Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling dismissal was lawful and not retaliatory.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for damages following his dismissal. The appellant argued his termination was retaliatory due to his union activity and health issues, but the appellate court found no evidence of such motives. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the dismissal was valid and the appellant must pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code, Law 2112/1920, and Law 3198/1955: The termination of an indefinite-term employment contract is valid if not committed in abuse of right for revenge, hostility, or union activity, and the employer is not obligated to pay wages for the period following the termination if the dismissal is lawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1051 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1051/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Μαρίνου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... AE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1567/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως των από 24-7-2014 και 13-5-2015 αντίθετων εφέσεων, η 538/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα .../3-11-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Β., ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2017 κλήσεως προς συζήτηση της ενδίκου, από 12-9-2016 αιτήσεως αναιρέσεως, της οποίας η αρχική συζήτηση είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 21-3-2017, οπότε, με την παρουσία της αναιρεσίβλητης που είχε καταθέσει προτάσεις, αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 19-9-2017, οπότε ματαιώθηκε, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατ’ αυτή. Επομένως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ. α’ , γ’ και δ’ , 568 παρ.4, 576 παρ.2).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955, όπως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία.
Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου άρνηση συμμόρφωσης προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 796/2016, ΑΠ 904/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 1264/1982, "[ε]ίναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση". Στην έννοια της συνδικαλιστικής δράσης περιλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών ή συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για την ακυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί το ότι συντέλεσε και αυτή στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης θα επιδείκνυε ανοχή και δεν θα προέβαινε στην καταγγελία.
Η για τον λόγο αυτό καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως και εκείνη που γίνεται η αποκλειστικά από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζόμενου, ελέγχεται σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ως προς την προφανώς υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην παραμένουν αμφιβολίες (ΑΠ 413/ 1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή στο πλαίσιο διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
4. Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία την 17-4-2006, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου χρόνου, η οποία την 12-9-2006 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί στην αλυσίδα εμπορικών καταστημάτων, που η τελευταία διατηρεί, με την ιδιότητα του υπαλλήλου και συγκεκριμένα του πωλητή, και δη στο ..., όπου ο ενάγων κατοικεί με την οικογένειά του.
Ότι, με όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτός, ανάλογα προς τις επιχειρηματικές ανάγκες της εργοδότριας, θα παρέχει τις υπηρεσίες του και σε κάθε άλλη εκμετάλλευση αυτής. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης, ο ενάγων απασχολήθηκε, από 17-4-2006 μέχρι 3-9-2006, ως πωλητής στο τμήμα κήπου του καταστήματος της εναγομένης στο Αιγάλεω, ενώ από 4-9-2006 ως εργάτης στο τμήμα τοποθέτησης εμπορευμάτων του ίδιου καταστήματος, με αντικείμενο εργασίας τη χειρωνακτική διακίνηση εμπορευμάτων, την εκφόρτωση παλετών και την τοποθέτηση εμπορευμάτων στις ανάλογες θέσεις του ανωτέρω καταστήματος.
Ότι την 10-4-2008, ενώ εργαζόταν, ακινητοποιήθηκε από οξύ πόνο στη μέση, μετά δε από ιατρικές εξετάσεις διαγνώστηκε, ότι υπέστη "κεντροδεξιά προβολή κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου Ο5-Ι1 και βλάβη ριζιτικής κατανομής I1 άμφω". ‘ Ότι εξ αιτίας αυτού έλαβε αναρρωτική άδεια και προσωρινή αναβολή στράτευσης. Ότι ακολούθως υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό, από όπου την 11-5-2010 απολύθηκε και την 18-5-2010 επέστρεψε στην εργασία του στην εναγομένη.
Ότι εκεί τοποθετήθηκε στο τμήμα κήπου - κάμπινγκ του ίδιου καταστήματος, στο Αιγάλεω, ως πωλητής - ταμίας. Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο ενάγων ασχολήθηκε με το συνδικαλισμό και υπήρξε μέλος στο επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ..." και στο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "...
Αθήνας". Ότι ως συνδικαλιστής ενημέρωνε τους συναδέλφους του για όλα τα εργασιακά θέματα που τους αφορούσαν, διένειμε έντυπο υλικό και συμμετείχε σε απεργίες, συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις, που γίνονταν με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Ότι, εντός του εργασιακού χώρου και λόγω της συνδικαλιστικής του αυτής δράσης, ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ότι το μόνο ζήτημα για το οποίο συχνά ενημέρωνε προφορικά τους προϊσταμένους του ήταν αυτό της ως άνω πάθησής του, ζητούσε δε να απασχοληθεί αποκλειστικά ως ταμίας για να αποφεύγει, σύμφωνα και με τις οδηγίες του γιατρού του, την καταπόνηση από την ορθοστασία και τα βάρη στο τμήμα κήπου - κάμπινγκ, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η εργασία του στο εν λόγω τμήμα επέφερε επιδείνωση της υγείας του.
Ότι το μήνα Ιούλιο 2011 η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να μετακινηθεί για δύο μήνες στο κατάστημά της στη ..., για να προσφέρει εκεί την εργασία του ως πωλητής - ταμίας, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση με όρο της σύμβασης εργασίας, αλλά και με όρο του εσωτερικού κανονισμού της εναγομένης. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε να μετακινηθεί και η εναγομένη εταιρία την 18-7-2011 προέβη στην έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με αναφερόμενη τελευταία ημέρα απασχόλησής του την 15-7-2011 και του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 3.622,57 ευρώ.
Ότι τη μετακίνηση του ενάγοντος στο κατάστημα της Μεταμόρφωσης επέβαλαν οι λειτουργικές ανάγκες του καταστήματος αυτού κατά τους θερινούς μήνες, δεδομένου ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτού του καταστήματος ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα του καταστήματος του Αιγάλεω, ενώ αντίθετα απασχολούνταν σ’ αυτό λιγότεροι υπάλληλοι.
Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν ζητήθηκε μόνο από τον ενάγοντα να μετακινηθεί σε άλλο κατάστημα, αλλά πολλοί υπάλληλοι της εναγομένης μετακινήθηκαν από το κατάστημα του Αιγάλεω σε αυτό της Μεταμόρφωσης, πριν δε από τις μετακινήσεις έγινε διαβούλευση μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων σε αυτή, ενώ η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στους μετακινούμενους 50 ευρώ μηνιαίως για οδοιπορικά έξοδα, καθώς επίσης και να τους διευκολύνει με δικά της μεταφορικά μέσα.
Ότι δεν αποδείχθηκε, αντίθετα, ότι η εναγομένη μεθόδευσε την ως άνω για δύο μήνες μετακίνηση του ενάγοντος σε έτερο κατάστημά της με σκοπό [δήθεν] να απαλλαγεί από αυτόν, επειδή γνώριζε ότι θα αρνούνταν τη μετακίνηση, λόγω της υγείας του. Ότι η πάθησή του δεν επιδεινώθηκε κατά την πάροδο των τριών ετών από την εμφάνισή της και, μάλιστα, λόγω της εργασίας του, ούτε βέβαια η επί δίμηνο μετακίνησή του σε άλλο κατάστημα της εναγομένης θα επέφερε τέτοια επιδείνωση.
Ότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος συνετέλεσε στην απόφαση της εναγομένης για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, ούτε ότι χωρίς αυτή η εναγομένη δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εξ αιτίας της άρνησής του να εργασθεί επί δίμηνο σε άλλο κατάστημα και όχι από εχθρότητα κατ’ αυτού συνεπεία της συνδικαλιστικής του δράσης ή από διάθεση να απαλλαγεί από αυτόν με το πρόσχημα των λειτουργικών αναγκών της στο κατάστημα της ....
Και ότι, συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος είναι έγκυρη, επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης και δεν δημιουργεί για την εναγομένη υποχρέωση πληρωμής αποδοχών, ως [δήθεν] υπερήμερη για την αποδοχή της εργασίας του κατά το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα. Μετά τις κρίσεις αυτές, το εφετείο α) απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός παραπονιόταν κατά της τότε εκκαλουμένης 1567/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επειδή εκείνο, αν και γενικώς είχε κάνει δεκτή την αγωγή, δεν είχε δεχθεί ότι η απόλυσή του είχε γίνει συνεπεία της συνδικαλιστικής του δράσης και β) έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση επειδή είχε αναγνωρίσει ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως γενομένης με υστεροβουλία και προκειμένου η εναγομένη να απαλλαγεί από έναν εργαζόμενο με προβλήματα υγείας.
Κατόπιν εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως αβάσιμη.
5. Με την ως άνω κρίση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες (βλ. παραπάνω αρ.2) διατάξεις και προσηκόντως υπήγαγε σ’ αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές, τις οποίες με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, σύμφωνα με αυτές, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έπασχε από οποιαδήποτε ακυρότητα, διότι δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδίκησης ή εξ αιτίας εχθρότητας προς το πρόσωπό του ούτε λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης ούτε λόγω της επιθυμίας του να τοποθετηθεί σε θέση μειωμένης σωματικής καταπόνησης εξ αιτίας της κλονισμένης υγείας του. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Ο αναιρεσείων, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία, αν και δεν παρέστη στη συζήτηση, είχε καταθέσει προτάσεις ενόψει της αρχικής συζήτησης (βλ. παραπάνω, αρ.1), στις οποίες συμπεριέλαβε το σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 538/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ