Legislator Case Law & Legislation
1051/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against civil court judgment regarding disability compensation amount and future incapacity reasoning.

Case Number 1051/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment. The court accepted the argument that the awarded disability compensation was disproportionately low compared to similar cases and found the reasoning regarding the appellant's future sexual incapacity to be contradictory and unclear. Consequently, the judgment was annulled only regarding the compensation amount and the future incapacity assessment, with the case remitted to the same court for re-examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 309 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a judgment if the lower court's assessment of disability compensation is manifestly disproportionate to similar cases, or if the reasoning regarding future incapacity is contradictory and fails to provide a clear basis for the decision.

Keywords

AI generated
disability compensation proportionality principle future incapacity contradictory reasoning remittal to lower court disability assessment civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 309 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1051 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1051/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Α., 3) Α. συζ. Ε. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. .../2009 αγωγή της A. O. M., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, τις από 5-3-2009 και 24-6-2009 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 20-8-2009 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3731/2010 εν μέρει οριστική και 4233/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2014 αίτησή του και τους από 10-3-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, υπό τον αριθμό 1, πρόσθετου λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 1-4-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 437/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και των με αριθμό καταθέσεως ...2015 προσθέτων σ’ αυτήν λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντες και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντες από 10.3.2015 προσθέτους λόγους, ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 437/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ι. Επειδή, κατ’ άρθρο 309 του Κ.Πολ.Δικ., οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά την δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνον στην διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Ως οριστικές δε αποφάσεις λογίζονται, όπως, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 513, 539 και 553 του Κ.Πολ.Δικ. σαφώς συνάγεται, όσες περατώνουν την δίκη και απεκδύουν τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, ενώ μη οριστικές είναι εκείνες που προπαρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Σε περίπτωση σωρεύσεως περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές ή αιτήματα) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Εξάλλου η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της αποφάσεως, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και σε μόνο το σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για την βασιμότητα ή μη του εξεταζόμενου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, ως συμπέρασμα νομικής σκέψεως, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού.

Το τελευταίο συμβαίνει και όταν η απόφαση στο σκεπτικό της ρητώς απορρίπτει μία από τις περισσότερες βάσεις της αγωγής, ως μη νόμιμη και εξαιτίας αυτού δεν θέτει θέματα αποδείξεως για την βάση αυτή, ενώ για τις υπόλοιπες, που έκρινε παραδεκτές και νόμιμες, θέτει θέματα αποδείξεως για τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, μέχρι η υπόθεση να καταστεί ώριμη για οριστική κρίση.

Και στην περίπτωση αυτή, που η απόφαση αποφαίνεται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορεί να ανακληθεί μετά την δημοσίευσή της από το δικαστήριο που την εξέδωσε, ενώ κατά το μέρος που δεν κρίνει οριστικά, μπορεί, αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο κατά την διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ 755/2012, ΑΠ 1821/2008), τέτοιες δε μη οριστικές αποφάσεις, ανακαλούμενες σε κάθε στάση της δίκης, είναι και εκείνες που δέχονται ή για οποιονδήποτε λόγο απορρίπτουν ενστάσεις, οι οποίες δεν οριοθετούν αντικείμενο δίκης, εκτός από την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 603/2008, ΑΠ 4/2007, ΑΠ 989/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά της παρούσης δίκης έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18.2.2009 αγωγή, που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε στις 9.2.2008 τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια να τραυματιστεί αυτός βαρύτατα.

Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατ’ ισομοιρία στους γονείς του (δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι τον είχαν προστήσει στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, σε κατάσταση πλήρους μέθης και κινούμενος με ιλιγγιώδη ταχύτητα επί της οδού Ακαδημίας, με κατεύθυνση από την πλατεία Κάνιγγος προς την λεωφόρο ..., παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που βρισκόταν στην πορεία του, εισήλθε χωρίς να ανακόψει ταχύτητα στην διασταύρωση της οδού Ακαδημίας με την οδό ...

και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε αυτός, με αποτέλεσμα τόσον ο ίδιος, όσο και η συνεπιβαίνουσα στη μοτοσυκλέτα A. O. M., να εκσφενδονισθούν, να χάσουν τις αισθήσεις τους και να τραυματιστούν βαρύτατα. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν και να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα ποσά, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που του προκάλεσε το ατύχημα και για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, καθώς επίσης και ως πρόσθετη, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., χρηματική παροχή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε (σε πρώτη συζήτηση) στις 30.4.2010, (συνεκδικασθείσα με άλλες αγωγές και δη με: α) την από 30.3.2008 αγωγή της συνεπιβαίνουσας στην ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα A. O. M., β) τις από 5.3.2009 και 24.6.2009 παρεμπίπτουσες αγωγές της εναγομένης σε αμφότερες τις ανωτέρω κύριες αγωγές ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε." και γ) την από 20.8.2009 αγωγή του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", περί των οποίων δεν πρόκειται), κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δικ.) εκδόθηκε η με αριθμό 3731/2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, ειδικότερα:

α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής (από 18.2.2009 αγωγής), καθόσον αφορά στα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος, λόγω μη επιδόσεώς της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., β) αφού κρίθηκε (κατά τα λοιπά) νόμιμη η αγωγή, ακολούθως έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών είναι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν οι παραδεκτά προβληθέντες από τους εναγομένους ισχυρισμοί (ενστάσεις) περί:

α) αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ισχυρισμός, ο οποίος, ως προς την βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911, αποτελεί ένσταση (άρθρο 5 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ/1911) και β) συνυπαιτιότητας αυτού (ενάγοντος) στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρα 300 του Α.Κ. και 6 του ν.

ΓΠΝ/1911), γ) απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν τα αγωγικά κονδύλια αποζημιώσεως του ενάγοντος που αφορούσαν στην επικαλούμενη ζημία του, λόγω της καταστροφής της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του και των ενδυμάτων που φορούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και δ) ανεβλήθη η έκδοση οριστικής επί της ουσίας αποφάσεως ως προς όλα τα συνεκδικαζόμενα ως άνω δικόγραφα και διατάχθηκαν αποδείξεις με την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τους ενάγοντες αμφοτέρων των κυρίων αγωγών.

Στην συνέχεια και μετά την διενέργεια των διαταχθεισών πραγματογνωμοσυνών και την κατάθεση από τους διορισθέντες πραγματογνώμονες της οικείας εκθέσεώς τους, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, με κλήση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η με αριθμό 4233/2012 απόφασή του. Με την απόφαση αυτή, μετά τη νομότυπη, εν τω μεταξύ, επίδοση της ένδικης από 18.2.2009 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κρίθηκε παραδεκτή η συζήτηση αυτής καθ’ όσον αφορά στα αγωγικά κονδύλια αποζημιώσεως αποθετικής ζημίας του και, αφού εξετάστηκαν εκ νέου οι προβληθείσες ως άνω ενστάσεις των εναγομένων, ανακλήθηκε η σχετική με αυτές διάταξη της προεκδοθείσας αποφάσεως αναφορικά με την στηριζόμενη στο ν.

ΓΠΝ/1911 απορριφθείσα ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, καθόσον κρίθηκε αυτός συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 70% στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά μερική παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεως και έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές οι ένδικες αξιώσεις του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - οι οποίες και ενδιαφέρουν εν προκειμένω), με βάση το ποσοστό ευθύνης του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (30%).

Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 2.1.2013 έφεσή του, με την οποία, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του καθ’ ολοκληρίαν. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του απέδωσε στην εκκαλουμένη απόφαση (4233/2012) την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο ανακάλεσε την οριστική διάταξη της προεκδοθείσας εν μέρει οριστικής (3731/ 2010) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί, μετά την απόρριψη των ως άνω ενστάσεων συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για τον τραυματισμό του, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στην συνέχεια, αφού ερεύνησε εκ νέου τις συνθήκες του ατυχήματος και δέχθηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, έκρινε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων οχημάτων και δη κατά ποσοστό 70% ο ενάγων και 30% ο πρώτος των εναγομένων.

Επί της εφέσεως αυτής (που συνεκδικάστηκε με άλλες συναφείς, περί των οποίων δεν πρόκειται) εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 437/2014 απόφασή του, με την οποία ο σχετικός ως άνω λόγος εφέσεως απερρίφθη ως αβάσιμος, με τις ακόλουθες παραδοχές: α) ότι η εκκαλουμένη (4233/2012) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ανακάλεσε οριστικές διατάξεις της προεκδοθείσας (3731/2010) αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, αφού, η μοναδική οριστική διάταξη αυτής, η οποία περιλαμβάνεται και στο διατακτικό της είναι η περί της απορρίψεως των ως άνω κονδυλίων αποζημιώσεως του ενάγοντος (λόγω ολικής καταστροφής της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και των ενδυμάτων του) και η οποία οριστική (απορριπτική διάταξη) δεν ανακλήθηκε, ενώ ουδέν αυτοτελές κονδύλιο επιδικάστηκε στον ενάγοντα, αφού ως προς όλες τις λοιπές (πλην των απορριφθεισών) αξιώσεις του ενάγοντος (αλλά και της έτερης ενάγουσας - συνεπιβαίνουσας στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα) ανεβλήθη η ουσιαστική έρευνα και η επ’ αυτών έκδοση οριστικής αποφάσεως για μετά την ολοκλήρωση των διαταχθεισών πραγματογνωμοσυνών και β) ότι η εκκαλουμένη δεν ανακάλεσε οριστικές διατάξεις της προεκδοθείσας αποφάσεως, αφού η τελευταία είχε αναβάλει την οριστική επί της ουσίας κρίση των αγωγικών κονδυλίων - αιτημάτων, αλλά (ανακάλεσε) μόνο την διάταξη με την οποία είχαν απορριφθεί κατ’ ουσίαν οι ως άνω ενστάσεις, η οποία, ως μη οριστική, ανακαλείται.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο έκρινε ως νόμιμη την ανάκληση της οριστικής διατάξεως περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και συνακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον συναφή λόγο της εφέσεώς του.

Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε καθ’ όσον από την απορριπτική των ως άνω ενστάσεων κρίση της μη οριστικής 3731/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν εμποδίζετο η επανεξέταση, σε επόμενη στάση της δίκης, των ενστάσεων αυτών από το ίδιο Δικαστήριο, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε απεκδυθεί από την εξουσία του για την υπόθεση, αφού με αυτήν είχε αναβληθεί η οριστική επί της ουσίας κρίση των αγωγικών κονδυλίων - αιτημάτων και η εκδοθείσα στη συνέχεια ως άνω απόφαση δεν ανακάλεσε οριστικές διατάξεις αυτής, αλλά ανακάλεσε μόνο την διάταξη, με την οποία είχαν απορριφθεί κατ’ ουσίαν οι ενστάσεις των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος (που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί ένσταση ως προς την στηριζόμενη στις διατάξεις του ν.

ΓΠΝ/1911 βάση της αγωγής - άρθρο 5 παρ. 1 του ν. ΓΠΝ/1911) και περί συνυπαιτιότητας αυτού (άρθρα 300 του Α.Κ. και 6 του ν. ΓΠΝ/1911), διάταξη, η οποία, ως μη οριστική, ανακαλείται. II. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρο 300 του Α.Κ.).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/ 2011).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 4233/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, δεχόμενο ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ήδη αναιρεσείων, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων σ’ αυτό οχημάτων, κατά ποσοστά 70% του ενάγοντος - οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και 30% του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου - οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα: "Στις 09-02-2008 και περί ώρα 06:10 ο πρώτος εναγόμενος των κύριων αγωγών Α.

Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατ’ ισομοιρίαν στους γονείς του δεύτερο και τρίτη των εναγομένων Ε. Γ. και Α. Γ., που του είχαν εμπιστευθεί την οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...

ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", εκινείτο με αυτό στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα επί της οδού Ακαδημίας, με κατεύθυνση από την πλατεία Κάνιγγος προς την λεωφόρο .... Η οδός Ακαδημίας είναι μονής κατεύθυνσης και στο σημείο όπου συμβάλλεται κάθετα με την οδό ... το οδόστρωμά της έχει πλάτος 13 μέτρα, χωρίζεται δε, σε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας.

Η κίνηση οχημάτων και πεζών στην ως άνω διασταύρωση ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούσαν κανονικά τον ως άνω χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ήτοι η σύγκρουση του προαναφερόμενου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με την τότε μη φέρουσα πινακίδες, πλην όμως μεταγενέστερα διαπιστωθείσα ως διαθέτουσα αριθμό κυκλοφορίας ..., μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων της 1ης αγωγής Σ.

Β., στην οποία επέβαινε και η ενάγουσα της 2ης αγωγής A. O. M.. Ειδικότερα η προαναφερόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο επί της έχουσας πλάτος 6 μέτρα - μονής κατεύθυνσης - οδού ..., κατευθυνόταν προς την οδό ..., δηλαδή, αφού θα διέσχιζε κάθετα την Ακαδημίας θα συνέχιζε την ευθεία πορεία της επί της ίδιας οδού, που μετονομάζεται σε οδό ...

Περί το μέσον της ως άνω διασταύρωσης συγκρούσθηκαν τα ως άνω οχήματα και συγκεκριμένα η εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας συγκρούσθηκε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Το τελευταίο, μετά τη σύγκρουση συνέχισε ανέλεγκτη πλαγιοαριστερή πορεία περίπου 22,5 μέτρων και ακινητοποιήθηκε στη δεύτερη από αριστερά, ως προς την πορεία του, λωρίδα της Ακαδημίας, αφού προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ...

I.X. φορτηγού που εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα επί της αριστερής λωρίδας της ίδιας οδού (Ακαδημίας) προερχόμενο από την οδό .... Η ευθεία πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας ανακόπηκε και οι μεν αναβάτες της εκτινάχθηκαν αρκετά μέτρα μπροστά και αριστερά αναφορικά με την πορεία του αυτοκινήτου και κατέληξαν ο ενάγων οδηγός της στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας της Ακαδημίας πλησίον των σιδερένιων κιγκλιδωμάτων και η συνεπιβαίνουσα ενάγουσα στο οδόστρωμα της τρίτης από δεξιά λωρίδας της ίδιας οδού, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν σοβαρά, όπως πιο κάτω αναφέρεται, η δε μοτοσικλέτα ανατράπηκε και συρόμενη σε ανέλεγκτη πλαγιοδεξιά πορεία επί του οδοστρώματος της Ακαδημίας τελικώς ακινητοποιήθηκε αφού προσέκρουσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο 21 μέτρα μετά τη διασταύρωση στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας της Ακαδημίας. Τα ως άνω, που προκύπτουν από το σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων και επιρρωνύονται και από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύουν αυτή σχεδιάγραμμα της Υποδ/νσης Τροχαίας Αθηνών, δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.

Όμως κάθε διάδικη πλευρά (δηλαδή τόσον οι διάδικοι που σχετίζονται με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο - εναγόμενοι, όσο και οι ενάγοντες τραυματισμένοι επιβάτες της μοτοσικλέτας) υποστηρίζει ότι η σύγκρουση συνέβη επειδή ο αντίδικός του οδηγός εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας το κόκκινο κυκλικό φως που υπήρχε στην πορεία του.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες (ο μοτοσυκλετιστής και η επιβάτης του δικύκλου) υποστηρίζουν ότι η μοτοσικλέτα τους ήταν ακινητοποιημένη στο κόκκινο φανάρι της ... όπισθεν του προαναφερόμενου φορτηγού, ότι με την αφή του πράσινου, πρώτα εισήλθε στη διασταύρωση το φορτηγό που έστριψε δεξιά στην Ακαδημίας και ακολούθως, και ενόσω συνέχιζε να είναι αναμμένο το πράσινο, εισήλθε και η μοτοσικλέτα τους, πλην όμως ανακόπηκε η ευθεία πορεία της περί το μέσον της διασταύρωσης από το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο των εναγομένων που εισήλθε στον κόμβο παραβιάζοντας το κόκκινο φως που είχε στην πορεία του. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν εν κινήσει στην Ακαδημίας, πλησιάζοντας τη συγκεκριμένη διασταύρωση εισήλθε σ’ αυτήν μόλις άναψε το πράσινο φως στο σηματοδότη. Ο πρώτος εξ αυτών (οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου) εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι κινούμενος προς τη διασταύρωση ήταν αναμμένο το κόκκινο φως στην πορεία του και γι’ αυτό μείωσε την ταχύτητά του, πλην όμως, επειδή 15 μέτρα πριν τη συμβολή (με την ...) άναψε το πράσινο στην πορεία του, έβαλε ταχύτητα και επιταχύνοντας εισήλθε σ’ αυτήν χωρίς να κοιτάξει δεξιά - αριστερά (στον κάθετο δρόμο ... - ...), ότι δεν είδε τη μοτοσικλέτα, παρά μόνο ένοιωσε ένα τράνταγμα στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, άνοιξε ο αερόσακος και όταν άνοιξε ο ίδιος τα μάτια του, κατάλαβε ότι ήταν κάτω από ένα φορτηγό.

Αναφορικά με το επίμαχο και κρίσιμο τούτο σημείο, δηλαδή, ποιο από τα δύο οχήματα παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη της πορείας του από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν και τα ακόλουθα: α) Κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος οι σηματοδότες της επίμαχης διασταύρωσης λειτουργούσαν κανονικά, γεγονός που συνομολογείται από τους διαδίκους.

Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με αριθμό ...3-3-2008 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, στο σηματοδότη της οδού ..., ο χρόνος του πράσινου είναι 15 δευτερόλεπτα, 3 δευτερόλεπτα διαρκεί το πορτοκαλί και 27 το κόκκινο, ενώ στο σηματοδότη επί της Ακαδημίας το πράσινο διαρκεί 23 δευτερόλεπτα και 19 το κόκκινο. 2) Το φορτηγό, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του οποίου προσέκρουσε το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο των εναγομένων, είχε εκκινήσει με την αφή του πράσινου από το φανάρι της οδού ..., όπου ήταν ακινητοποιημένο λόγω του προϋπάρχοντος κόκκινου και κινούμενο σιγά-σιγά όπως κατέθεσε προανακριτικά ο οδηγός του (Σ. Μ.), έστριψε δεξιά επί της Ακαδημίας και αφού διένυσε πλαγιοαριστερή πορεία επί αυτής, συνολικού μήκους περίπου 39 μέτρων από το σημείο εκκίνησής του (6 μ.

επί της οδού ... όπου ήταν ακινητοποιημένο όπισθεν των επ’ αυτής διαβάσεων πεζών +~3 μέτρα από το μέσον του πλάτους της ... επί της διασταύρωσης μέχρι την πέραν αυτής αρχή της οδού Ακαδημίας + 18,50 μέτρα από την αρχή Ακαδημίας αμέσως μετά τη διασταύρωση μέχρι το σημείο της 2ης σύγκρουσης δηλ. του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο φορτηγό +~11 - 12 μέτρα πλαγιοαριστερή πορεία του φορτηγού διασχίζοντας τις τρεις δεξιές λωρίδες της Ακαδημίας και μέρος της αριστερής) εισήλθε κανονικά και εκινείτο στην αριστερή λωρίδα, όταν, όπως προαναφέρεται, προσέκρουσε στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του, το αυτοκίνητο των εναγομένων.

Ξεκινώντας το φορτηγό από μηδενική ταχύτητα στην έχουσα μικρή ανωφέρεια οδό ... και στρίβοντας δεξιά επί της Ακαδημίας όπου στη συνέχεια ακολούθησε πλαγιοαριστερή πορεία επ’ αυτής μέχρι το μέσον τους πλάτους της (που είναι αντίστοιχο του μέσου του πλάτους της διασταύρωσης, όπου συνέβη η ένδικη σύγκρουση) ήτοι διανύοντας περίπου 30 μέτρα (σύμφωνα με τον προαναφερόμενο υπολογισμό) και διατρέχοντας την ως άνω απόσταση με εκτιμούμενη μέση ταχύτητα 8-10 Χ/Ω, διέδραμε χρόνος όχι μικρότερος των 15 δευτερολέπτων από την αφή του πράσινου επί της οδού ... (υπολογίζοντας και τον χρόνο προετοιμασίας εκκίνησης του φορτηγού μετά την αφή του πράσινου) διάστημα κατά το οποίο, έχοντας κόκκινο το φανάρι επί της Ακαδημίας δεν είχε εισέλθει ακόμη στη διασταύρωση το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, αφού στην αντίθετη περίπτωση το τελευταίο θα είχε προσκρούσει στο φορτηγό και όχι σε επόμενο χρόνο που προσέκρουσε σ’ αυτό, ενόσω το τελευταίο είχε διατρέξει επιπλέον 9 περίπου μέτρα πλαγιοαριστερής πορείας και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα. 3) Από την αυθημερόν δοθείσα προανακριτική κατάθεση των επιβαινόντων στο φορτηγό, που ήταν και οι μοναδικοί μάρτυρες διαψεύδεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μοτοσικλέτα τους ήταν ακινητοποιημένη όπισθεν του φορτηγού στο κόκκινο φανάρι επί της οδού ....

Η εκδοχή, του να ήταν πράγματι σταματημένη πίσω από το φορτηγό, πλην όμως να μην έγινε αντιληπτή από τους ως άνω μάρτυρες, αντικρούεται από το συνοδηγό (Κ. Σ.) ο οποίος στην αυθημερόν δοθείσα προανακριτική κατάθεσή του επί λέξει ανέφερε, μεταξύ άλλων και ότι, ενόσω το φορτηγό ήταν "ακινητοποιημένο στο κόκκινο φανάρι της ......

μπροστά - μπροστά, πρώτο όχημα στο φανάρι..., πίσω μας και προς τα δεξιά μας ερχόταν μόνο μια δίκυκλη μοτοσυκλέτα" δηλαδή, χρησιμοποιώντας ο εν λόγω μάρτυρας το ρήμα "ερχόταν" ανατρέπει τον ως άνω ισχυρισμό περί ακινητοποίησής της, αφού τότε, αυτός, είτε δεν θα μπορούσε να την είχε αντιληφθεί μέσω του δεξιού καθρέφτη, είτε, εάν την είχε αντιληφθεί σε προγενέστερο χρόνο, δεν θα κατέθετε ότι αυτή "ερχόταν".

Εξάλλου με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εάν η μοτοσικλέτα είχε πράγματι σταματήσει στο κόκκινο φανάρι πριν την επίμαχη διασταύρωση, με δεδομένο, αφενός ότι είχε ευθεία πορεία προς την οδό ..., αφετέρου ότι υπήρχε αρκετός ελεύθερος χώρος (τουλάχιστον 3 - 3,5 μέτρα) δίπλα στο σταματημένο φορτηγό (αφού το πλάτος της οδού ...

είναι 6 μέτρα, του φορτηγού όχι μεγαλύτερο των 2 μέτρων, ενώ δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα), τότε, δεν θα είχε ακινητοποιηθεί όπισθεν αλλά παραπλεύρως του φορτηγού, οπότε και θα είχε γίνει αντιληπτή από τους επιβαίνοντες στο φορτηγό, με την αφή δε του πράσινου στο σηματοδότη, το δίκυκλο θα προπορευόταν του δυσκίνητου φορτηγού, το οποίο εκινείτο με ελάχιστη ταχύτητα, σύμφωνα και με την από 09-02-2008 προανακριτική κατάθεση του οδηγού του (Γ.

Μ.) κατά την οποία "...μόλις άναψε το πράσινο ξεκίνησα σιγά-σιγά, στρίβοντας δεξιά επί της οδού Ακαδημίας...". 4) Η ταχύτητα με την οποία εισήλθε στην επίμαχη διασταύρωση το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ήταν όχι μικρότερη των 80 χ/ω, δηλαδή υπερέβαινε το ανώτερο όριο των 50 χ/ω (κατοικημένη περιοχή), με βάση τη σφοδρότητα των δυο συγκρούσεων και τις εκτεταμένες - σοβαρές φθορές που αυτό υπέστη, όπως αυτές απεικονίζονται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες. 5) Αμφότεροι οι οδηγοί κατά το χρόνο του ατυχήματος βρίσκονταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Ειδικότερα, κατόπιν αιματολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε αρμοδίως και νομοτύπως με λήψη αίματος, περί ώρα 08:10’ από τον εναγόμενο και περί ώρα 09:40’ από τον ενάγοντα, διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος του εναγομένου σε οινόπνευμα κατά την πρώτη εξέταση ήταν 1,06ο/οο και κατά την δεύτερη (την μετά από τα αιτήματά του επανεξέταση του ληφθέντος δείγματος αίματος) ήταν 1,01ο/οο, και η περιεκτικότητα του αίματος του ενάγοντα μοτοσικλετιστή ήταν 0,38ο/οο κατά το χρόνο λήψης των δειγμάτων, η οποία (λήψη) από μεν τον ενάγοντα έλαβε χώρα 3 ώρες και 30 λεπτά μετά το ατύχημα, από δε τον εναγόμενο 2 ώρες μετά το συμβάν, σε χρόνο δηλαδή που είχε ήδη κατά το πλείστον μεταβολιστεί η αλκοόλη στον οργανισμό τους.

Επομένως, κατά το χρόνο της σύγκρουσης η περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο αίμα τους και ιδιαίτερα αυτή του ενάγοντος, ήταν σαφώς μεγαλύτερη της ως άνω διαπιστωθείσας. 6) Η ταχύτητα με την οποία εισήλθε και εκινείτο το δίκυκλο στη διασταύρωση ήταν αυξημένη, ανώτερη των 50 χ/ω και γι’ αυτό, όταν αποκόπηκε η πορεία του με την πρόσκρουσή του στο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, οι αναβάτες της εκτινάχθηκαν και κατέληξαν στα προαναφερόμενα σημεία (ο μοτοσικλετιστής στο άκρο αριστερό της αριστερής λωρίδας πλησίον των κιγκλιδωμάτων της Ακαδημίας). Αν αυξημένη ταχύτητα είχε μόνο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και όχι και το δίκυκλο, τότε ο μοτοσικλετιστής ενάγων θα είχε εκτιναχθεί εμπρός και δεξιά.

Από τα ανωτέρω συνάγεται με βεβαιότητα ότι η μοτοσικλέτα όχι μόνον δεν ήταν ακινητοποιημένη στο φανάρι επί της ..., αλλά εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα προς τη διασταύρωση, ενόσω ήταν αναμμένο το πορτοκαλί φως στο σηματοδότη της πορείας της και αντί (ο ενάγων) να ανακόψει την ταχύτητά του για να σταματήσει, προφανώς επειδή πίστεψε ή ήλπιζε, είτε ότι θα προλάμβανε να τη διασχίσει πριν την αλλαγή σε κόκκινο, είτε ότι δεν θα κινείται άλλο όχημα επί της Ακαδημίας, που λόγω του προχωρημένου της ώρας (06:10’ Σαββάτου) πράγματι δεν υπάρχει κίνηση στο κέντρο της Αθήνας, συνέχισε την ευθεία πορεία του και εισήλθε σ’ αυτήν, καθ’ όν χρόνο όμως ο σηματοδότης στην πορεία του είχε εναλλαχθεί σε ερυθρό, με αποτέλεσμα να προσκρούει στο αυτοκίνητο των εναγομένων, το οποίο με αυξημένη ταχύτητα εισερχόταν στη διασταύρωση μόλις εναλλάχθηκε σε πράσινη η φωτεινή σηματοδότηση στην πορεία του.

Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, που δεν αναιρούνται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, καθίσταται σαφές ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή οδική συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων οδηγών. Πλέον συγκεκριμένα, η αμέλεια του εναγόμενου οδηγού συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς τεταμένη την προσοχή του και υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, αφενός μειώνοντας τα ανακλαστικά του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κάθετη εκ δεξιών του κίνηση της μοτοσικλέτας, ούτε καν την εμφάνιση και την έμπροσθέν του πλαγιοαριστερή πορεία του φορτηγού, αφετέρου δημιουργώντας του ευεξία, υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του και παράβλεψη του κινδύνου, με συνέπεια να κινείται με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης, την οποία μάλιστα δεν μείωσε, αν και πλησίαζε σε διασταύρωση, όπου ήταν αρχικά αναμμένη η κόκκινη ένδειξη, αλλά προβλέποντας (έστω και βάσιμα) και στη συνέχεια αντιλαμβανόμενος, μόλις λίγα μέτρα πριν, ότι εναλλάχθηκε σε πράσινη, αύξησε την ταχύτητά του (σε 80 χ/ω) και εισήλθε άμεσα και παντελώς ανέλεγκτα στον κόμβο, ενώ όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, λαμβάνοντας υπόψη του, το δυστυχώς συχνά συμβαίνον, κυρίως κατά τις νυκτερινές και πρώτες πρωινές ώρες, να παραβιάζονται οι ερυθροί σηματοδότες.

Όμως ο εναγόμενος, επειδή ακριβώς οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντελήφθη τα ως άνω οχήματα (δίκυκλο, φορτηγό) παρόλο που δεν περιοριζόταν η ορατότητά του (ήταν ευθεία, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός) και δεν τροχοπέδησε, ούτε προέβη σε αριστερό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση με το δίκυκλο, παρόλο που ήταν εφικτό να εκτελέσει επιτυχώς όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, που κινούταν με ταχύτητα όχι ανώτερη της επιτρεπόμενης (50 χ/ω), αφού δεν υπήρχαν άλλα οχήματα παραπλεύρως του, δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 42 του Κ.Ο.Κ.

Όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε κυριαρχικά ο ενάγων μοτοσικλετιστής, ο οποίος κινούμενος και αυτός με μεγάλη ταχύτητα, που ναι μεν δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια, ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, η οποία όμως, με βάση τα προαναφερόμενα, υπερέβαινε τα 50 χ/ω και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος που επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, υπό την έννοια, όχι ότι τον κατέστησε ανήμπορο να οδηγήσει ή να μην αντιληφθεί την ύπαρξη και την ένδειξη του σηματοδότη, αλλά μειώνοντας τα ανακλαστικά του, υπερεκτιμώντας τις οδηγητικές του ικανότητες και παραβλέποντας τον κίνδυνο, δεν ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα στο σηματοδότη ενόψει της σ’ αυτό εναλλαγής σε κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, παρόλο που μπορούσε με ασφάλεια να το κάνει, αφού, ενόσω ήταν αναμμένο το κίτρινο φως, αυτός απείχε 10 τουλάχιστον μέτρα από τη διασταύρωση, αλλά παραβλέποντάς το, ή ελπίζοντας ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να διασχίσει τον κόμβο (προφανώς λόγω της εξαιρετικά μειωμένης κίνησης οχημάτων) εισήλθε ανέλεγκτα σ’ αυτόν, καθ’ όν χρόνο όμως είχε ήδη εναλλαχθεί ο σηματοδότης σε ερυθρό, δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ 1β’ και γ’ , 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 παρ. 2, 20 παρ. 1 και 42 του Κ.Ο.Κ.

Με βάση τα ανωτέρω, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσία βάσιμης της νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας που παραδεκτά πρωτοδίκως, πρόβαλαν οι εναγόμενοι σε βάρος του ενάγοντος της 1ης αγωγής (μοτοσικλετιστή), το ποσοστό ευθύνης στην πρόκληση του ατυχήματος προσδιορίζεται σε 70% για τον ενάγοντα μοτοσικλετιστή και σε 30% για τον εναγόμενο οδηγό του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, όπως, μετά από ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου λόγων των εφέσεων...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών και της υπάρξεως του ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των οδηγών των οχημάτων και της συγκρούσεως που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. Α’ α’ μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, καθ’ όσον, "με βάση τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως): i.

Από τη στιγμή της εκκίνησης του φορτηγού από το σηματοδότη της οδού ... μέχρι τη στιγμή που το Ι.Χ.Ε. ζημιογόνο αυτοκίνητο προσέκρουε στο φορτηγό, είχαν περάσει: 14 δευτερόλεπτα υπό την μία από τις δύο εκδοχές της και συγκεκριμένα υπό την εκδοχή ότι το φορτηγό εκινείτο με ταχύτητα 10 χλμ./ώρα (διότι είναι 39 τα μέτρα που διήνυσε το φορτηγό επί 3.600 τα δευτερόλεπτα που έχει μια ώρα δια 10.000 που ήταν η ταχύτητα του φορτηγού σε μία ώρα, ίσον 14 δευτερόλεπτα) ή το πολύ 17,5 δευτερόλεπτα υπό την άλλη εκδοχή της και συγκεκριμένα υπό την εκδοχή ότι το φορτηγό εκινείτο με 8 χλμ./ώρα (διότι είναι 39 τα μέτρα που διήνυσε το φορτηγό επί 3.600 τα δευτερόλεπτα που έχει μια ώρα δια 8.000 που ήταν η ταχύτητα του φορτηγού σε μία ώρα, ίσον 17,5 δευτερόλεπτα). ii.

Το ένδικο ατύχημα είχε ήδη επισυμβεί 1.12 δευτερόλεπτα πριν από την πρόσκρουση του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο φορτηγό (διότι είναι 25 τα μέτρα που διήνυσε το IX αυτοκίνητο επί 3.600 τα δευτερόλεπτα που έχει μια ώρα δια 80.000 που ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου σε μία ώρα, ίσον 1,12 δευτερόλεπτα). Σε κάθε, δηλαδή, περίπτωση, υπό τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, από την αφή του πράσινου στην οδό ...

και την εκκίνηση του φορτηγού μέχρι τη στιγμή του ενδίκου ατυχήματος, είχαν παρέλθει 12,88 δευτερόλεπτα (14 μείον 1,12) ή το πολύ 16,38 δευτερόλεπτα (17,5 μείον 1,12). Αυτό σημαίνει ότι, υπό τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τη στιγμή του ένδικου ατυχήματος: α. Ο σηματοδότης της οδού Ακαδημίας έδειχνε ακόμη κόκκινο, αφού δεν είχαν παρέλθει τα 19 δευτερόλεπτα για να μεταλλαχθεί σε πράσινο.

β. Ο σηματοδότης της οδού ... έδειχνε είτε πράσινο υπό την εκδοχή ότι είχαν παρέλθει 12,88 δευτερόλεπτα, είτε πορτοκαλί υπό την εκδοχή ότι είχαν παρέλθει 16,38 δευτερόλεπτα. Κατά συνέπεια, η παραδοχή ότι ο αντίδικος είχε πράσινο στην πορεία του και εγώ κόκκινο, είναι αντιφατική με τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές".

Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στον παραπάνω δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το εν λόγω δικαστήριο κατά τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης του, όφειλε, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., να λάβει υπόψη του, πέραν των άλλων, και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται σ’ αυτήν όλως αορίστως και γενικώς ότι ελήφθη υπόψη, εκτός άλλων και "η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και των τριών πρώτων εναγομένων", χωρίς όμως να διαλαμβάνεται οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό σχετικό με την τοιαύτη κατάσταση τούτων, με συνέπεια να πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν είναι δυνατόν να κριθεί εάν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η ως άνω διάταξη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, για μη παράθεση ικανοποιητικών αιτιολογιών, αναφέρονται στην κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε σ’ αυτό με επίκληση και ειδικότερα την από Απριλίου 2013 τεχνική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη των πραγματογνωμόνων Σ.

Π., Δ. Ι. και Ν. Κ., για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών ήταν ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Γ.. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση αυτής (προσβαλλόμενης αποφάσεως) ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι "είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...

χωρίς η ρητή αναφορά των ανωτέρω (εγγράφων της ποινικής διαδικασίας) να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για τον σχηματισμό δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο, που νόμιμα είχε προσκομίσει μετ’ επικλήσεως στο Εφετείο ο τότε εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων.

V. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του" προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί (ΑΠ 560/2013).

Το ποσό του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 560/ 2013, ΑΠ 2153/2013). Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που μέχρι τον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα ήταν υγιής, έχει καταστεί, συνεπεία των τραυμάτων του, μόνιμα και εφ’ όρου ζωής ανάπηρος.

Πλέον συγκεκριμένα, λόγω του κατάγματος και της μετατραυματικής εκτόπισης του Θ5 σπονδύλου, παρά το ότι υποβλήθηκε σε σπονδυλοδεσία και σε αρθρόδεση ΔΕ ποδοκνημικής, υπέστη πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία επιπέδου Θ6, με συνέπεια να αδυνατεί να περπατήσει αυτοδύναμα και να μετακινείται μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο εφ’ όρου ζωής, κατάσταση που συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 80%.

Επιπλέον, λόγω της τραυματικής βλάβης αορτής επιπέδου 1, που υπέστη, υποβλήθηκε σε τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stented graft) και λαμβάνει συνεχώς αντιπηκτική αγωγή. Εξάλλου, η πλήρης ρήξη της οπίσθιας ουρήθρας, που αποκαταστάθηκε μερικώς, έχει δημιουργήσει αδυναμία φυσιολογικής ούρησης και αναγκαιότητα εφ’ όρου ζωής συνεχούς χρήσης ουροκαθετήρα προς αποφυγή επίσχεσης ούρων.

Τόσον η υφιστάμενη παραπληγία όσο και η μόνιμη χρήση ουροκαθετήρα, που τον καθιστούν πλέον μόνιμα ολικώς ανάπηρο σε ποσοστό 90%, έχουν επηρεάσει δυσμενώς κάθε δραστηριότητά του (επαγγελματική, κοινωνική, σεξουαλική), αφού τον έθεσαν στο περιθώριο της επαγγελματικής ενασχόλησης, της προσωπικής και εν γένει κοινωνικής ζωής, καθιστώντας τον ανήμπορο να αντεπεξέλθει στις καθημερινές ενασχολήσεις και ανάγκες του.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι βέβαιο ότι η ως άνω αναπηρία του, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων, όπως η ηλικία του (27 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, τον καθιστούν άτομο που μειονεκτεί έναντι άλλων ατόμων της ηλικίας του και οπωσδήποτε επιδρά δυσμενώς στην κοινωνική, επαγγελματική, οικονομική και προσωπική του εξέλιξη, αφού, μεταξύ άλλων, έχει επηρεαστεί και η φυσιολογική σεξουαλική του ικανότητα.

Έτσι, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ως άνω δυσμενείς επιπτώσεις, του οφείλεται ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 10.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο με βάση τα ανωτέρω καθώς και το ποσοστό συνυπαιτιότητας (70%) που τον βαρύνει στην πρόκληση του ατυχήματος". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.

χρηματικής παροχής στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος, υπό τον αριθμό 1, πρόσθετος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ’ αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μικρότερο του συνήθως επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του υπό τον αριθμό 2 προσθέτου λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατική και ασαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επιδράσεως στο μέλλον του αναιρεσείοντος της αναπηρίας που δέχθηκε ότι προξενήθηκε σ’ αυτόν από το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα για τον λόγο ότι καταλείπονται αμφιβολίες περί του αν δέχθηκε ή όχι ότι στο εξής θα είναι εφ’ όρου ζωής απολύτως ανίκανος προς σεξουαλική ικανοποίηση και συνουσία, ο οποίος (πρόσθετος λόγος) αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να γίνουν δεκτοί εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο πρώτος υπό τον αριθμό 1 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 437/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ