Supreme Court dismisses appeal against accident compensation fund liability ruling due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal and supplementary interventions against a first-instance judgment. The appellant argued for a different interpretation of liability rules, but the court found no legal grounds to overturn the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, costs were shared, and the appellant's security deposit was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 and 553 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the admissibility of an appeal ex officio, and an appeal lacking legal basis or proper timeliness is rejected without further examination of the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1050 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1050/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-υπέρ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις: Ι. Ν. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο.
Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Σπάρτης", που εδρεύει στην Σπάρτη Λακωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σάλαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκε η 294/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί: α) ο αναιρεσείων με την από 10-11-2020 αίτησή του, β) το 1ο προσθέτως παρεμβαίνον με την από 4-10-2022 πρόσθετη παρέμβασή του και γ) το 2ο προσθέτως παρεμβαίνον με την από 28-9-2022 πρόσθετη παρέμβασή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 2ου προσθέτως παρεμβαίνοντος την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του Κ.Πολ.Δ., "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. 3. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το βάσιμο των λόγων της". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναιρέσεως αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "1. Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ιδίου Κώδικα, "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση, που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας εφέσεως, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Έτσι, ο διάδικος δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους προαναφερθέντες τρόπους (Ολ.
Α.Π. 1.113/1986, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 878/2017). Με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ., τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι: "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι: "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1, άρθρο ένατο, παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016".
Η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4.335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον, ώστε να παρέχεται, ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1.1.2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά, το κυριότερο και οι πρώτες δικαστικές προσπάθειες που εκδίδονται μετά την 1.1.2016, παρείχαν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακύβευαν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της εφέσεως και της αναιρέσεως, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων, που αφορούν στη διαδικασία ασκήσεως και συζητήσεως των ενδίκων αυτών μέσων, από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία ασκήσεως αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της ασκήσεως κρίνονται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
εφαρμόζονται και στις αποφάσεις, που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολ.Δ., η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικώς στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Όμως, η προσήλωση στην φραστική διατύπωση του άρθρου ενάτου, παρ. 2 του Ν. 4.335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διαψεύσεως και ευλόγου πεποιθήσεως και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσόμενων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς τους λόγους η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί, ο κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4.335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ. Α.Π. 296/1974), στην αντίστροφη περίπτωση της αυξήσεως της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της Πολ.Δ., σε τριετή με τον Κ.Πολ.Δ.
του 1968. Η με τον τρόπο αυτόν τελολογική προσέγγιση του άρθρου ενάτου, παρ. 2 του Ν. 4.335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσεως οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου (Ολ. Α.Π. 10/2018, Α.Π. 817/2020, Α.Π. 596/2020, Α.Π. 111/2019).
Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για απόφαση, που δημοσιεύθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4.335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της εφέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή, όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, καθίσταται τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί, όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αυτή αρχίζει, αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από την δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει την δίκη, δηλαδή είναι συνολικώς έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικώς έξι χρόνια (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014).
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της αποφάσεως, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 363/2021, Α.Π. 1.181/2019).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τελειώνει δε κατά την λήξη του ωραρίου των Δικαστικών Υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επομένης, μη εξαιρετέας, ημέρας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του Διατάγματος της 26-6/10.7.1944 "Περί δικών του Δημοσίου", σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία εις βάρος αυτού κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, με την ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά την διάρκειά τους.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. ΚΟΔΚΔΛ (Ν. 4.938/2022), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4, εδάφ. α' του Ν. 2.579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του Διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.
και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), (Α.Π. 1.337/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4.690/2020, το οποίο επιγράφεται "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης" ορίζονται τα εξής: "1.
Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4.790/2021 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α1 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4.792/2021 ορίζεται ότι: "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού Covid 19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης, από 10-11-2020, αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης στις 19-11-2020 (υπ' αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως ..19-11-2020), ο αναιρεσείων πλήττει την εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ., όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν, πριν καταργηθούν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4.335/2015), υπ' αριθμ. 294/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Ειδικότερα, με την από 15-7-2013 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ..-7-2013) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι στις 23-7-2008 και περί ώραν 14.30, ο πρώτος εναγόμενος Γ. Π., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Π.
Χ. Μ. Α.Ε." και ήδη, κατόπιν απορροφήσεως αυτής, της δεύτερης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε και την διαδέχθηκε νομίμως το τρίτο εναγόμενο, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κινούμενος με αυτό επί της ε.ο.
Τάραψας - Μονεμβασίας, απρ αποκλειστική αμέλειά του, όπως αναλυτικώς περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής του, προκάλεσε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούσθηκε το προαναφερθέν αυτοκίνητο με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε ο Κ. Λ. και επί του οποίου επέβαινε, στο πίσω κάθισμα, ο ίδιος (αναιρεσείων), με αποτέλεσμα, συνεπεία της συγκρούσεως αυτής, να υποστεί τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό (άρθρ. 223 εδάφ. β', 295 παρ. 1, εδάφ. β' και 297 του Κ.Πολ.Δ.), να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 202.054 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 294/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία, καθό μέρος η αγωγή στρεφόταν εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή δεν προηγήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος - αναιρεσείοντος η υποβολή αιτήσεως αποζημιώσεως προς το τελευταίο, συνοδευόμενη από έγγραφα, που θα αποδείκνυαν την απαίτησή του και αρνητική απάντηση του Επικουρικού Κεφαλαίου ή άπρακτη παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας, που προβλέπεται από το άρθρο 19 παρ. 8 του Ν. 237/1986, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με την παράγραφο δ' του τετάρτου άρθρου του Ν. 4.092/2012.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 25.8.2014 και ουδέποτε επιδόθηκε, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέχρι τις 26.8.2017, οπότε παρήλθε η τριετής, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, προθεσμία για την άσκησή της και η ανωτέρω απόφαση, έκτοτε, κατέστη τελεσίδικη. Τελικώς, προσβλήθηκε με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 19-11-2020.
Αναφορικώς με την συμπλήρωση της, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως, αυτή άρχισε στις 26.8.2017 κατ' άρθρο 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., θα συμπληρώνονταν στις 26.8.2020, κατά τα άρθρα 564 παρ. 3, 518 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν δεν μεσολαβούσαν οι επακολουθήσασες αναστολές προθεσμιών.
Ωστόσο, ανεστάλη πρώτη φορά για χρονικό διάστημα 80 ημερών, από 13.3.2020 έως 31.5.2020, κατ' άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4.690/2020, ακολούθως από το χρονικό διάστημα 80 ημερών της πρώτης αναστολής συμπληρώθηκε, ύστερα από την κανονική λήξη της, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας (26.8.2020), χρονικό διάστημα 6 ημερών τον Αύγουστο του 2020 (από 26.8.2020 έως 31.8.2020), 30 ημερών το Σεπτέμβριο του 2020 (από 1.9.2020 έως 30.9.2020), 31 ημερών τον Οκτώβριο του 2020 (από 1.10.2020 έως 31.10.2020) και 6 ημερών το Νοέμβριο του 2020 (από 1.11.2020 έως 6.11.2020).
Στη συνέχεια, ανεστάλη δεύτερη φορά για χρονικό διάστημα 150 ημερών, από 7.11.2020 έως 5.4.2021, κατ' άρθρο 83 παρ. 1 του Ν. 4.790/2021 και μετά την παρέλευση των 150 ημερών της δεύτερης αναστολής αυτής, στις 5.4.2021, το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα των 7 ημερών (80 ημέρες της πρώτης αναστολής μείον 73 ημέρες διανυθείσας προθεσμίας κατά το χρονικό διάστημα από 26.8.2020 έως 6.11.2020 της πρώτης αναστολής) συμπληρώθηκε στις 22.4.2021, με την παρέλευση του υπολειπομένου ημερολογιακού υπολοίπου 7 ημερών τον Απρίλιο του 2021 (από 6.4.2021 έως 12.4.2021), προστιθεμένης της νομίμου παρατάσεως 10 ημερών, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 1, περ.
α' του Ν. 4.790/2021, οπότε η τριετής καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως, έληγε στις 2.4.2021, κατά τα άρθρα 564 παρ. 3, 518 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 1 παρ. 2 της Π.Ν.Π. 29/30.12.1980, η οποία κυρώθηκε δυνάμει του Ν. 1.157/1981 (Φ.Ε.Κ. Α', 126). Τούτων δοθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε στις 19.11.2020, είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, δικαιούται, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει, περαιτέρω, ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του, ισχύοντος από 27.9.2013, Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4.194/2013, ΦΕΚ 208 τ. Α'/27.9.2013), στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει, μεταξύ άλλων και "Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα...".
Στην προκειμένη περίπτωση, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι: α) Αθηνών, με το από 28.9.2022 δικόγραφο και β) Σπάρτης, με το από 4.10.2022 δικόγραφο, άσκησαν πρόσθετες, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρεμβάσεις, με τις οποίες: α) επικαλούμενοι την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του Κώδικα Δικηγόρων και β) ισχυριζόμενοι ότι το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη και, συνακολούθως, του εύρους της εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου δ' του άρθρου τέταρτου του Ν. 4.092/2012, με το οποίο προστέθηκε η προαναφερθείσα παράγραφος 8 στο άρθρο 19 του Ν. 237/1986 και σύμφωνα με την οποία: "Η αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι παραδεκτή μόνον αν ο ενάγων έχει υποβάλει προ της άσκησής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο έγγραφη αίτηση αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην αίτηση εντός τριών μηνών από την υποβολή της, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του νόμου αυτού. Μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου", είναι ζήτημα γενικότερου κοινωνικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, αφού, εν προκειμένω, πρόκειται για περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας κάθε πολίτη στις περιπτώσεις προκλήσεως ζημίας από τροχαίο ατύχημα, όταν υπόχρεο για την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιώσαντος είναι το καθού οι πρόσθετες παρεμβάσεις, δεδομένου ότι η έκβαση της παρούσας δίκης θα έχει επιπτώσεις σε όλους τους πολίτες, που δυνητικά μπορεί να βρεθούν στην ίδια κατάσταση με τον υπέρ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις, αλλά και σε όλα τα μέλη τους, που μπορεί να αντιμετωπίσουν το ίδιο νομικό και πραγματικό ζήτημα εκπροσωπώντας εντολείς σε αντίστοιχη κατάσταση με τον υπέρ ου, με αποτέλεσμα η όποια ερμηνευτική προσέγγιση από το Δικαστήριο τούτο να έχει άμεσες συνέπειες και θα επηρεάσει την επέλευση των εννόμων συνεπειών της μέλλουσας να εκδοθεί αποφάσεως (δεδικασμένο, εκτελεστότητα, αντανακλαστικές συνέπειες κ.ο.κ.), ζητούν την παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, συνισταμένη στην, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω τετάρτου άρθρου, εδάφ. δ' του Ν. 4.092/2012.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο των παρεμβαινόντων Δικηγορικών Συλλόγων έννομο συμφέρον προς άσκηση των ενδίκων παρεμβάσεων και, εφόσον αυτές (παρεμβάσεις) ασκήθηκαν παραδεκτώς, πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρ. 246 του ΚΠολ.Δ.).
Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-04-1972 "Περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του, να καλύπτεται από ασφάλιση.
Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. του Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων", ορίζεται ότι "Κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1".
Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του ως άνω νόμου.
Στην συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικώς οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφαλίσεως (άρθρ. 18 του Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπερ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ' ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 παρ. 1 του Ν. 489/1976).
Από τη νομοθεσία, λοιπόν, που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο. Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 παρ. 1, 2, 5, 6 και 10 παρ. 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανατώσεως ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο, με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.Ι.Α για κάθε είδος κινδύνου, που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.
Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από τον Ν. 4.092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου ατυχήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4, εδάφιο δ' του Ν. 4.092/2012 ορίζονται τα εξής: "...δ. Στο τέλος του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε τον Ν. 489/1976) προστίθεται νέα παράγραφος ως εξής: 8.
Η αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι παραδεκτή, μόνον αν ο ενάγων έχει υποβάλει προ της άσκησής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο έγγραφη αίτηση αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην αίτηση εντός τριών μηνών από την υποβολή της, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του νόμου αυτού.
Μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με τη διάταξη του άρθρου 4, εδάφ. δ' του Ν. 4.092/2012 θεσπίζεται το απαράδεκτο της αγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή αιτήσεως, η οποία, συνεπώς, αποτελεί προπαρασκευαστική διαδικασία και επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής των αξιούμενων κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου δικαιωμάτων του παθόντος, καθόσον, μόνον εάν προηγηθεί η ανωτέρω διαδικασία, είναι παραδεκτή η άσκηση της αγωγής κατά του τελευταίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών ή προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, μπορεί, με βάση τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να θεσπίζει νόμους περιοριστικούς των περιουσιακών δικαιωμάτων για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων των άλλων (Ολ. Α.Π. 3/2006). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων ορίσθηκε ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων.
Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο [...] για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 2.462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους, που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας.
Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π. 12/2013, Ολ. Α.Π. 4/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 8 του Ν. 489/1976, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 4, εδάφ.
δ' του Ν. 4.092/2012, με την αιτίαση ότι η τελευταία διάταξη είναι αντισυνταγματική, επειδή προσβάλλει τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, θέτει δικονομικά εμπόδια υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, για την αποδοχή ή μη του αιτήματος αποζημιώσεως αποφασίζουν διοικητικοί υπάλληλοι του Επικουρικού Κεφαλαίου, οι οποίοι ενεργούν ως οιονεί δικαιοδοτικά όργανα, για την έκδοση των εγγράφων, που αποδεικνύουν την αξίωση αποζημιώσεως και τη σύνταξη της αιτήσεως απαιτείται χρηματική δαπάνη, δεν υπάρχει τοκοφορία της απαιτήσεως κατά την διάρκεια της τρίμηνης προθεσμίας, δεν απειλούνται κυρώσεις εις βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου σε περίπτωση μη απαντήσεως ή μη αιτιολογημένης απαντήσεως, ο ζημιωθείς υποχρεούται να συγκοινοποιήσει στο Επικουρικό Κεφάλαιο αντίγραφα των αποδεικτικών εγγράφων της απαιτήσεώς του, προσβάλλεται το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας και της δίκαιης δίκης, ενώ είναι αντίθετη προς τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 2, 14 παρ. 1, εδάφ.
α', 26 εδάφ. α' Δ.Σ.Α.Π.Δ. του Ο.Η.Ε. της 16.12.1966 και 7, 8, 10 Ο.Δ.Δ.Α. του Ο.Η.Ε. της 12.1948.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του για το ανωτέρω ζήτημα, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, η αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 22-7-2013 και η άσκησή της ολοκληρώθηκε με την επίδοση στο τρίτο εναγόμενο στις 23-7-2013, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ…έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σ.
Γ., ενώ η αίτηση αποζημίωσης του ενάγοντος προς το τρίτο εναγόμενο φέρει ημερομηνία 23-7-2013, το δε εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο απάντησε εγγράφως εντός τριμήνου, στις 22-10-2013 και αφού είχε ήδη ασκηθεί η κρινόμενη αγωγή. Επομένως, αγωγή έπρεπε να ασκηθεί ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο μετά τις 22-10-2013 και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη... ".
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με τον Ν. 489/1976, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.1978, καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, με σκοπό την πληρέστερη, όσο το δυνατόν, ικανοποίηση των ζημιωθέντων από ατύχημα. Η ύπαρξη φερέγγυου ασφαλιστή αποτελεί μία ισχυρή εγγύηση για την εξασφάλιση των θυμάτων από αυτοκινητικά ατυχήματα, με βάση τις διατάξεις του Ν. 489/1976.
Εν τούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν είναι ασφαλισμένο και ε-πειδή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή. Στις περιπτώσεις αυτές μειώνονται οι πιθανότητες του ζημιωθέντος για αποζημίωση. Η επιείκεια και η αλληλεγγύη υπαγορεύει να υπάρχει τρόπος κάποιας αποζημιώσεως, σε περιορισμένη τουλάχιστον έκταση, έστω και με μία μικρή πρόσθετη επιβάρυνση όλων των ασφαλισμένων.
Στις περιπτώσεις αυτές έπρεπε να ιδρυθεί κάποιο νομικό πρόσωπο, για να αναλάβει το βάρος της αποζημιώσεως των θυμάτων αυτοκινητικών ατυχημάτων. Έτσι, με βάση ξένα πρότυπα, διαμορφώθηκε από τον Ν. 489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ως τύπος επιλέχθηκε το νομικό πρόσωπο του νομικού δικαίου. Ουσιαστικά επιτελεί αποστολή, σε ευρεία έννοια, φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ή θεωρείται ως οργανισμός ημιδημόσιου χαρακτήρα.
Ο νομοθέτης του Ν. 489/1976 επιφορτίζει το καινούργιο αυτό νομικό πρόσωπο με το βάρος της αποζημιώσεως των θυμάτων, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, λοιπόν, με τον Ν. 489/1976 δημιουργείται νέο πρόσωπο υπευθύνου, που οφείλει αποζημίωση. Η ευθύνη είναι επιβοηθητική, δηλαδή αν δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα ή η δυνατότητα αυτή, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, δεν προσφέρει ελπίδες επιτυχίας.
Ο πιο πάνω χαρακτήρας αντανακλά και στον τίτλο του νομικού προσώπου. Ο επιβοηθητικός χαρακτήρας του Επικουρικού Κεφαλαίου ισχύει έναντι του θύματος ατυχήματος. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου γίνονται υποχρεωτικώς, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 489/1976, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ.
ή οι Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας, εφόσον τα αυτοκίνητά τους εξαιρεθούν από την υποχρεωτική ασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 489/1976. Ο εν λόγω νόμος θεωρεί στην διάταξη του άρθρου 1 περ. δ' το Επικουρικό Κεφάλαιο ως "ασφαλιστή". Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό με την ευρεία έννοια του όρου, εφόσον δεν υπάρχει αντισυμβαλλόμενος, ούτε καταβάλλονται ασφάλιστρα.
Δεν είναι, όμως, γενικώς ασφαλιστής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 400/1970. Η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου πηγάζει εκ του νόμου, στις προβλεπόμενες από αυτόν περιπτώσεις και δεν πηγάζει από σύμβαση ή από αδικοπραξία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 5.10.2012 αιτιολογική έκθεση του Ν. 4.092/2012, αναφορικώς με την τροποποίηση του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και την θέσπιση της υποχρεωτικής υποβολής αιτήσεως από τον ζημιωθέντα προς το Επικουρικό Κεφάλαιο και την άσκηση αγωγής μετά την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως ή την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, οι τροποποιήσεις αυτές τέθηκαν, προκειμένου το Επικουρικό Κεφάλαιο, συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση του παθόντος από τροχαίο ατύχημα, να είναι σε θέση να σταθμίσει το ύψος της απαιτήσεως και να καθορίσει τον περαιτέρω διακανονισμό της ζημίας, ώστε να αποφεύγονται επιπλέον επιβαρύνσεις με τόκους και έξοδα.
Έτσι, ο ζημιωθείς ωφελείται, αφού με την αίτηση αποζημιώσεως που υποβάλλει στο Επικουρικό Κεφάλαιο, με συνημμένα τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτησή του, αποζημιώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να προσφύγει στο Δικαστήριο και χωρίς να επιβαρυνθεί με πάσης φύσεως έξοδα. Με τη ρύθμιση αυτή δεν στερείται κάποιου ουσιαστικού ή δικονομικού του δικαιώματος, δεδομένου ότι μετά την παρέλευση της προαναφερθείσας τρίμηνης προθεσμίας μπορεί ακωλύτως να προσφύγει στα Δικαστήρια, για την επίλυση της διαφοράς και την ικανοποίηση τη απαιτήσεώς του.
Πλέον αυτών, η προαναφερθείσα ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, επιχειρώντας να σταθμισθούν οι υποχρεώσεις του, χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση και η βιωσιμότητά του, λόγω ακριβώς του ιδιαίτερου επικουρικού σκοπού του.
Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένο τον επικουρικό χαρακτήρα του Επικουρικού Κεφαλαίου μεταξύ των προσώπων της ασφαλιστικής καλύψεως, ο νομοθέτης μπορεί να καθιερώνει ευνοϊκότερη ρύθμιση υπέρ αυτού, σε σχέση με τα λοιπά πρόσωπα που συμβάλλονται στην σύμβαση ασφαλίσεως, ήτοι την ασφαλιστική εταιρεία, τον ιδιοκτήτη, κάτοχο και οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όταν, μάλιστα, η ερευνόμενη νομοθετική ρύθμιση, δεν στερεί τον ζημιωθέντα κανενός εννόμου δικαιώματος του, δεν εμποδίζει την πρόσβασή του στην δικαστική προστασία, ούτε του επιβάλει πρόσθετες επιβαρύνσεις, οιασδήποτε μορφής, αλλά απλώς θεσπίζει τρίμηνη προδικασία, προκειμένου αυτός να επιλέξει, αν θα στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, προκειμένου να ικανοποιήσει τις αστικές του αξιώσεις.
Η κρίση των αξιώσεων κάθε ζημιωθέντος από τους επιφορτισμένους προς τούτο υπαλλήλους του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν παραχαράσσει, ούτε αλλοτριώνει τον χαρακτήρα των αξιώσεων αυτών, ούτε επηρεάζει την πορεία τους. Ενόψει δε του ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, λειτουργία δημοσίου συμφέροντος και οιονεί κοινωνικής ασφαλίσεως, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν προκύπτει.
Και τούτο, διότι η συνέχιση της επιβιώσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου συνιστά ωφέλεια ανώτερη από τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ζημιουμένων, αφού, αν έπαυε η λειτουργία του, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ζημία των ζημιουμένων, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα έφερε ευθύνη έναντι, τουλάχιστον, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για μη εφαρμογή της πιο πάνω κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ.
Επομένως, η ειδική αυτή διάταξη, η οποία επιβλήθηκε από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου εξαίρεση και, ως εκ τούτου, βρίσκεται εντός του πλαισίου του Συντάγματος, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας, ούτε βρίσκεται σε αντίθεση με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του Στρασβούργου για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων της 20.4.1959, του Ευρωπαϊκού Δικαίου και Κοινοτικού Δικαίου, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως αυτής, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, καθόσον οι ρυθμίσεις της διατάξεως αυτής επιβλήθηκαν από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, αφού η προστασία της περιουσίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, που λειτουργεί με την μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους προβλέποντες, κατά νόμον, σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό δημόσιο συμφέρον.
Τούτων δοθέντων, ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του αναιρεσείοντος, τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο τους, διότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων εμφάνιζε ιδιαίτερη δυσχέρεια (άρθρ. 179 του Κ.Πολ.Δ. - Ολ.
Α. Π. 5/2022, Ολ. Α.Π. 1/2020) και, τέλος, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ. ε' του Κ.ΠολΔ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10-11-2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 294/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με τις από 28.9.2022 και 4.10.2022 πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του αναιρεσείοντος.
Δέχεται τυπικώς τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ