Legislator Case Law & Legislation
1050/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim for back pay due to abusive litigation delay.

Case Number 1050/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for back pay. The appellant had previously sued to annul his dismissal in 2011 but failed to file a new claim for back pay until 2018, creating a seven-year gap. The court held that this prolonged inaction, justified only by the expectation of the prior suit's resolution, constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the court ruled that the delay was unreasonable and the claim for additional back pay was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 656 of the Civil Code; A claim for damages is rejected if the plaintiff's prolonged inaction, without valid justification, demonstrates an abuse of right.

Keywords

AI generated
abuse of right prolonged inaction back pay claim litigation delay Civil Code Article 281 dismissal annulment unreasonable delay

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1050/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Χ., κατοίκου Βούλας Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Αλεξανδρή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και το δ.τ. "..." όπως μετονομάσθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ... & Σια Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 838/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 714/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-12-2022 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών 2473/241/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 714/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την από 30-10-2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την επίκληση ακυρότητας της χωρήσασας την 20-11-2011 απόλυσής του εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ζητούσε, αφ' ενός να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, αφ' ετέρου να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 20-1-2013 έως 20-12-2017, διάστημα που εκτείνεται μετά την άσκηση της προγενέστερης, από 21-11-2011 αγωγής του.

Με την αγωγή εκείνη, που έγινε τελεσίδικα δεκτή, είχε προσβάλει το κύρος της καταγγελίας και είχε ζητήσει αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από την καταγγελία έως την 19-1-2013. Η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 838/2020 απόφασή του, κατά της οποίας ο ενάγων άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της προβληθείσης εκ μέρους της εναγομένης ένστασης καταχρηστικής ασκήσεώς της.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 823/2023, ΑΠ 1667/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 708/2023).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στηνανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, 1238/2019).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 467/2021, 50/2020, 598/2019, 130/2016, 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη εργοδότρια προέβαλε τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος ενάγοντος, ένσταση που έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "......ο εκκαλών - ενάγων απασχολήθηκε στην εφεσίβλητη - εναγομένη από την 26/04/2008 μέχρι την 19/09/2011, οπότε η εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Στις 21/10/2011 επανέλαβε τη δήλωση καταγγελίας προς τον εκκαλούντα. Ο τελευταίος άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης, την από 21/11/2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, με την οποία ζήτησε αφενός να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αφετέρου, να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη, να του καταβάλει ποσό 73.426,34 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε διαφορές αποδοχών, σε προσαύξηση για παρασχεθείσα εργασία, σε αμοιβή για υπερεργασία, σε διαφορές αποδοχών καθώς και σε μισθούς υπερημερίας για τo χρονικό διάστημα 19/09/2011 έως 19/01/2013.

Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1960/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας. Από το τέλος του 2011 ο εκκαλών επανήλθε κατά της εφεσίβλητης, με νέα αγωγή με αίτημα την επιδίκαση εκ νέου μισθών υπερημερίας για περαιτέρω χρονικό διάστημα, μόλις τον Νοέμβριο του έτους 2018, με την αγωγή επί της οποίας όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη έφεση, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας.

Από την άσκηση της προγενέστερης αγωγής, όμοιου αιτήματος με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθαν επτά έτη. Κατά παγία νομολογία του Α.Π. έχει γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση παρόδου ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έγερση της αρχικής αγωγής με την οποία ζητήθηκαν από απολυθέντα εργαζόμενο μισθοί υπερημερίας μέχρι την έγερση νεώτερης όμοιου περιεχομένου και αιτήματος αγωγής για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, η άσκηση της δεύτερης αυτής αγωγής κρίνεται ως καταχρηστική διότι έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί εύλογα στον εναγόμενο πρώην εργοδότη η πεποίθηση ότι ο πρώην εργαζόμενος του δεν πρόκειται να ασκήσει νέα αγωγή.

Αυτό έκρινε και η με αριθμό 1057/2005 απόφαση του ΑΠ σε 30 ad hoc προς την ένδικη περίπτωση, απόφαση την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εφεσίβλητη, προς θεμελίωση και τεκμηρίωση της βασιμότητας της νομότυπα προβληθείσης από εκείνη, ένστασης καταχρηστικής άσκησης από τον εκκαλούντα του δικαιώματος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για επιπλέον του αρχικού, χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω έχει αμετακλήτως κριθεί [......], ότι το γεγονός πως ο ενάγων αδράνησε να ασκήσει τις αξιώσεις τον για αποδοχές υπερημερίας επί τρία έτη από την γενόμενη άκυρη καταγγελία, και μόνη η επίκληση από τον ίδιο πως περίμενε να κριθεί τελεσίδικα η ακυρότητά της, δεν αρκεί να δικαιολογήσει την αδράνεια του και για το λόγο αυτό η κριθείσα από το δικαστήριο εκείνο αγωγή είχε απορριφθεί λόγω καταχρηστικής άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος.

Κατά συνέπεια ορθά και νόμιμα κρίνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλουμένη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, την υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που είχε υποβάλει με τις νομότυπα κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις της η εφεσίβλητη." Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ περιέχει επαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στις ως άνω διατάξεις.

Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι, ότι από την άσκηση της προηγούμενης, από 21-11-2011 αγωγής του, μέχρι την άσκηση της μεταγενέστερης, από 30-10-2018 αγωγής του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, και δη επτά ετών, ότι λόγω της κατά τα άνω, εκτεινομένης σε υπερβολικά μεγάλα χρονικά πλαίσια, αδράνειας του δικαιούχου, δημιουργήθηκε εύλογα στην εναγομένη πρώην εργοδότρια η πεποίθηση ότι ο πρώην εργαζόμενός της δεν πρόκειται να ασκήσει νέα αγωγή, ενώ μόνη η επίκληση από τον τελευταίο ότι περίμενε να κριθεί τελεσίδικα η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αρκεί να δικαιολογήσει την αδράνειά του.

Επομένως είναι αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2022 αίτηση για αναίρεση της 714/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ