Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for procedural defects and failure to raise specific arguments at lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to examine specific claims regarding indefiniteness and res judicata, but the court found these arguments were procedurally inadmissible. The court ruled that such claims must be raised as specific grounds for appeal at the appellate level or immediately in execution proceedings, rather than as vague assertions in the cassation petition.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14, 562 para. 2, 566 §1, 577 §3, 933 §4 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the contested judgment has independent grounds supporting the operative part, or if the appellant fails to raise specific legal grounds regarding indefiniteness or res judicata at the appellate level as required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1051 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1051/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Κωστήρη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΝΙΚΗΤΑ Α.Ε.Β.Ε" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μάρκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Νοεμβρίου 2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 480/2006 μη οριστική, 2868/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαρτίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Μαρτίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-3-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αυτοτελείς αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 §1 και 577 §3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 13/1995, 25/1994). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 §4 του ΚΠολΔ οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης (που προβάλλονται στο πλαίσιο δίκης ανακοπής κατά της εκτέλεσης), πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί με το απαράδεκτο, το οποίο καθιερώνει στην αποφυγή παρέλκυσης της διαδικασίας εκτέλεσης και στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση εκτέλεσής τους, και στη μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταπόδειξης του καθ' ου η ανακοπή, προκύπτει ότι άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της επικαλούμενης απαίτησης ισχυρισμών, μόνο με έγγραφο ή δικαστική ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 933 §4 του ΚΠολΔ.
Άμεση απόδειξη καλύπτουν τα ιδιωτικά έγγραφα τα οποία φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους (δανειστή) και αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση εξόφλησης που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη τους επιτρεπομένης ανταπόδειξης κατ' αρθ. 443 έως 445 του ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 10/1993). Εν όψει αυτών, και η απόδοση εκ μέρους του δανειστή προς τον οφειλέτη του έγγραφης κατ' άρθρ. 424 του ΑΚ εξοφλητικής απόδειξης, ακόμα και επί εντύπου υπεύθυνης δήλωσης του άρθ. 8 του Ν.1599/1986, που από ουσιαστική άποψη αποτελεί οιονεί δικαιοπραξία ενώ από δικονομική άποψη αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας του δανειστή, που δεν είναι τρίτος στις άμεσες σχέσεις τους με τον οφειλέτη, όταν δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητα της υπογραφής του εκ μέρους του παρέχοντος δανειστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του κομιστή της οφειλέτη, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 933 §4 του ΚΠολΔ για το γεγονός της αναφερόμενης σ' αυτή καταβολής, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη στο δανειστή ότι η βεβαίωση αυτή δεν είναι αληθινή, χωρίς να προσβληθεί η απόδειξη αυτή ως πλαστή (ΑΠ 752/2001, 1179/1994).
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν παρέχεται ή όχι τέτοια άμεση απόδειξη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 933 §4 του ΚΠολΔ, από τα προσαχθέντα και επικληθέντα από το διάδικο οφειλέτη έγγραφα αποδεικτικά μέσα, αναγόμενη αποκλειστικά σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, που κρίνεται ως απαράδεκτος κατ' άρθ. 561 εδ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 353/1974).
Τέλος, η εκ μέρους του δανειστή, που χορήγησε εξοφλητική απόδειξη, αμφισβήτηση κατά τα προαναφερθέντα του ουσιαστικού περιεχομένου της, που αφορά την εξόφληση, δεν αναιρεί από μόνη της την άμεση αποδεικτική ισχύ, ούτε καθιστά απαράδεκτο το έγγραφο αποδεικτικό μέσο ή τον ισχυρισμό εξόφλησης, για τον οποίο προσκομίζεται, εκτός εάν ο δανειστής που χορήγησε την εξοφλητική αποδείξει απόδειξε ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 1179/1994).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι: "κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 933 §4 του Κ.Πολ.Δ. δέχθηκε (το Εφετείο) ότι αποδείχθηκε ο λόγος της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, κατά της εκτέλεσης Δ/γης πληρωμής, ότι κατέβαλε προς τον αναιρεσείοντα με μετρητά το ποσό των 11.000.000 δρχ για την εξόφληση της υπ' αριθ. 19524395 επιταγής της ΕΤΕ και ότι η καταβολή αυτή αποδείχθηκε από την εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντα που περιέχεται στην από 3-9-1999 υπεύθυνη δήλωσή του (αναιρεσείοντα), που ήταν όμως απαράδεκτο μέσο έστω και με την έννοια της εξώδικης ομολογίας, και το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό της προβολής του αντίστοιχου ισχυρισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε με αυτοτελείς αιτιολογίες ότι αποδείχθηκε ότι: "Το ποσό των 15.000.000 δρχ. που έλαβε η ανακόπτουσα από τον καθού ως δάνειο τον Ιανουάριο του 1995 [5.000.000 δρχ.] και τον Αύγουστο του ίδιου έτους [10.000.000 δρχ.] συμφωνήθηκε με επιτόκιο 48% ετησίως, ποσοστό το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο την εποχή εκείνη, δηλαδή 32% και 27% αντίστοιχα.
Έναντι του ποσού αυτού η ανακόπτουσα κατέβαλε στον καθού από τον Ιανουάριο 1995 έως τον Σεπτέμβριο 1999 22.641.700 δρχ., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις καταβολής στον λογαριασμό του καθού της Ε.Τ.Ε., με την καταβολή δε του ποσού αυτού εξόφλησε το συνολικό ποσό του δανείου, μάλιστα δε υπερβαίνει η καταβολή αυτή κατά 421,42 ευρώ το οφειλόμενο ποσό του δανείου [βλ.
τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα ... σελ. 6 και παράρτημα 9]. Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται εκείνο των 5.000.000 δρχ., η καταβολή του οποίου δεν προκύπτει από έγγραφα ή ομολογία του καθού, γιατί στην προκειμένη δίκη περί την εκτέλεση οι αποσβεστικοί της απαίτησης ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, μη επιτρεπομένης της, για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού, εξέτασης μαρτύρων, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, πλεοναστικώς δε το Δικαστήριο τούτο με την παραπάνω απόφαση του ζήτησε επανεξέταση των μαρτύρων.
Παρά ταύτα όμως, παρά, δηλαδή, το ότι δεν υπολογίζονται στις καταβολές το ποσό των 5.000.000 δρχ. με τις παραπάνω καταβολές εξοφλήθηκε εξ ολοκλήρου, όπως προαναφέρθηκε, το από 15.000.000 δρχ. ποσό του δανείου και οι νόμιμοι τόκοι αυτού.
Συνεπώς δεν είναι νόμιμες οι αξιώσεις του καθού κατά της ανακόπτουσας που προέρχονται από τις παραπάνω ένδικες επιταγές, με αριθμό ... και ... της ΕΤΕ, ακύρως δε επισπεύδεται, βάσει της επί των επιταγών αυτών εκδοθείσης με αριθ. 330/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, αναγκαστικής εκτέλεσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με τηνεκκαλούμενη απόφασή του έκρινε: 1] ότι το ύψος της σύμβασης δανείου ήταν 15.000.000 δρχ. (και όχι 22.000.000 δρχ. που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), 2] ότι οι παραπάνω επιταγές εκδόθηκαν για να καλύψουν τοκογλυφικούς τόκους από τη σύμβαση αυτή και συνεπώς η αξίωση του καθού η ανακοπή γι' αυτούς είναι μη νόμιμη και 3] ότι η ανακόπτουσα, με τις αναφερόμενες σ' αυτήν καταβολές, εξόφλησε τη νόμιμη οφειλή της από τη σύμβαση αυτή για κεφάλαιο και νόμιμους τόκους και στη συνέχεια έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου στην ουσία του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης".
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό για την έφεση του αναιρεσείοντος διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με τον ίδιο λόγο ή άλλο λόγο, και επομένως ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος, γιατί αφορά την πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης, για την εξόφληση με την καταβολή του ποσού των 11.000.000 δρχ.
της υπ' αριθμ. ... επιταγής της ΕΤΕ, που δεν περιλαμβάνεται όμως στις καταβολές εκείνες που επέφεραν απόσβεση της απαίτησης του αναιρεσείοντος από το δάνειο των 15.000.000 δρχ., ούτε η τελευταία αυτή επιταγή με αριθμό ... περιλαμβάνεται κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης στις ένδικες, που αφορούσε η ανακοπή της αναιρεσίβλητης.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, και με την εκδοχή της αυτοτέλεσης της αντίστοιχης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται ως αβάσιμος αλλά και ως απαράδεκτος στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 561 §1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα πρόσθετη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο που δίκασε, δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, για απόσβεση της απαίτησης του αναιρεσείοντος για την οποία η εκτέλεση "με καταβολή ποσού 11.000.000 δρχ.
σε μετρητά για το οποίο εκδόθηκε η με αριθμό ... επιταγή της Ε.Τ.Ε. η οποία εξοφλήθηκε όπως ομολογεί ....ο καθ'ού στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 3-9-1999 υπεύθυνη δήλωση" Κρίνοντος έτσι το Εφετείο σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα μείζονα νομική σκέψη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό αριθ.14 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ'άλλου η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι ο ίδιος αποσβεστικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ήταν απαράδεκτος, γιατί δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα από μόνη την έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντα, είναι απαράδεκτος κατά τα προαναφερόμενα, καθόσον πλήττει την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όσο στηρίζεται στην προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση ως προς το κατ' ουσία αποσβεστικό αποτέλεσμα της ίδιας έγγραφης υπεύθυνης δήλωσης του, κρίνεται αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με την επί της ουσίας ανέλεγκτη παραδοχή του, ότι με την ίδια έγγραφη δήλωση και την ως άνω εμπεριεχόμενη εξώδικη ομολογία ο αναιρεσείων ομολόγησε πράγματι την εξόφληση της ένδικης απαίτησης του, απέκρουσε εκ του πράγματος (ολ.ΑΠ 11/1999) τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το αποσβεστικό περιεχόμενο της ίδιας υπεύθυνης δήλωσης ήταν εικονικό.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βεβαία δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.: 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του 1) τα υπ' αριθ. 5445088 και 5445087/30-6-1995 γραμμάτια εξόφλησης ομολόγων από τα οποία προέκυπτε ότι τον Ιούνιο του 1995 είχε εκταμιεύσει ποσό 19.135.000δρχ από το οποίο χρηματοδότησε τη δεύτερη και τη τρίτη δόση του δανείου προς την αναιρεσίβλητη 10.000.000 και 7.000.000 δρχ.
αντιστοίχως για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το δάνειο συνολικά προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν σε 22.000.000 δρχ., 2) την από 2-10-2006 πρόσθετη λογιστική πραγματογνωμοσύνη του ίδιου του ... για το ύψος της συνολικής οφειλής της αναιρεσείουσας επί της υπόθετικής περίπτωσης ότι το κεφάλαιο συνολικά του δανείου προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν σε 22.000.000 δρχ.
και 3) την με αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ με την οποίας αντικαταστάθηκε η προγενέστερη επιταγή με αριθμό ... εκδόσεως της αναιρεσίβλητης τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι το σύνολο του ένδικου δανείου προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν σε 22.000.000 δρχ και όχι σε 15.000.000 δρχ που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Δεν περιλαμβάνεται όμως στην πιο πάνω διάταξη η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος (ένσταση) που αποτελούσε και λόγο έφεσης για αοριστία του εισαγωγικού δικογράφου και για την ύπαρξη δεδικασμένου επί της ίδιας αοριστίας αφού αυτού του είδους οι ενστάσεις και ισχυρισμοί δεν αποτελούν "αιτήσεις" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αλλά "πράγματα" που προβάλλονται στο πλαίσιο του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1510/2005).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Όλ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006) αλλά ούτε και οι απαράδεκτο και η αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του αρθ.559 του ΚΠολΔ (Α.Π.115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π.1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2005, Α.Π.1055/2005, Α.Π.1055/2005, αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαδικασία. (Α.Π.1933/2006).
Εν όψει αυτών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π.780/2004).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται, στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος της πρότασής του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.
η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002) ή από τον αριθμό 8 εφόσον η αοριστία προβλήθηκε στο Εφετείο λόγο έφεσης και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαιού,και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π.1676/2001).
Εφότου δε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση είναι του Εφετείου, η πρόταση της προαναφερθείσας αοριστίας του δικογράφου της αγωγής εκ μέρους εκκαλούντος πρέπει να είχε γίνει στο Εφετείο με το δικόγραφο της εφέσεως ή του πρόσθετους λόγους έφεσης και όχι με τις προτάσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον τρίτο λόγο της έφεσής του αναιρεσείοντος με τον οποίο διατύπωσε το παράπονο κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης για το ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε λόγω αοριστίας την ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης, ούτε έλαβε υπόψη δεδικασμένο που παραγόταν από την υπ'αριθ.2496/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου για την ίδια αοριστία.
Ο λόγος αυτός έτσι διατυπούμενος είναι απαράδεκτος γιατί με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος της έφεσης του αναιρεσείοντος που κατά τον αναιρετικό λόγο δεν ερευνήθηκε, δεν αποτελούσε "αίτηση" κατά την έννοια του αριθ.9 του αρθ.559 του Κ.Πολ.Δ. αλλά "πράγμα". Ανεξάρτητα όμως από αυτά, ο ίδιος λόγος, και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι υποστηρίζεται στον αριθμό 8 του αρθ.559 του Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος, γιατί οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για αοριστία της ανακοπής της αναιρεσίβλητης και για δεδικασμένο επί της ίδιας αοριστίας μετά την ειδική και ρητή απόρριψη του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με ορισμένο λόγο έφεσης.
Ειδικότερα από την επισκόπηση του δικογράφου της από 30-11-2004 έφεσης του αναιρεσείοντος και ειδικά με τον τρίτο λόγο της διατυπώθηκε η πλημμέλεια κατά της εκκληθείσας τότε πρωτόδικης απόφασης ότι: "Οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης στην προηγούμενη ανακοπή της απορρίφθηκαν ως αόριστοι, τόσο τελεσίδικα όσο και αμετάκλητα και για το λόγο αυτό η εκκαλούμενη έσφαλε, αφού δεν έλαβε υπόψη της ούτε απάντησε στις ενστάσεις δεδικασμένου και αοριστίας που προέβαλα στο αναιρετήριο".
Ο λόγος αυτός της εφέσεως του αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτος ως αόριστος, το δε Εφετείο, που δεν απάντησε σ'αυτόν, δεν παράλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του "πράγματα" ούτε παρά το νόμο δεν εκήρυξε ακυρότητα.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις έγγραφεν προτάσεις του κατάθεσεως( αρθρ.176 και 183 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ.2868/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της προηγηθείσας μη οριστικής υπ'αριθ.480/2006 απόφασης του ίδιου Εφετείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ