίδικου έργου δεν προηγήθηκε επιστολή εκ μέρους της εργολάβου. Η τελευταία έχοντας εμπειρία στην κατάρτιση συμβάσεων έργου γνώριζε πολύ καλά τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που είχε αναλάβει από την επίδικη σύμβαση, την ευθύνη της σε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης του έργου, καθώς και τις έννομες συνέπειες που μπορεί να έχει σε βάρος της μια επιστολή με το άνω περιεχόμενο, πλην όμως έλπιζε ότι ενόψει της ανεκτικότητας και της καλής πίστης που μέχρι τότε είχε επιδείξει η αντισυμβαλλόμενή της δεχόμενη δύο φορές την παράταση της προθεσμίας του έργου, την απευθείας τιμολόγηση ορισμένων αναγκαίων υλικών από τους προμηθευτές της σε αυτήν, αλλά και ενόψει της μακροχρόνιας συνεργασίας που είχαν αναπτύξει οι δύο εταιρείες, ότι η εργοδότρια δεν επρόκειτο να ασκήσει με αφορμή αυτή την επιστολή τις νόμιμες αξιώσεις της.

Συνηγορεί στην κρίση αυτή και η χωρίς ημερομηνία επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου Ε… Χ…. προς τον Α…. Α…. , υπεύθυνο ανάπτυξης της εργοδότριας, όπου γίνεται λόγος ότι η εργολάβος ανέμενε μετά την από 29.10.2010 επιστολή της, όπου με ειλικρίνεια δήλωνε στην εργοδότρια ότι εξαιτίας οικονομικών προσωρινών και τυχαίων δυσχερειών της αδυνατούσε να ολοκληρώσει το έργο στις 30.10.2010, πως η τελευταία θα συναινούσε σε μια μικρή παράταση της περαίωσης των εργασιών, χωρίς να γίνεται μνεία ότι η επιστολή στάλθηκε μετά από απαίτηση της εργοδότριας για λόγους εσωτερικής λειτουργίας της επιχείρησής της και με βάση υπόδειγμά της.

Πρέπει να λεχθεί ότι εκτός από τις γενόμενες δύο τροποποιήσεις της επίδικης σύμβασης και οι δύο παραπάνω επιστολές της εργολάβου, αίρουν τις αμφισβητήσεις που αυτή προέβαλε ως προς την αξιοπιστία των προαναφερομένων πρωτόκολλων συνάντησης και καθιστούν παντελώς έωλο τον ισχυρισμό της ότι η καθυστέρηση των εργασιών οφειλόταν σε αντικειμενικές δυσκολίες που παρατηρήθηκαν μόνο στην αρχή εκτέλεσης του έργου.

Η αντίδραση της εργοδότριας, που είχε κάθε λόγο να ολοκληρωθούν σύντομα όλες οι εργασίες επί του ακινήτου που προόριζε να λειτουργήσει ως κατάστημα μικτών τροφίμων και για το οποίο ήδη κατέβαλε ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 25.000 ευρώ και συνυπολογιζομένου του ΦΠΑ και του τέλους χαρτοσήμου το ποσό 25.900 ευρώ, στην άνω από 29.10.2010 επιστολή ήταν να αποστείλει στην εργολάβο την από 1.11.2010 εξώδικη δήλωσή της που της κοινοποιήθηκε αυθημερόν ...

με την οποία κατήγγειλε κατ'εφαρμογή του άρθρου 11 περ.α και ε την μεταξύ τους ένδικη σύμβαση έργου, την κήρυσσε έκπτωτη, κατ' άρθρο 11.2. αυτής και της δήλωνε ότι προτίθεται να ασκήσει το σύνολο των συμβατικών και νομίμων δικαιωμάτων της σε σχέση με την έκπτωση αυτή. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι με την άνω εξώδικη δήλωσή της εργοδότριας έλαβε χώρα άσκηση δικαιώματος καταγγελίας, που προβλέπεται από το άρθρο 11 της επίδικης σύμβασης, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν χρήζει ερμηνείας ως προς το σημείο αυτό και προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού σαφής είναι διατυπωμένη στο άνω άρθρο η βούληση των μερών να ρυθμίσουν διαφορετικά από όσα η ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ προβλέπει για το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης έργου από τον εργοδότη.

Η παραδοχή τούτη του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αναφέρεται στην πιο πάνω εξώδικη δήλωση ότι "Κηρύσσουμε έκπτωτη την καθής", αφού η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 της επίδικης σύμβασης ρήτρα έκπτωσης (αρθ. 399ΑΚ)" για την περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων της εργολάβου, είναι σαφές οτι αφορα το μέλλον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και συνδέεται άμεσα με την καταγγελία της σύμβασης.

Εξάλλου, συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση της άνω καταγγελίας καθόσον: α) η εργολάβος όπως η ίδια ομολόγησε με την προαναφερόμενη από 29.10.2010 επιστολή της καθυστερούσε την πρόοδο των εργασιών από δική της υπαιτιότητα και ήταν αδύνατο να ολοκληρώσει και να παραδώσει εμπρόθεσμα το έργο, γεγονός που στοιχειοθετεί τον κατά το άρθρο 11α εδ.

τελευταίο της επίδικης σύμβασης λόγο καταγγελίας, που δεν προβλέπει καμία προθεσμία και δεν αφορά τα πρώτα στάδια εκτέλεσης του έργου, όπως αβάσιμα η εργολάβος ισχυρίζεται και β) η εργολάβος παραβίασε ουσιώδη συμβατική της υποχρέωση και δη την υποχρέωσή της να παραδώσει το έργο πλήρως αποπερατωμένο και σε ετοιμότητα λειτουργίας στην εργοδότρια, τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, όπως όριζε το άρθρο 4.1 της σύμβασης, η οποία υποχρέωση από μόνη της ήταν ουσιώδης για την επίδικη σύμβαση έργου, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εργολάβου, πέραν του ότι με το προαναφερόμενο άρθρο 14.5 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι όλοι οι όροι αυτής κηρύσσονται ουσιώδεις, γεγονός που στοιχειοθετεί τον κατά το άρθρο 11ε λόγο καταγγελίας.

Το δικαίωμα αυτό της καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 11.2 της σύμβασης μπορούσε να το ασκήσει άμεσα η εργοδότρια με έγγραφη εξώδικη δήλωσή της προς την εργολάβο, διαδικασία που τηρήθηκε κατά τα προαναφερόμενα. Μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης η εργοδότρια με το από 19.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε… "ανέθεσε στην τελευταία την ολοκλήρωση του έργου μέχρι την 31.12.2010, η οποία όμως (ολοκλήρωση) λόγω των εργασιών που προέκυψαν από τον έλεγχο της Δ/νσης Υγιεινής έλαβε τελικά χώρα την 31.1.2011 οπότε η εργοδότρια παρέλαβε αυτό πλήρως αποπερατωμένο και σε ετοιμότητα λειτουργίας, όπως προκύπτει από το σχετικό από 31.1.2011 πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής υπογεγραμμένο από τους άνω συμβαλλομένους.

Εν τω μεταξύ η εργοδότρια με την από 24.1.2011 επιστολή της προς την "Π… " ζήτησε την κατάπτωση της από 22.4.2010 προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, η οποία λόγω της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης κατέπεσε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11.2 της σύμβασης και εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό των 176.600 ευρώ, όπως είχε δικαίωμα.

Η εργολάβος ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχαν οι αναφερόμενες στην επίδικη σύμβαση προϋποθέσεις καταγγελίας αυτής, ούτε τηρήθηκαν οι αναφερόμενες στη σύμβαση προθεσμίες και ειδικότερα επικαλείται ότι η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση: α) χωρίς προηγουμένως να της τάξει την εύλογη 10ήμερη προθεσμία προς ολοκλήρωση του έργου, β) χωρίς να αναμείνει την παρέλευση των από τη σύμβαση προβλεπόμενων 45 ημερών καθυστέρησης παράδοσης του έργου, 3) χωρίς να επικαλεστεί νόμιμα κάποιους από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 11 λόγους και δ) χωρίς να εξοφλήσει τις μέχρι τότε οικονομικές της υποχρεώσεις.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί της εργολάβου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι καθόσον όπως προεκτέθηκε η καταγγελία της επίδικης σύμβασης έγινε λόγω παράβασης των άρθρων 11α και 11ε της σύμβασης, ήταν δε στη διακριτική ευχέρεια της εργοδότριας να τάξει την προβλεπόμενη από το άρθρο 11.2 της σύμβασης εύλογη δεκαήμερη προειδοποιητική προθεσμία στην εργολάβο για τη συμμόρφωσή της, όπως ήταν στη διακριτική της ευχέρεια αντί να καταγγείλει άμεσα τη σύμβαση, όπως προβλεπόταν -χωρίς χρονική οριοθέτηση- να την καταγγείλει μετά πάροδο 45 ημερολογιακών ημερών από την καθυστέρηση παράδοσης του έργου, επικαλούμενη ως λόγο καταγγελίας την περίπτωση β του ίδιου άρθρου.

Επιπλέον όχι μόνο δεν εξαρτήθηκε η καταγγελία από την καταβολή της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, αλλά απεναντίας αυτήν δικαιούνταν να την παρακρατήσει η εργοδότρια με την έκπτωση της εργολάβου, σύμφωνα με το άρθρο 11.2 της σύμβασης. Περαιτέρω η εργολάβος επικαλούμενη ότι το επίδικο έργο κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης είχε σχεδόν ολοκληρωθεί μιας και η αξία των ανεκτέλεστων εργασιών ανερχόταν σε 43.000 ευρώ περίπου και αρκούσε μια παράταση ολίγων ημερών για την παράδοσή του, ότι η εργοδότρια της είχε καταβάλει μέχρι τότε εργολαβική αμοιβή ποσού 353.200 ευρώ, ενώ της παρακράτησε το ποσό των 182.315,56 ευρώ για εργασίες που εκτέλεσε και δεν πληρώθηκε κι επιπλέον εισέπραξε το άνω ποσό των εγγυητικής επιστολής, ισχυρίζεται ότι καταχρηστικά ασκήθηκε το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης επιφέροντας της δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά της, ενώ θα μπορούσε να της χορηγήσει η εργολάβος καταρχήν την προβλεπόμενη από το άρθρο 11.2 της σύμβασης 10ήμερη προθεσμία συμμόρφωσης και να επιβάλλει σε δεύτερο στάδιο σε βάρος της, την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9.2 της σύμβασης ποινική ρήτρα για την περίπτωση υπερημερίας της στην παράδοση του έργου, ποσού 3.396,15 ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα καθυστέρησης του έργου και για χρονικό διάστημα 45 ημερών μετά το χρόνο παράδοσης του έργου.

Ο ισχυρισμός αυτός της εργολάβου, περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης έργου, που για πρώτη φορά τον προβάλλει μετά από τέσσερα περίπου έτη με την όψιμη άσκηση της από 3.9.2014 αγωγής της είναι ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί καταρχήν το έργο κατά το χρόνο της καταγγελίας δεν ήταν σχεδόν ολοκληρωμένο, αλλά υπολείπονταν πλήθος εργασιών, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι ενώ οι εργασίες ολοκλήρωσης του έργου θα διαρκούσαν συνολικά από 5.5.2010 έως 9.9.2010, δηλαδή περίπου τέσσερις μήνες, η νέα εργολάβος του έργου, "Ε… ", παρέλαβε αυτό την 19.11.2010 και το παρέδωσε έτοιμο για χρήση, μόλις την 31.1.2011 κι αφού εκτέλεσε εργασίες επί 1,5 και πλέον μήνα, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρος της εργοδότριας, πολιτικού μηχανικού Β… Δ…. .

Βέβαια η ακριβής αξία των εργασιών που υπολείπονταν δεν αποδείχθηκε, αφού η προαναφερόμενη μάρτυρας εκτιμά αυτές στο ποσό των 150.000 - 200.000 ευρώ, η δε Α…. Μ…. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση της συμπλέοντας με την αγωγή της εργοδότριας καταθέτει ότι απέμεναν μόνο λίγες επουσιώδεις εργασίες αξίας περίπου 42.000 ευρώ, που δεν συνάδει όμως λογικά με την όλη συμπεριφορά της εργολάβου να αποστείλει την άνω επιστολή, να μην αντικρούσει την καταγγελία της σύμβασης επί τέσσερα περίπου έτη, καθώς και με τον άνω χρόνο που εργάστηκε η νέα εργολάβος προκειμένου να περατώσει αυτό.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τον προσκομιζόμενο από την εργολάβο πίνακα εκτελεσμένων εργασιών που συντάχθηκε και υπογράφηκε από την ίδια αβέβαιο πότε, αφού φέρει διαφορετικές ημερομηνίες και δη, 6 10.2010, 30.10.2010, η δε ηλεκτρονική επεξεργασία αυτού φέρεται να έγινε την 13.7.2014, προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγής της.

Συνεπώς, δεν είχε νόημα να χορηγήσει η εργοδότρια στην εργολάβο προθεσμία δέκα ημερών για την ολοκλήρωση του έργου και μετά να καταγγείλει τη σύμβαση, πολύ δε μάλλον που κατά την κατάθεση του μάρτυρα της εργολάβου, Γ… Π…. , χρειαζόταν προθεσμία 20 ημερών έως ένα μήνα. Δεν είναι επίσης τυχαίο, που η εργολάβος στην από 29.10.2010 επιστολή της δεν ζήτησε ολιγοήμερη παράταση της ημερομηνίας παράδοσης του έργου, όπως θα ανέμενε κανείς αν ήταν βάσιμοι οι ισχυρισμοί της, παρά ζήτησε στα πλαίσια εκκαθάρισης της μεταξύ τους σχέσης να της καταβληθεί η οφειλόμενη για τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες αμοιβή της, την οποία αναβίβαζε στο ποσό των 45.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 182.315,56 ευρώ που στην αγωγή της εκθέτει.

Από την άλλη πλευρά, η εργοδότρια ενδιαφερόμενη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος της, προκειμένου αυτό να αρχίσει να της αποφέρει κέρδη και για το οποίο επιβαρυνόταν με πάγια έξοδα και έχοντας εξαντλήσει κάθε καλή διάθεση, προκειμένου να βρεθεί λύση, δεχόμενη δύο φορές - χωρίς αποτέλεσμα-μετάθεση της ημερομηνίας παράδοσης του έργου και αναλαμβάνοντας αυτή την προμήθεια μέρους των αναγκαίων υλικών προς διευκόλυνση και μόνο της εργολάβου, δεν είχε καμία νομική ή ηθική υποχρέωση να τάξει νέα προθεσμία παράδοσης του έργου μετά την πάροδο της οποίας θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα όταν η αντισυμβαλλόμενή της με την από 29.01.2010 επιστολή της δεν οριοθετούσε χρονικά την αδυναμία της να παραδώσει το έργο, γιατί προφανώς αντιλαμβανόταν ότι δεν αρκούσαν λίγες ημέρες για την ολοκλήρωσή του σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Για την εργοδότρια κρίσιμο ήταν η άμεση ολοκλήρωση του έργου και όχι η συνεχής και αβέβαιη παράταση των εργασιών του, ακόμη κι αν για κάθε ημέρα καθυστέρησης και για 45 ημέρες θα λάμβανε τη συμφωνημένη ποινική ρήτρα που προαναφέρθηκε κι αυτός είναι ο λόγος που μετά τη λήψη της από 29.10.2010 επιστολής προχώρησε άμεσα σε καταγγελία της σύμβασης, γνωρίζοντας ότι μέχρι να συνάψει σύμβαση με νέο εργολάβο που θα ολοκλήρωνε το έργο θα μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα, όπως αυτό των 18 ημερών που χρειάστηκε για την προκειμένη περίπτωση (1.11.2010 - 19.11.2010).

Η επιλογή της να καταγγείλει τη σύμβαση είναι θεμιτή, έρχεται ως επιστέγασμα μιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εργολάβου, δεν προκαλεί μετά από όσα προαναφέρθηκαν έντονη εντύπωση αδικίας κατά τις αντιλήψεις περί δικαίου και ηθικής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ακόμη κι αν επιφέρει την παρακράτηση από την ίδια του ανεξόφλητου υπολοίπου των εκτελεσμένων εργασιών και την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, κατά τους όρους της σύμβασης, τους οποίους η εργολάβος γνώριζε και είχε συμφωνήσει και σε κάθε περίπτωση δεν υπερβαίνει τα όρια που διαγράφει η θεσπιζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ καλή πίστη.

Τις συνομολογημένες συνέπειες αυτές της καταγγελίας φέρεται να αποδέχεται η εργολάβος και με την χωρίς ημερομηνία προαναφερόμενη επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της προς τον Α… Α…. , υπεύθυνο ανάπτυξης της εργοδότριας, όπου ενώ αναφέρει ότι από την καταγγελία η τελευταία δεν υπέστη ουσιαστική ζημιά γιατί είσπραξε την εγγυητική επιστολή και παρέλαβε εργασίες ποσού 200.000 ευρώ τις οποίες παρακράτησε μετά την έκπτωσή, σε αντίθεση με την ίδια που αγωνίζεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, ζητάει να της καταβάλει η εργοδότρια μόνο το ποσό των 48.500 ευρώ από μια άλλη σύμβαση που είχαν συνάψει μεταξύ τους για συντήρηση των καταστημάτων της στην Κ… και Σ…. , το οποίο ποσό προόριζε για εξόφληση των εργαζομένων της.

Μετά τις παραπάνω παραδοχές, ότι η επίδικη καταγγελία ήταν σύμφωνη με τους ορισμούς του άρθρου 11 της σύμβασης και δεν ήταν καταχρηστική και κατά συνέπεια απαγορευμένη και άκυρη (αρθ. 174, 180 ΑΚ), η εργοδότρια απαλλάχθηκε από κάθε υποχρέωση που είχε απέναντι στην εργολάβο, δικαιούμενη να παρακρατήσει οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο σε αυτήν ποσό όπως σαφώς προέβλεπε το ήδη αναφερθέν άρθρο 11.2 της σύμβασης κι έτσι δεν οφείλει το αιτούμενο από την τελευταία υπόλοιπο της αμοιβής της ποσό 182.315,56 ευρώ, όπως δεν οφείλει και το ποσό των 176.600 ευρώ της εγγυητικής επιστολής που κατέπεσε υπέρ της ως ποινή και νόμιμα εισέπραξε.

Κατόπιν τούτων, το αίτημα της αγωγής της εργολάβου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το αιτούμενο υπόλοιπο της αμοιβής της και να της αποδώσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, είναι ουσιαστικά αβάσιμο και η αγωγή ως προς την κύρια βάση της απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Απορριπτέα όμως είναι και η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση με την οποία η εργολάβος ζητούσε να της επιδικασθούν τα ίδια ως άνω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που κριθεί ότι το ασκηθέν από την εργοδότρια δικαίωμα συνιστά υπαναχώρηση και όχι καταγγελία, καθώς σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η εργοδότρια άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας, αποβλέποντας στη λύση της επίδικης σύμβασης για το μέλλον και όχι στην αναδρομική ανατροπή της σύμβασης που θα επέφερε η τυχόν υπαναχώρηση από αυτή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως έκρινε με αιτιολογίες που εν μέρει συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας (αρθ. 534 ΚΠολΔ) ότι η καταγγελία της σύμβασης έργου είναι έγκυρη και απέρριψε την από 3.9.2014 με αριθμ. καταθ. 19397/2014 αγωγή της εργολάβου τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι περί του αντιθέτου δε πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εργολάβος επαναφέρει τους ισχυρισμούς της περί έλλειψης των συμβατικών προϋποθέσεων για την άσκηση της καταγγελίας της σύμβασης και περί ακυρότητας ως καταχρηστικής της καταγγελίας, αντίστοιχα, που αφορούν την κύρια βάση της αγωγής, καθώς και ο τρίτος λόγος έφεσης που αφορά την επικουρική βάση της άνω αγωγής είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Όσον αφορά την από 12.4.2011 με αριθμ. εκθ. καταθ. 15257/2011 αγωγή, όπου κρίσιμο ζήτημα για την πρώτη αγωγική αξίωσή της, αποτελεί αν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας λόγω οριστικής και υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής εκ μέρους της εργολάβου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η αδυναμία αυτή, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 9.2 της επίδικης σύμβασης.

Εκείνο που ομολόγησε η εργολάβος με την από 29.10.2010 επιστολή της, ήταν η αδυναμία της για λόγους που αφορούν την ιδία να παραδώσει εμπρόθεσμα το έργο, δηλαδή μέχρι την 30.10.2010 και όχι η αδυναμία της να περαιώσει αυτό. Πέραν τούτου, η υποχρέωση της εργολάβου να καταβάλει την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 264.900 ευρώ, συνέχεται με την υπαίτια αδυναμία αυτής να περατώσει το έργο και εφαρμόζεται κατά το χρόνο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα λύση αυτής με καταγγελία, η οποία δίνει κατά την προαναφερόμενη ρητή συμφωνία των μερών, το δικαίωμα στην εργοδότρια να παρακρατήσει οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο στην εργολάβο ποσό, να ζητήσει αποζημίωση κάθε θετικής και αποθετικής ζημιάς που θα οφείλεται στην έκπτωση της εργολάβου, ενώ καταπίπτει το σύνολο των εγγυήσεων που δόθηκαν κατά το άρθρο 8 της σύμβασης ως ποινή υπέρ αυτής.

Ουδόλως δε συμφώνησαν οι διάδικοι ότι αν το έργο δεν εκτελεστεί και παραδοθεί εμπρόθεσμα στην εργοδότρια, η εργολάβος θεωρείται ότι περιέρχεται σε αδυναμία παροχής (άρθρο 382 ΑΚ) που επιφέρει τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση συνέπειες, σωρευτικά με τις συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης. Επομένως η αξίωση της εργοδότριας να αναγνωριστεί ότι η εργολάβος για την άνω αιτία της οφείλει το ποσό των 264.900 ευρώ, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και η αγωγή της κατά το μέρος τούτο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία...

Ομοίως βάσιμος στην ουσία του καθίσταται και ο πέμπτος λόγο έφεσης με τον οποίο η εργολάβος αιτιάται, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε πως οφείλει στην εργοδότρια το ποσό των 46.393,91 ευρώ που αυτή κατέβαλε για την αγορά των υλικών και του εξοπλισμού που αναγράφονται στην αγωγή της εργοδότριας, κρίνοντας ότι η δαπάνη αυτή βάρυνε την ίδια, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το κόστος των εν λόγω υλικών,- που δεν εμπίπτουν σε αυτά για τα οποία συμφωνήθηκε με τη δεύτερη τροποποίηση της επίδικης σύμβασης η απ' ευθείας τιμολόγηση- συνυπολογίστηκε στην αμοιβή που ήδη είχε καταβληθεί στην εργολάβο μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ώστε να θεμελιώνεται η σχετική ζημιά της εργοδότριας και η εντεύθεν αξίωση της για αποζημίωση.

Απεναντίας από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια αγοράς των άνω υλικών, προέκυψε ότι αγοράστηκαν από την εργοδότρια κατά το χρονικό διάστημα από 20-10-2010 έως 22-2-2011, και ως εκ τούτου τοποθετήθηκαν μετά την καταγγελία της σύμβασης και η καταβληθείσα μέχρι την καταγγελία αμοιβή του εργολάβου αφορούσε προγενέστερα στάδια του έργου και μάλιστα δεν είχε πλήρως εξοφληθεί κα τα προαναφερόμενα.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την από 14-10-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την έφεση, κατά το κεφάλαιο που αφορά την από 12-4-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτή. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, όμως, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας και της αξίωσης αποζημίωσης για την αγορά υλικών και εξοπλισμού ποσού 46.393,91 ευρώ, στηρίζοντας την κρίση του σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αντιστοίχων ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται ότι στην από 05.05.2010 σύμβαση ανάθεσης έργου "Π… " μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης και ειδικώς στο άρθρο 9 1 αυτής είχε συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση που η παροχή της αναδόχου γίνει αδύνατη από γεγονός για το οποίο έχει η ίδια ευθύνη (382ΑΚ), μόλις διαπιστωθεί η αδυναμία θα καταπίπτει αυτοδίκαια υπέρ της εργοδότριας το ποσό των 264,900 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 30% της συμβατικής αξίας του έργου, λόγω ποινικής ρήτρας και αναπόδεικτης ζημιάς του, χωρίς να αποκλείεται κάθε άλλο νόμιμο δικαίωμα της εργοδότριας, ενώ με το άρθρο 9.2 ορίστηκε σε περίπτωση υπερημερίας της εργολάβου ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, ημερήσια ποινική ρήτρα καθυστέρησης υπέρ της εργοδότριας, ποσού ίσου με 30% της μέσης ημερήσιας αξίας του έργου και μέχρι 45 ημέρες καθυστέρησης.

Ωστόσο η πρόοδος των εργασιών εκτέλεσης του έργου, λόγω οικονομικών δυσχερειών της αναιρεσίβλητης εργολάβου, παρουσίαζε μεγάλη καθυστέρηση και μετά από δύο τροποποιήσεις της ένδικης σύμβασης ορίστηκε νέα ημερομηνία παράδοσης του έργου η 30.10.2010 και η εργολάβος παρέδωσε εκ νέου αναλυτικό χρονοδιάγραμμα.

Την 29.10.2010 η εργολάβος απέστειλε στην εργοδότρια την από 29.10.2010 επιστολή της με την οποία την ενημέρωνε ότι λόγω δυσχερειών που αφορούν την ίδια, δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους της ολοκλήρωση και παράδοση του έργου τη συμφωνημένη καταληκτική ημερομηνία, ήτοι την 30.10.2010 και ζητούσε από την εργοδότρια να της καταβάλει, αφού αφαιρέσει οφειλές προς τρίτους, το ποσό που αφορά τις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες ανερχόμενο στα 45.000 ευρώ περίπου.

Ήτοι η εργολάβος παραβίασε ουσιώδη συμβατική της υποχρέωση και δη την υποχρέωσή της να παραδώσει το έργο αποπερατωμένο και σε ετοιμότητα λειτουργίας στην εργοδότρια τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, όπως όριζε το άρθρο 4.1 της Σύμβασης, η οποία υποχρέωση από μόνη της ήταν ουσιώδης για τη επίδικη σύμβαση έργου.

Από τα αναφερόμενα στην επιστολή αυτή προκύπτει ότι η εργολάβος αναγνώρισε την (οριστική) υπαίτια αδυναμία της για την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, ήτοι του υπό επισκευή ακινήτου σε κατάσταση, που να επιτρέπει την πλήρη και άμεση λειτουργία του ως μικτού καταστήματος τροφίμων, του οποίου άλλωστε έργου η ημερομηνία παράδοσης είχε ήδη παραταθεί δύο φορές καθώς λόγω οικονομικών δυσχερειών της η εργολάβος αδυνατούσε να το αποπερατώσει και να το παραδώσει εμπρόθεσμα, και εν όψει τούτου ζήτησε από την εργοδότρια την εκκαθάριση της μεταξύ τους σχέσης με την καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου της αμοιβής της για τις εργασίες, που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε.

Άλλωστε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται "ότι δεν είναι τυχαίο, που η εργολάβος στην από 29.10.2010 επιστολή της δεν ζήτησε ολιγοήμερη παράταση της ημερομηνίας παράδοσης του έργου, όπως θα ανέμενε κανείς..." Μετά την παραλαβή της από 29.10.2010 επιστολής, η αναιρεσείουσα, όπως άλλωστε παραδέχεται η αναιρεσίβλητη, προέβη σε καταγγελία της από 05.05.2010 σύμβασης κατ' άρθρο 11 αυτής, ήτοι για παράβαση ουσιώδους υποχρεώσεως, σε συνδυασμό με το άρθρ. 14.5 της σύμβασης που προβλέπει ότι όλοι οι όροι του παρόντος κηρύσσονται ουσιώδεις και η παράβαση οποιουδήποτε όρου συνεπάγεται δικαίωμα αποζημίωσης του βλαπτόμενου μέρους και λύση της σύμβασης.

Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η από 1.11.2010 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας που κοινοποιήθηκε αυθημερόν είχε το χαρακτήρα καταγγελίας κατ'άρθρο 700 ΑΚ που επιφέρει τα αποτελέσματά της για το μέλλον, προκύπτει ότι αφενός μεν η κατάπτωση της προβλεπόμενης στο άρθρο 9.1 α και β της σύμβασης ποινικής ρήτρας συνετελέσθη αυτοδικαίως με την παραλαβή από την αναιρεσείουσα της από 29.10.2010 επιστολής- δήλωσης της αναιρεσίβλητης περί της εκ των προτέρων αθέτησης εκπλήρωσης ενοχικής υποχρεώσεως καλώντας συγχρόνως για συνολική εκκαθάριση της συναλλακτικής της σχέσης με την εργοδότρια-αναιρεσείουσα, άλλως με την παρέλευση της 30.10.2010, και μάλιστα προ της επέλευσης των αποτελεσμάτων της από 1.11.2010 καταγγελίας της από 05.05.2010 σύμβασης.

Δηλαδή η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η υποχρέωση της εργολάβου να καταβάλει τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 264.900 ευρώ, συνέχεται με την υπαίτια αδυναμία αυτής να περατώσει το έργο και ότι εφαρμόζεται κατά το χρόνο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα λύση της, υπολαμβάνει ότι η γενόμενη καταγγελία δεν επιδρά για το μέλλον αλλά και για το παρελθόν, άλλως ότι η κατάπτωση θα έπρεπε να συντελεστεί μετά την καταγγελία και μόνο εφόσον προβλέπετο.

Τα ανωτέρω έρχονται σε αντίθεση με τους όρους (άρθρα) 9 και 11 της από 05.05.2010 σύμβασης, όπως έχουν προαναφερθεί.. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι μετά την έκπτωση της εργολάβου, η εργοδότρια, με το από 19.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε… ", ανέθεσε στην τελευταία την ολοκλήρωση του ίδιου έργου.

Την 31-1-2011 η εργοδότρια παρέλαβε το έργο από την ως άνω εταιρεία, αποπερατωμένο και σε ετοιμότητα λειτουργίας. Σχετική πρόβλεψη, υπάρχει και στο άρθρο 11.2 της καταγγελθείσας σύμβασης έργου, δυνάμει της οποίας εφόσον η εργολάβος κηρυχθεί έκπτωτη, η εργοδότρια μπορεί αζημίως να αναθέσει την εκτέλεση του έργου σε άλλον εργολάβο της επιλογής της, η δε έκπτωτη εργολάβος ευθύνεται, επί πλέον, σε αποζημίωση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας της εργοδότριας, που θα οφείλεται στην έκπτωση η δε εργοδότρια προέβη στις αγορές, αναγκαίων για την κατασκευή του έργου, υλικών και εξοπλισμού υλικών και εξοπλισμού συνολικής αξίας 46.393,91 ευρώ.

Όλα τα ανωτέρω παραδόθηκαν, όπως αναγράφεται στα τιμολόγια στην οδό Ι…. αριθ. … στο Π… , δηλαδή στον τόπο του έργου. Η αγορά των ανωτέρω υλικών και η σχετική για αυτήν δαπάνη βάρυνε την εργολάβο και είχαν συνυπολογισθεί στην αμοιβή της όπως σαφώς προκύπτει από τα προπαρατεθέντα άρθρα 1 και 5.1 της ένδικης σύμβασης έργου.

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από την από 13.10.2010 (δεύτερη) τροποποίηση αυτής, όπου συμφωνήθηκε απευθείας τιμολόγηση ορισμένων υλικών από τους προμηθευτές στην εργοδότρια, με αντίστοιχη μείωση της εργολαβικής αμοιβής, αφού τα ως άνω υλικά, που αγόρασε με δαπάνη της η τελευταία, δεν εμπίπτουν σε αυτά, για τα οποία συμφωνήθηκε η απευθείας τιμολόγηση.

Αντίθετα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ότι το κόστος των εν λόγω υλικών,-που δεν εμπίπτουν σε αυτά για τα οποία συμφωνήθηκε με τη δεύτερη τροποποίηση της επίδικης σύμβασης η απευθείας τιμολόγηση- συνυπολογίστηκε στην αμοιβή που ήδη είχε καταβληθεί στην εργολάβο μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ώστε να θεμελιώνεται η σχετική ζημιά της εργοδότριας και η εντεύθεν αξίωσή της για αποζημίωση.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει την απόφαση στο σύνολό της, ώστε οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, να αποβαίνουν αλυσιτελείς και να παρέλκει η έρευνά τους.

Συνακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν είναι νόμιμο, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ. (εκτέλεση αποφάσεως που επιδίκασε χρηματικά ποσά).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 429/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. και

Απορρίπτει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ