Legislator Case Law & Legislation
1050/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, overturning lower court's order for the Fund to pay litigation costs.

Case Number 1050/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision on litigation costs. The Fund argued that the lower court violated Article 8(6) of Law 3869/2010 by ordering it to pay costs despite its procedural standing. The Court agreed, ruling that the lower court erred in applying the cost-sharing provisions and ordered the removal of the cost liability clause from the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8(6) Law 3869/2010; Art. 580(3) CPC: The Supreme Court must set aside a lower court's decision ordering a public fund to pay litigation costs if the lower court failed to apply the statutory exemption for such funds under the relevant law.

Keywords

AI generated
litigation costs public fund liability Article 3869/2010 Supreme Court review partial annulment civil procedure cost allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 8(6) Law 3869/2010
Art. 580(3) CPC
Art. 176 CPC
Art. 183 CPC
Art. 22(1) Law 3693/1957
Art. 63(1) Law 2214/1994
Art. 28(4) Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1050/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AΤE", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη και συμπαραστάθηκε ο ασκούμενος δικηγόρος Παντελεήμων Μαρκούλης, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κουφαλίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9040/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2016 αίτησή του και τους από 12-6-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-6-2016 (αρ.κατ.1133/2016) αίτηση αναίρεσης και οι από 12-6-2019 (αρ.κατ. 55/13-6-2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής απευθύνονται κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου-αιτούντος την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ ολ. 15/1996) και προσβάλλουν την υπ' αρ. 9040/2015 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ( αρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 3ης έως της 5ης των τότε εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ, ήδη 3η αναιρεσίβλητη, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ,ήδη 4η αναιρεσίβλητη και CITIBANK INTERNATIONAL PLC, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως ειδική διάδοχος, η ήδη 3η αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ .

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, που δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος ,το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε τρίτης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Ανώνυμη Εταιρεία και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης και ερήμην της τότε 4ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης ερήμην της 5ης τότε εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία CITIBANK INTERNATIONAL PLC, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως ειδική διάδοχος, η ήδη 3η αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.

σελ. 2 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 2-6-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ενόψει, όμως του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, (οι οποίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 3η έως 5η των αναιρεσιβλήτων, η απόφαση αυτή είναι από τη δημοσίευσή της τελεσίδικη.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφα, (κατ'αρ. 553 παρ.1 , 569 αρ. 2 σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τις ανωτέρω 3η έως 5η των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς αυτές. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 22-5-2020, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. 5526Β και 5531Β/8-7-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών , Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον ΤΠΔ προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Μαρίας Γεωργιάδη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ,το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι κοινοποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ) στην 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS και στην 3η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ALPHA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ατομικά και ως ειδική διάδοχο της 5ης αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω συνθηκών ανωτέρας βίας - κορωνοϊός. Με την από 15-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως κατ' αρ. 74 παρ.2 Ν. 4090/2020 δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης η σημερινή, με αριθμό πινακίου 34. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο γίνεται από τον γραμματέα της έδρας και επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 2η έως 5η αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής αναιρεσείον ΤΠΔ και ο 1ος αναιρεσίβλητος- αιτών την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Επομένως, αφού η 2η έως την 5η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ'ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κουφαλίων Θεσσαλονίκης την από 7-3-2013 (αρ.κατ. 23/2013) αίτηση, με την οποία επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες (ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ και αναιρεσίβλητες τράπεζες) ζήτησε, κυρίως μεν την επικύρωση του προτεινόμενου από αυτόν σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, άλλως τη διευθέτηση των οφειλών του από το δικαστήριο ,ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση ,όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του.

Επίσης, ο αιτών ζήτησε να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του ,η οποία κατά κυριότητα ανήκει σ'αυτόν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 28/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε ότι ο αιτών, που είναι στρατιωτικός εν αποστρατεία με το βαθμό του αντισμήναρχου, περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία να καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τους πιστωτές του, συνολικού ποσού 153663,35 ευρώ ,ότι βαρύνεται με την διατροφή της συζύγου του και του υιού τους, ηλικίας 25 ετών, φοιτητή στα ΤΕΙ Θεσσαλονίκης , ότι αμφότεροι οι σύζυγοι είναι άνεργοι ,ότι από το εισπραχθέν από αυτόν ΕΦΑΠΑΞ ,ποσού 74695 ευρώ, κατέβαλε στο ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, το ποσό των 46645,69 ευρώ, καθώς επίσης, ότι επί πλέον προς τις λοιπές πιστώτριες τράπεζες κατέβαλε το ποσό των 16338,58 ευρώ απομένοντος υπολοίπου ΕΦΑΠΑΞ 1220 ευρώ και ότι το οικογενειακό εισόδημα ,ύψους 1220 ευρώ, δεν επαρκεί για να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του αιτούντα.

Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου-υπερχρεωμένου οφειλέτη και διέταξε τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων χρεών του υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει επί μια τετραετία το ποσό των 300 ευρώ μηνιαία συμμέτρως προς τους πιστωτές του και ειδικότερα, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, τον υποχρέωσε να καταβάλει στο αναιρεσείον ΤΠΔ το ποσό των 119,96 ευρώ, μηνιαία για διάστημα τετραετίας.

Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντα ,δηλαδή ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στον συνοικισμό ..., επιφάνειας 118,88 Μ2 και για τη διάσωση αυτής υποχρέωσε τον 1ο αναιρεσίβλητο να καταβάλει για χρονικό διάστημα 15 ετών, στο ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, πιστωτή, λόγω χορήγησης στον 1ο αναιρεσίβλητο-αιτούντα στεγαστικού δανείου, το ποσό των 141,25 ευρώ μηνιαία, αρχής γενομένης από την πάροδο της περιόδου χάριτος των τεσσάρων ετών.

Κατά της απόφασης αυτής το ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε την από 22-5-2014 (αρ.κατ. 13517/2014) έφεση, με τον 1ο και τον 2ο λόγο της οποίας, που ήταν συναφείς, ισχυρίστηκε ότι η απαίτησή του από το στεγαστικό δάνειο, που είχε χορηγήσει στον ήδη 1ο αναιρεσίβλητο -οφειλέτη, εξαιρείται από την προστασία του Ν. 3869/2010 και με τον 3ο λόγο της έφεσης, είχε επανυποβάλει την ένσταση έλλειψης παθητικής αυτού νομιμοποίησης ως προς την βασική αίτηση σε βάρος του, (την οποία είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο).

Ειδικότερα, με την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης το εκκαλούν υποστήριζε, ότι λόγω τιτλοποίησης της απαίτησης του στεγαστικού δανείου ,φορέας πλέον αυτής είναι η αλλοδαπή εταιρεία ,με έδρα το Λονδίνο, με την επωνυμία ΓΚΡΙΦΟΝΑΣ ΦΑΊΝΑΝΣ Νο1 ΠΙ,ΕΛ.ΣΙ (GRIFONAS FINANCE No1 PLC). Επί της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΤΠΔ εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ επίσης καταδίκασε το εκκαλούν ΝΠΔΔ στα δικαστικά έξοδα της κατ'έφεση δίκης.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, σύμφωνα με συνοπτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, απέρριψε τον 1ο και τον 2ο λόγο της έφεσης κρίνοντας ότι η οφειλή από το στεγαστικό δάνειο που το εκκαλούν είχε χορηγήσει στον αιτούντα- τότε 1ο εφεσίβλητο , με τη συμφωνία παρακράτησης -εκχώρησης από το μισθό- σύνταξη αυτού, ποσοστού για την κάλυψη του δανείου , υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010 , ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία να εξοφλήσει το χρέος του ,χωρίς δόλο και ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί να καλύψει τις βασικές βιοτικές του οικογενειακές ανάγκες.

Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε η τιτλοποίηση του επίδικου στεγαστικού δανείου και η μεταβίβασή του λόγω πώλησης αυτού προς την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία, διότι ,σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν είχε προσκομιστεί από το εκκαλούν ΤΠΔ το Παράρτημα 1 της Σύμβασης πώλησης ,στο οποίο αναγράφονται τα μεταβιβασθέντα από αυτό κεφάλαια ανά επιχειρηματική απαίτηση από το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων του εκκαλούντος ,τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του, είχαν πωληθεί στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία με την από 29-8-2006 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης εν γένει επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α` 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Εξάλλου ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά τω τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία, γ) από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 και 3867/2010. Κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υποχρέου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους ,που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ` περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του Ν. 3588/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του .. και .. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ...

και .. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι` αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, καθότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται, ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια, που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 283/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδαφ. α` ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1379/2019,ΑΠ 189/2018).

Με τον 1ο κύριο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 δύνανται να συμπεριληφθούν και ενήμερες οφειλές υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων προς το αναιρεσείον ΤΠΔ και στη συνέχεια με το να δεχθεί, ότι η αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου- δανειολήπτη, για τη ρύθμιση της οφειλής του προς το αναιρεσείον, που προέρχεται από στεγαστικό δάνειο που του έχει χορηγηθεί , είναι νόμιμη και να απορρίψει τον 1ο και 2ο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με τους οποίους αυτό υποστήριζε ότι η ένδικη απαίτηση στεγαστικού δανείου δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 62 Ν. 2214/1994 , 25 Ν. 3867/2010 και αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Ν. 3869/2010, σύμφωνα με τους οποίους ο 1ος αναιρεσίβλητος εκχώρησε υποχρεωτικά μέρος των τακτικών μηνιαίων απολαβών του στο ΤΠΔ για την εξυπηρέτηση του στεγαστικού δανείου του ,που ήταν ενήμερο και όχι ληξιπρόθεσμο , και συνεπώς, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εξαιρείται από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ'αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ερευνώμενο ως άνω νομικό ζήτημα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο ,μετά από νομική ανάπτυξη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: ...< Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ΝΠΔΔ υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δέχθηκε ότι η απαίτηση του έναντι του αιτούντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αίτηση του κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του ίδιου ως μη νόμιμη και να δεχτεί ότι οι οφειλές του τελευταίου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εξαιρούνται από τη ρύθμιση και εφαρμογή του νόμου αυτού.

Ωστόσο, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στη ρύθμιση του ν. 3.869/2010 υπάγεται και η οφειλή του ανωτέρω δανειολήπτη προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρούμενες οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αφού από την ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει κάποιος λόγος, για τον οποίο πρέπει να εξαιρεθεί η απαίτηση του Ταμείου από την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010.

Άλλωστε, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια μείζονα σκέψη: α) η αποδυνάμωση των (ενοχικών) δικαιωμάτων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, β) η προνομιακή μεταχείριση του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος έναντι των υπολοίπων πιστωτών (ανωνύμων τραπεζικών εταιριών) δεν είναι ανεκτή δικαιοπολιτικά, διότι ο νομοθέτης με το ν. 3869/2010 θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του οι χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές και δεν εξαίρεσε ρητά (όπως μπορούσε να πράξει) από τη ρύθμιση του νόμου τις οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα και γ) η εξαίρεση της απαίτησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, διότι οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου θα στερούνταν αναιτιολόγητα των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επομένως η απαίτηση του εκκαλούντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 και θα ικανοποιηθεί σύμμετρα κατά τις καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Μετά ταύτα ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.

Επιπλέον με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, κατά την δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, το εκκαλούν υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 του ΑΚ, 62 του ν. 2214/1994 και 25 του ν. 3869/2010 και έκρινε ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στο διαθέσιμο εισόδημα του αιτούντος και το ποσό των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, που ο ίδιος είχε εκχωρήσει στο Ταμείο, το οποίο με τον τρόπο αυτό έχει εξέλθει από την περιουσία του και δεν μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση των διατάξεων του ν. 3.869/2010.

Ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εκχώρηση μέρους των τακτικών μηνιαίων απολαβών του δανειολήπτη προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν αποκλείει τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, αλλά απλά θα μεταβάλλεται το ποσοστό των απολαβών του, το οποίο θα παρακρατείται και θα βρίσκεται προφανώς εντός του νομίμου ποσοστού των 6/10, καθόσον ο δανειολήπτης, ευρισκόμενος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και φέροντας στο Δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη του, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης, θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10 των μηνιαίων τακτικών απολαβών του.

Επομένως το δικαίωμα, που έχει αποκτήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, είναι δυνατό να αλλοιώνεται και να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης των οφειλών του δανειολήπτη. Επιπλέον δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης ούτε λαμβάνει χώρα καταγγελία της από τον εκχωρητή, αλλά πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (του ν. 3869/2010), οι οποίες λόγω της φύσης τους επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση και ματαιώνουν την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του Ταμείου, η οποία επιδιώχθηκε με την εκχώρηση της απαίτησης του δανειολήπτη επί τμήματος των αποδοχών του.

Άλλωστε, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια μείζονα σκέψη, η ειδική ρύθμιση, που διέπει τις συναλλακτικές σχέσεις των δανειοδοτούμενων με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν αποκλείει τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, διότι με την πρώτη προβλέπεται μία ρύθμιση - εξυπηρέτηση των μελών του Ταμείου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου, ενώ η ρύθμιση του ν. 3869/2010 είναι απότοκος δικαστικής απόφασης κα:

μπορεί να αναφέρεται σε μια συνολική ρύθμιση όλων των πιστωτών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος." Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, που απορρέει από το στεγαστικό δάνειο, που αυτό είχε χορηγήσει στον 1ο αναιρεσίβλητο δανειολήπτη και ότι αντίστοιχα η σχετική οφειλή του τελευταίου υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 62 Ν. 2214/1994 , 25 Ν. 3867/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως.

Και τούτο, διότι όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.

Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό και στην ένδικη περίπτωση από τη σύνταξή του , δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του 1ου αναιρεσιβλήτου στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, η προσβαλλόμενη απόφαση , μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπίστωσε, ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα άλλωστε εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον ΤΠΔ, με τον 1ο κύριο αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Σύμφωνα με το άρθρ. 455 ΑΚ εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω συμβάσεως μεταξύ τους χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης. Ο νέος δανειστής (εκδοχέας), ως ειδικός διάδοχος, εισέρχεται στα δικαιώματα και στη θέση γενικότερα του παλαιού δανειστή, όπως αν η απαίτηση θεμελιωνόταν ευθύς εξαρχής με δανειστή αυτόν.

Συνεπώς, ο εκχωρητής δε νομιμοποιείται παθητικά στη διαδικασία, αλλά διάδικος θα γίνει με επίδοση της αίτησης ο εκδοχέας. Προϋποθέσεις εκ των διατάξεων του ΑΚ για την εκχώρηση είναι η ύπαρξη απαίτησης, η σύμβαση μεταξύ του νέου και παλαιού δανειστή (εκχωρητής και εκδοχέας), το εκχωρητό της απαίτησης και η αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη. Η εκχώρηση τελειούται από τη συμφωνία μεταβίβασης, ενώ η αναγγελία εξασφαλίζει την πραγματοποίηση - ενεργοποίηση της μεταβίβασης αυτής έναντι του οφειλέτη και έναντι τρίτων. Η αναγγελία είναι όρος του ενεργού. Μέχρι να επέλθει η αναγγελία, η μεταβίβαση υφίσταται μόνο έναντι των μερών.

Συνεπώς, η αποκοπή της απαίτησης από τον εκχωρητή συμβαίνει έναντι του εκδοχέα από τη συμφωνία τους, ενώ έναντι των τρίτων και του οφειλέτη από την αναγγελία. Σημειώνεται, ότι η αναγγελία, κατά τον ΑΚ ,γίνεται άτυπα. Κατά τις διατάξεις του ΑΚ ο τύπος δεν αποτελεί προϋπόθεση εγκυρότητας της αναγγελίας και μπορεί να γίνει σιωπηρά ή προφορικά, ενώ συχνά η αναγγελία μπορεί να γίνει και με μια απλή επιστολή ή ειδοποίηση του εκχωρητή ή του εκδοχέα προς τον οφειλέτη.

Τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία του Ν. 3869/2010. Σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ο επιθυμών τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτης πρέπει να αναφέρει στην κατατιθέμενη στο δικαστήριο αίτησή του τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους. Συνήθως, ο οφειλέτης γνωρίζει τα ονόματα των αρχικών πιστωτών του.

Αν συνεπεία εκχωρήσεως επέλθει μεταβολή του προσώπου του πιστωτή, πρέπει στην αίτηση να αναφέρεται ως νέος πιστωτής ο εκδοχέας, στον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση της αιτήσεως, αν η εκχώρηση και η αναγγελία αυτής στον οφειλέτη προηγήθηκε της καταθέσεως της αιτήσεως. Αν μεν ο εκδοχέας έχει την κύρια κατοικία του ή την έδρα του στην ελληνική επικράτεια, συνήθως δεν δημιουργούνται προβλήματα.

Τέτοια συνήθως γεννιώνται, αν ο εκδοχέας έχει την κατοικία του ή την έδρα του στην αλλοδαπή. Η ανάγκη επιδόσεως της αιτήσεως σε ένα τέτοιο εκδοχέα στην αλλοδαπή συνεπάγεται ανάλωση χρόνου και ιδίως αυξημένες δαπάνες, πράγμα που δεν εναρμονίζεται με το σκοπό του νόμου για περιορισμό των οικονομικών επιβαρύνσεων του οφειλέτη.

Για τη διευκόλυνση του τελευταίου, με την παρ. 5 του άρθ. 11 του Ν. 4161/2013, στο άρθρ. 2 του Ν. 3869/2010 προστέθηκε παρ. 5, η οποία υποχρεώνει τον εκδοχέα να ορίσει αντίκλητο στην ελληνική επικράτεια, κατά το άρθ. 142 του ΚΠολΔ και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση, τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαιτήσεως, με κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια.

Πρόκειται ουσιαστικά για υποχρεωτικό εκ του νόμου χαρακτηρισμό ενός προσώπου ως αντικλήτου, ανεξαρτήτως της πραγματικής βούλησης του προσώπου στο οποίο αφορά η επίδοση. Μάλιστα κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 4161/2013 η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων, που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος της τροποποίησης εκ του Ν. 4161/2013.

Ο εκχωρητής, που δέχεται την επίδοση της αίτησης από τον οφειλέτη, οφείλει εκ της συμβατικής του σχέσης με τον εκδοχέα και κατά τα άρθρ. 281 και 288 ΑΚ να προβεί σε ανακοίνωση δίκης προς τον εκδοχέα. Αυτός θα ασκήσει κύ¬ρια παρέμβαση, προκειμένου να καταστεί διάδικος στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 . Η εκχώρηση σε νέο δανειστή μπορεί να γίνει με διατήρηση του δικαιώματος είσπραξης από τον εκχωρητή ή με συμφωνία εξουσίας διαχείρισης και είσπραξης της απαίτησης από διαφορετικό πρόσωπο σε σύγκριση με τον εκδοχέα, οπότε ο δανειστής είναι διαφορετικό πρόσωπο από το πρόσωπο, που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται το χρέος και να εισπράττει τις εξοφλήσεις.

Τέτοιο είδος εκχώρησης είναι και η τιτλοποίηση απαιτήσεων, κατά το άρθρο 10 Ν. 3156/2003. Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος.

Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση, μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και κατά των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (βλ.

παρ. 6 του άρθρου 10 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 2844/2000 (βλ. παράγραφο 8 του άρθρου 10), οπότε και επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων.

Η ανωτέρω καταχώρηση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης), στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος. Εξάλλου, ως ενεχυροφυλακεία, έως την ίδρυσή τους με ΠΔ/μα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων.

Η καταχώρηση της μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, επέχει κατά νόμο θέση αναγγελίας. Πρόκειται δηλαδή, για πλασματική αναγγελία, ανεξαρτήτως αν ο οφειλέτης λαμβάνει ή όχι πραγματική γνώση της μεταβολής του προσώπου του πιστωτή, μη έχουσας εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 460 ΑΚ., διότι ο Ν. 3156/2003 περιέχει τις προμνησθείσες ειδικότερες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 10, που αποκλείουν ως γενικότερες τις διατάξεις του Α.Κ., όπως και αυτή του άρθρου 460 Α.Κ.., όταν αυτές αντίκεινται στις διατάξεις του Ν. 3156/2003, κατά τη ρητή διατύπωση της παρ. 6 του άρθρου 10 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως ,του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ή αναλόγως του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 551/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και τον συναφή με αυτόν 2ο κύριο αναιρετικό λόγο, όπως ορθά εκτιμάται, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, την οποία το αναιρεσείον είχε προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την απόκρουση της κατ'αυτού αίτησης του 1ου αναιρεσιβλήτου για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και είχε επαναφέρει παραδεκτά με τον 3ο λόγο της έφεσης και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, φορέας του ένδικου στεγαστικού δανείου, που το αναιρεσείον είχε χορηγήσει στον δανειολήπτη 1ο αναιρεσίβλητο- αιτούντα ήταν η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, που εδρεύει στο Λονδίνο με την επωνυμία GRIFONAS FINANCE NO1 PLC (ΓΚΡΙΦΟΝΑΣ ΦΑΙΝΑΝΣ) δυνάμει της από 29-8-2006 σύμβασης, με την οποία το αναιρεσείον μεταβίβασε λόγω πώλησης προς αυτήν το ένδικο στεγαστικό δάνειο και έκτοτε επήλθε η μεταβίβαση προς την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία της τιτλοποιούμενης απαίτησης από το ένδικο στεγαστικό δάνειο, η οποία υπεισήλθε στη θέση του αρχικού πιστωτή -αναιρεσείοντος, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 455 ΑΚ, 3 Ν. 2844/2000, 4 παρ. 1 και 8 παρ. 1 Ν3869/2010, 10 παρ. 14 Ν. 3156/2003 ,στις οποίες εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και αυτά πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους παραβίασε ευθέως με μη υπαγωγή.

Με τον επίσης συναφή 2ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει την ένστασή του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι δήθεν το αναιρεσείον δεν προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί τιτλοποίησης της απαίτησης από το ένδικο στεγαστικό δάνειο, που χορήγησε στον 1ο αναιρεσίβλητο, το Παράρτημα 1 της σύμβασης πώλησης αυτού προς την αλλοδαπή εταιρεία ,διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ,εφόσον κατά την άποψη του αναιρεσείοντος το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο έπρεπε να διατάξει αυτεπαγγέλτως με παρεμπίπτουσα απόφαση την προσκόμιση του ως άνω εγγράφου και την κλήτευση της αλλοδαπής εταιρείας αναβάλλοντας τη συζήτηση της υπόθεσης, ώστε αυτή να συμμετάσχει στη δίκη, ως ο Φορέας της τιτλοποιημένης απαίτησης από το ένδικο στεγαστικό δάνειο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο μετά από νομική ανάπτυξη, δέχθηκε, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα, τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού :..."Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της έφεσης του, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, το εκκαλούν υποστηρίζει ότι η απαίτηση του, που απορρέει από το με αριθμό λογαριασμού 01/80441 στεγαστικό δάνειο, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ιδίου και του αιτούντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου, έχει τιτλοποιηθεί, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3156/2013 και συγκεκριμένα έχει εκχωρηθεί (μεταβιβασθεί λόγω πώλησης) στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία Γκριφόνας Φάϊνανς No 1 Πι Ελ Σι (Grifonas Finance No 1 pic.) και ότι η εκκαλουμένη, που απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του περί εκχώρησης της απαίτησης του και μεταβολής του προσώπου του πιστωτή του αιτούντος, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και εκτίμησε πλημμελώς τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί στην κρίση της.

Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποδεικνύεται ότι δυνάμει της από 29-8-2006 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίσθηκε μεταξύ του εκκαλούντος και της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία Γκριφόνας Φάίνανς No 1 Πι ΕΛ Σι με έδρα το Λονδίνο και καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-8-2006, το εκκαλούν μεταβίβασε στην ανωτέρω εταιρία ειδικού σκοπού επιχειρηματικές απαιτήσεις από το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων που διατηρεί, τα οφειλόμενα δε κεφάλαια ανά επιχειρηματική απαίτηση αναγράφονται σε ξεχωριστό κεφάλαιο που επισυνάπτεται ως Παράρτημα I.

Περαιτέρω στην ίδια σύμβαση αναγράφεται ως σημείωση ότι "η παρούσα εγγραφή λογίζεται ως ανακοίνωση της σύμβασης πώλησης των επιχειρηματικών απαιτήσεων και των παρεπόμενων εμπράγματων και ενοχικών απαιτήσεων προς όλους τους οφειλέτες, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο επισυναπτόμενο παράρτημα σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003".

Ωστόσο το εκκαλούν δεν προσκομίζει το εν λόγω παράρτημα, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το όνομα του αιτούντος και η απαίτηση του έναντι του τελευταίου, που απορρέει από το με αριθμό λογαριασμού …/… στεγαστικό δάνειο, συμπεριλαμβάνεται στις επιχειρηματικές απαιτήσεις, που μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εν λόγω εταιρία ειδικού σκοπού.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό της εκχώρησης της σχετικής απαίτησης στην ανωτέρω εταιρία ειδικού σκοπού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριλαμβάνεται στις επιχειρηματικές απαιτήσεις, που μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν και επομένως έκρινε ότι φορέας της απαίτησης που υπάγεται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 εξακολουθεί να είναι το εκκαλούν ΝΠΔΔ, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός περί του εναντίου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν αποδείχθηκε η τιτλοποίηση της ένδικης απαίτησης του αναιρεσείοντος ΤΠΔ εκ του στεγαστικού δανείου με αριθμό …/… κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου δανειολήπτη και ότι φορέας του ανωτέρω στεγαστικού δανείου εξακολουθεί να είναι το αναιρεσείον ΤΠΔ .

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με βάση την από 29-8-2006 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτού και της εταιρείας ειδικού σκοπού, που εδρεύει στο Λονδίνο, με την επωνυμία GRIFONAS FINANCE No1 PLC, μεταβίβασε λόγω πώλησης προς αυτήν από το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων, που διατηρεί, εν γένει επιχειρηματικές απαιτήσεις -στεγαστικά δάνεια, ότι η ανωτέρω σύμβαση πώλησης καταχωρήθηκε στο ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, με αρ.πρωτοκόλλου 084/29-8-2006, όπως δηλαδή ορίζει η διάταξη του αρ. 3 Ν.2844/2000.

Όπως έχει εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη η καταχώρηση αυτή ισοδυναμεί με πλασματική αναγγελία ,ανεξαρτήτως αν ο εκάστοτε οφειλέτης έλαβε γνώση της μεταβολής του προσώπου του πιστωτή του. Περαιτέρω, σύμφωνα επίσης με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη σύμβαση πώλησης αναγράφεται η σημείωση ότι...< η ανωτέρω εγγραφή (στο ενεχυροφυλάκειο) λογίζεται ως ανακοίνωση της σύμβασης πώλησης των επιχειρηματικών απαιτήσεων προς όλους τους οφειλέτες, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο επισυναπτόμενο στη σύμβαση Παράρτημα αυτής....>, ότι, όμως δεν αποδείχτηκε ότι η ένδικη απαίτηση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος που απορρέει από το ως άνω στεγαστικό δάνειο συμπεριλαμβάνεται στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν στην ως άνω εταιρία (GRIFONAS FINANCE No1 PLC) καθόσον το Παράρτημα αυτό δεν είχε προσκομιστεί από το αναιρεσείον σε κανένα βαθμό δικαιοδοσίας, ούτε δηλαδή ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ότι, εφόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το όνομα του 1ου αναιρεσιβλήτου -δανειολήπτη του επίδικου στεγαστικού δανείου, με αριθμό …/…, εμπεριέχεται στο ανωτέρω Παράρτημα της σύμβασης πώλησης, ο φορέας του στεγαστικού δανείου εξακολουθεί να είναι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, κατά του οποίου παραδεκτά απευθύνθηκε η αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010,καθόσον τούτο (ΤΠΔ) νομιμοποιείται παθητικά ως ο δικαιούχος πιστωτής.

Με την αιτιολογία αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον 3ο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτό είχε επανυποβάλει την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού. Με τις παραδοχές του αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 ΑΚ, άρθρο 3 Ν. 2844/2000, 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 8 παρ. 1 Ν. 3869/2010 και 10 παρ. 14 Ν. 3156/2003,ενώ συγχρόνως, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως ,αλλά ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 ,που προβλέπει την περίπτωση εκχώρησης απαίτησης πιστωτή προς τρίτους, εάν ο εκδοχέας (3ος) δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα, οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελλάδα, κατ' αρ. 142 ΚΠολΔ και, συγχρόνως, να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη, ώστε, τυχόν κοινοποιήσεις να γίνονται προς τον ανωτέρω αντίκλητο και ότι μέχρι να γίνει η γνωστοποίηση αυτή, ως αντίκλητος του εκδοχέα τεκμαίρεται ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης, ο οποίος κατοικεί ή εδρεύει στην Ελλάδα.

Στην ένδικη υπόθεση, όμως, αν και το αναιρεσείον επικαλέστηκε, ότι εκχώρησε την απαίτησή του από το επίδικο στεγαστικό δάνειο στην αλλοδαπή εταιρεία ,με την επωνυμία GRIFONAS FINANCE No1 PLC, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ως εκδοχέας εκ του νόμου, όφειλε να γνωστοποιήσει στον δανειολήπτη-1ο αναιρεσίβλητο τον αντίκλητό της στην Ελλάδα, ώστε ο 1ος αναιρεσίβλητος-αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 να κοινοποιήσει πλέον την αίτησή του στον αντίκλητό της για λογαριασμό της, ως φορέα της απαίτησης, δεν επικαλέστηκε, συγχρόνως, ούτε απέδειξε, ότι έγινε τέτοια γνωστοποίηση προς τον δανειολήπτη, ο οποίος, επομένως, νόμιμα κοινοποίησε την αίτησή του προς το αναιρεσείον (τότε 6ο καθού η αίτηση).

Το τελευταίο και ήδη αναιρεσείον, ως τεκμαιρόμενος αντίκλητος με βάση τη συμβατική του σχέση με την αλλοδαπή ως άνω εταιρεία (πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του περί μεταβίβασης προς αυτήν του στεγαστικού δανείου) όφειλε ,σύμφωνα με όσα ορίζει η καλόπιστη συναλλακτική πίστη (άρθρα 281-288 ΑΚ), να ανακοινώσει τη δίκη προς την εκδοχέα αλλοδαπή εταιρεία, η οποία (δίκη) άνοιξε με την κοινοποίηση προς αυτό, ως το 6ο καθού η βασική αίτηση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου για να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010,ώστε αυτή να παρέμβει στη δίκη ως ο φορέας της απαίτησης.

Τέτοια περιστατικά όμως το αναιρεσείον ουδέποτε επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε και συνεπώς, ο 1ος αναιρεσίβλητος- αιτών ορθά και καλόπιστα απηύθυνε την αίτησή του για την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, ως τον φορέα της απαίτησης εκ του στεγαστικού δανείου, όπως άλλωστε με ορθή υπαγωγή του αποδειχθέντος αποδεικτικού υλικού στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται επιτρεπτά κατ' αρ. 578 ΚΠολΔ, με τις ανωτέρω αιτιολογίες.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον 1ο πρόσθετο και με τον 2ο συναφή κύριο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, καθώς επίσης με τον συναφή προς αυτούς 2ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και σε κάθε περίπτωση, ως απαράδεκτα, διότι υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της απόφασης, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να διατάξει περαιτέρω αποδείξεις, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος ,που ισχύει στην εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία διεξάγεται η παρούσα δίκη, έχει διακριτική ευχέρεια για την αυτεπάγγελτη συλλογή του αποδεικτικού υλικού και όχι υποχρέωση.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι, κατά τις παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία η τιτλοποίηση του ένδικου στεγαστικού δανείου και συνεπώς, δεν είχε ούτε το υπηρεσιακό καθήκον, να διατάξει την προσκόμιση του Παραρτήματος ή την κλήτευση της αλλοδαπής ως άνω εταιρείας.

Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ορίζει ...<<δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ...>>. Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη επικρατεί των γενικών διατάξεων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση ,που προβλέπει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

Με τον 3ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να καταδικάσει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης ,μετά την απόρριψη της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 Ν. 3869/2010,η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών διατάξεων και δεν προβλέπει την επιβολή δικαστικής δαπάνης στην ένδικη ειδική διαδικασία, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ,διότι τα περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης δέχθηκε τα εξής: "... σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 ν. 3869/2010, ορθά δεν επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα στον πρώτο βαθμό με την απόφαση που καθόρισε τις μηνιαίες καταβολές του αιτούντος. Ωστόσο, με την παρούσα απόφαση το εκκαλούν πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας του πρώτου και της δεύτερης των εφεσίβλητων, κατόπιν αιτήματος τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994 ... ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου και της δεύτερης των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει για κάθε εφεσίβλητο στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ"...

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 του Ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Επομένως, ο 3ος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014). Στην προκειμένη υπόθεση, κατ'εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 580 αρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής ,που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το ως άνω μέρος της υπόθεσης, εφόσον δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για να διευκρινιστεί, ούτε υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης κατά το ανωτέρω αναιρεθέν κεφάλαιο. Στη συνέχεια, πρέπει να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' αρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1150/2019), ούτε επίσης, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 9040/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) κατά το μέρος αυτής, που αφορά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης.

Διακρατεί την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο.

Διατάσσει την απάλειψη από την προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης αυτής περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ".

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ