Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of will invalidity due to missing specific date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim to declare a handwritten will invalid. The lower court dismissed the claim because the will lacked a specific day, month, and year, and the plaintiff had lost standing due to the passage of time. The Court found the lower court erred in law by accepting the will's validity without the required precise date, violating specific civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718 and 1721 of the Civil Code; A handwritten will must be dated with the specific day, month, and year; failure to specify these elements renders the will invalid, and a lower court cannot uphold its validity without such precise chronological data.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1051 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1051/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Σ. Β.,κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κεραμιδά Του αναιρεσίβλητου: Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καρύδη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αιτούσα με την από 12-3-2015 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 4-10-2018 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Φιοράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι από τους αριθμούς 1,12, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθεί ο από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 165/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, κατά της 104/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, τακτικής διαδικασίας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεσή της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 εδ. α' και β' ΑΚ "Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος". Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης ρητά ρυθμίζει το θέμα, μη αρκούμενος στη χρονολογία γενικά αλλά καθορίζοντας αυτή ειδικά, απαιτώντας ότι πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος.
Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, της αληθούς βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της ιδιόγραφης διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά, προς εκείνη του άρθρου 1718 ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι "διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", συνάγεται ότι η ατελής ή ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, εκτός εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης (ΟλΑΠ 7/2017, ΑΠ 1349/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία νια την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Με τα υπ' αριθ. 116/10-10-2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία ιδιόγραφη διαθήκη του αποθανόντος την 1η Απριλίου 1985 Σ.
Β., πατέρα των διαδίκων. Το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, κατά το ενδιαφέρον της μέρος, είναι το ακόλουθο: "Το 1969 τους έκανα διανομή την κτηματική μου περιουσία...η θυγατέρα μου Κ. επήρε ολόκληρο το μερίδιο της εις χρήμα και 40 κιλά κλαρί εις θέση ... τα δε υπόλοιπα κτήματα μου, και το σπίτι μετά τον θάνατο της γυναίκας μου μένουν στο παιδί μου Γ.
διότι η θυγατέρα μου η Κ. επήρε το κανονικό μερίδιο της εις χρήμα και δεν δικαιούται τίποτε άλλο". Η διαθήκη αυτή δεν φέρει ημερομηνία και τόπο συντάξεως, ενώ στο κάτω μέρος της και κάτω από την υπογραφή του διαθέτη υπάρχει η υπογραφή ως μάρτυρα του ιερέα Ι. Β.. Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της, σε συνδυασμό....., η διαθήκη αυτή έχει γραφεί μετά το έτος 1969 και πριν το γάμο του εναγομένου με την μάρτυρα ανταποδείξεως, που τελέσθηκε το Μάιο του 1970.
Ο αναγραφόμενος ως μάρτυρας κατά τη σύνταξη της διαθήκης ιερέας Ι. Β.διαβεβαίωσε τη μάρτυρα ότι η διαθήκη γράφτηκε πριν συγγενέψει αυτός (ιερέας) με τον πατέρα των διαδίκων, δηλαδή πριν το Μάιο του 1970. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι.....
Συνεπώς, από το περιεχόμενο της διαθήκης, στην οποία αναφέρεται ότι το έτος 1969 δόθηκε προίκα στην ενάγουσα από τον πατέρα της σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρα ανταποδείξεως ευχερώς συνάγεται ότι η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε από τον πατέρα των διαδίκων, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από το έτος 1969 μέχρι τον Μάιο του 1970......Με τα δεδομένα αυτά, από το συνδυασμό του περιεχομένου της διαθήκης με τα προαναφερόμενα γεγονότα αποδεικνύεται η χρονολογία συντάξεώς της και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα ακυρότητάς της.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ένδικη διαθήκη είναι πλαστή, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Λ. Α. - Α., η οποία εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο και διεξήχθη στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως ύστερα από την υποβολή της από 31-10- 2007 εγκλήσεως της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου για πλαστογραφία της ένδικης διαθήκης, αυτή έχει γραφεί και υπογραφεί από τον πατέρα των διαδίκων.
Μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως αναφορικά με την προαναφερθείσα έγκληση της ενάγουσας, απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 30/2008 Διάταξη της Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λευκάδας. Ακολούθως, μετά από προσφυγή της ενάγουσας εναντίον της πιο πάνω διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 177/2008 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της ενάγουσας για τον ίδιο λόγο.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, εφόσον έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το θάνατο του διαθέτη και την άσκηση της αγωγής και μάλιστα από τότε που ο εφεσίβλητος κατέλαβε τα κληρονομιαία αντικείμενα, η αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης πρακτικά είναι άσκοπη, εφόσον έχει παραγραφεί και η διεκδικητική και η περί κλήρου αγωγήν ώστε η ενάγουσα - εκκαλούσα πλέον, να μην έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, με αποτέλεσμα η σχετική αγωγή της να είναι απορριπτέα και ως απαράδεκτη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της που είχε ως αίτημα να αναγνωρισθεί ως άκυρη η μη φέρουσα, πλην άλλων, ημερομηνία και χρονολογία σύνταξης ιδιόχειρη διαθήκη του πατέρα των διαδίκων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ειδικότερα δε, το ότι η επίδικη διαθήκη "συντάχθηκε από τον πατέρα των διαδίκων, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από το έτος 1969 μέχρι τον Μάιο του 1970", αφενός παραβίασε τη διάταξη των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ως έγκυρη διαθήκη χωρίς να προσδιορίζει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την ημέρα, το μήνα και το έτος που ο διαθέτης τη συνέταξε, στοιχεία απαραίτητα για το κύρος της και αφετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε στη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την εγκυρότητα της επίδικης διαθήκης ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού του αμέσως ανωτέρω αναγκαίου χρονικού σημείου, εκτείνοντας τούτο σε βάθος μηνών.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στην καταθέσασα και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183,191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 165/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ