Legislator Case Law & Legislation
1050/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land ownership, ruling original acquisition was valid despite later boundary discrepancies.

Case Number 1050/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding land ownership. The court found that the original plaintiff acquired full title to the property before the death of the direct ancestor, rendering subsequent boundary deviations legally irrelevant. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1000, 1142, 1143, 1167 of the Civil Code; If a property was originally acquired by full title before the death of the direct ancestor, subsequent boundary deviations do not invalidate the ownership, and the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
land ownership original acquisition boundary deviations full title direct ancestor appeal dismissal property law

Cited Legislation

AI generated
Articles 1000, 1142, 1143, 1167 of the Civil Code
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §12 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1050/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1.Θ. Ι. Ρ., 2.Β. Ι. Ρ., 3.Ό. Ι. Ρ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων:1.Σ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 2.Ν. Ι. Κ., κατοίκου ..., 3.Ε. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... 4.Μ. θυγ. Ν. Κ., κατοίκου ..., 5.Μ. Π. Δ., κατοίκου ..., 6.Σ. Π. Δ., κατοίκου ..., 7. Μ. χήρας Ι. Κ.. Οι 1ος έως και 6ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Γρηγορία Αναστασοπούλου, η οποία δήλωσε ότι η 7η αναιρεσίβλητη (επικαρπώτρια) απεβίωσε στις 28-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ψιλοί κύριοι 1ος έως και 6ος των αναιρεσίβλητων, καθώς και οι κληρονόμοι αυτής α)Ι. Σ. Κ., κάτοικος ... και β)Α. Ι. Κ., σύζυγος Π. Δ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια ως άνω δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1995 αγωγή της ενάγουσας Ι. θυγ. Ι. Ρ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 894/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και την παραπομπή της σε νέα συζήτηση, ενώπιον του Εφετείου Λάρισας συντιθέμενο από άλλους δικαστές, διέταξε η 1747/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν της από 13-9-2007 αίτησης αναίρεσης των καλουσών.

Εκδόθηκε η 440/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 10-9-2018 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Φιοράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 σαφώς συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα, μετά δε την απόσβεση εκείνης με το θάνατο του επικαρπωτή, το περιεχόμενο της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν ώστε δεν νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 1657/2001) .Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ.

α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο.

Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Άρα σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται και επαναλαμβάνεται από τον κύριο (ΑΠ 501/2015, ΑΠ 1641/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αναίρεση ζητείται να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 440/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης που αφορά διεκδικητική αγωγή ακινήτου (που ανήκει,κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα στους έξι πρώτους αναιρεσίβλητους),του οποίου η έβδομη αναιρεσίβλητη έχει την ισόβια επικαρπία.

Κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως εμφανίστηκαν οι έξι πρώτοι αναιρεσίβλητοι με την πληρεξούσια δικηγόρο τους και δήλωσαν ότι η έβδομη αναιρεσίβλητη, επικαρπώτρια του επιδίκου, απεβίωσε στις.28-3-2015 μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 27-2-2015 ότι έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης στο πρόσωπο της επικαρπώτριας και ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως την δίκη που διακόπηκε βιαίως οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, ως συγκύριοι του επιδίκου.

Επιπλέον εμφανίσθηκαν και οι Ι. Σ. Κ. και Α. Ι. Κ. με την πληρεξούσια δικηγόρο τους και με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της ως άνω επικαρπώτριας, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν και αυτοί,από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους,εκουσίως την δίκη που διακόπηκε βιαίως και κατέθεσαν (κοινές) προτάσεις με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, όμως, η σχετική δήλωσή τους είναι απαράδεκτη, καθόσον επί θανάτου του επικαρπωτή η δίκη διακόπτεται και επαναλαμβάνεται πλέον μόνο από τον κύριο και όχι από τους κληρονόμους του..

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομισθείσα κατά τη συζήτηση,υπ'αριθ.55/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..., προκύπτει ότι η έβδομη αναιρεσίβλητη, επικαρπώτρια του επιδίκου, απεβίωσε στις 28-3-2015 μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 27-2- 2015,και συνεπώς νομίμως συνεχίζουν τη δίκη με δήλωσή τους οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο ψιλοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου (έξι πρώτοι αναιρεσίβλητοι) στη θέση της επικαρπώτριας, καθόσον με το θάνατο της η επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, ενώ στο μεταξύ είχε ασκηθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ 1641/2006).

Με την κρινόμενη από 27-2-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 440/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (τακτικής διαδικασίας) που εκδόθηκε μετ' αναίρεση, με την οποία, αντιμωλία των διαδίκων, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία έφεση των αναιρεσειουσών, κατά της 26/1999 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που είχε απορρίψει διεκδικητική αγωγή ακινήτου της αρχικής ενάγουσας ( δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 20/27-2-2015 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η ομολογία του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, προκύπτει ότι επί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, η δια των προτάσεων ομολογία του εναγομένου ότι κατέχει τμήμα του επιδίκου, απαγορεύει μεν την από το δικαστήριο παραδοχή κατοχής από εκείνον τμήματος ακόμη μικροτέρου τούτου, δεν αποκλείει όμως την κρίση του ότι το κατεχόμενο είναι μεγαλύτερο του καθ' ομολογίαν τοιούτου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Η μητέρα της αρχικής ενάγουσας Ι.

Ρ., Σ. Ρ., ήταν κυρία οικοπέδου έκτασης 2.440 τ.μ, το οποίο απέκτησε με το υπ' αριθ. 665/28-12-1950 παραχωρητήριο της κτηματικής ομάδας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αποβιώσασα στις 4-6-1983, μητέρα της αρχικής ενάγουσας Σ. Ρ., με την υπ' αριθμ. ...44/1980 δημόσια διαθήκη, την οποία συνέταξε ο συμβολαιογράφος ... Ε. Α. την κατέστησε κληρονόμο ενός οικοπέδου, εμβαδού 670 τ.μ., όπως αναφέρεται στη διαθήκη, που βρίσκεται στη θέση "..." ...

και συνορεύει ανατολικά με την οδό ... βόρεια με την οδό ..., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ. και αγνώστου ιδιοκτήτη και νότια με ιδιοκτησία του αρχικού εναγομένου Ι. Κ.. Την κληρονομιά αυτή, η αρχική ενάγουσα αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ....82/1995 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....

Η διαθήκη δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα. Από τη διαθήκη δεν προκύπτει το μήκος κάθε πλευράς του ακινήτου που κληρονομείται. Επί του ακινήτου αυτού η αρχική ενάγουσα με την υπ' αριθμ. ....3/1994 οικοδομική άδεια ανήγειρε σκελετό οικοδομής και διακόπηκαν οι οικοδομικές εργασίες από την πολεοδομία ...

μετά από καταγγελία του εναγομένου, επειδή οι εξώστες της οικοδομής δεν έχουν τις νόμιμες αποστάσεις από τα όρια της ιδιοκτησίας του. β) Με το υπ' αριθμ. .....53/1959, συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου ... Χ. Β., το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., η αρχική ενάγουσα, Σ.

Ρ., είχε μεταβιβάσει διαιρετό τμήμα του ως άνω οικοπέδου έκτασης 532 τ.μ περίπου στον εναγόμενο. Η λέξη "περίπου" αναφέρεται ρητά στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το οικόπεδο αυτό συνορεύει γύρωθεν, κατά το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο "με δρόμον με μήκος πλευράς ταύτης εκ δέκα πέντε μέτρων, με οικόπεδον Θ.

Π. με μήκος της μιας πλευράς εκ δέκα επτά μέτρων και της άλλης είκοσι ενός μέτρων εν σχήματι αμβλείας γωνίας, με το υπ αριθ. 4/102 οικόπεδο του Θ. Β. με μήκος της πλευράς ταύτης δέκα πέντε μέτρων και αρκτικώς με οικόπεδον ιδίας πωλήτριας με μήκος της μιας πλευράς δέκα οκτώ μέτρων και της άλλης δέκα πέντε μέτρων εν είδει αμβλείας γωνίας".

Δηλ. βόρεια συνορεύει με το οικόπεδο της αρχικής ενάγουσας και το κοινό όριο των οικοπέδων των διαδίκων είναι τεθλασμένη γραμμή με μήκος της μίας πλευράς 18 μ. και της άλλης πλευράς 15 μ. Με βάση τις πλευρές αυτές, μετατροπή των σχηματιζόμενων τριγώνων σε παραλληλόγραμμα, τον υπολογισμό των εμβαδών των τελευταίων και τη διαίρεσή τους δια δύο αποδεικνύεται ότι, το εμβαδόν του οικοπέδου συμπίπτει σχεδόν με το εμβαδόν που αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δηλ. 532 τ.μ..

Ο εφεσίβλητος εγκαταστάθηκε αμέσως στο οικόπεδο που αγόρασε και το οριοθέτησε και έκτοτε νέμεται το ακίνητο αυτό χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Σ' αυτό κατασκεύασε ισόγεια οικία όπου διέμενε μέχρι το θάνατο του και το περιέφραξε με ξύλινους πασσάλους και συρματόπλεγμα και σε απόσταση 80 εκ. από τη βόρεια περίφραξη φύτεψε κλήματα αμπέλου, ηλικίας σήμερα άνω των 30 ετών.

Την παλαιά αυτή περίφραξη αντικατέστησε το έτος 1986 με νέα, η οποία έγινε με τοποθέτηση τσιμεντόλιθων πάνω στο θεμέλιο της παλαιάς περίφραξης και με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα. Το περιφραγμένο αυτό οικόπεδο περιλαμβάνει τόσο τα αγορασθέντα με το συμβόλαιο 532 τ.μ. όσο και τα επί πλέον προσαρτηθέντα.

Αποτέλεσμα της από το έτος 1959 και εντεύθεν συνεχούς εικοσαετούς νομής του αρχικού εναγομένου επί του τμήματος που προσάρτησε, επί πλέον των 532 τ.μ, ήταν αυτός να καταλύσει την κυριότητα της Σ. Ρ., να έχει αποκτήσει αυτός κυριότητα στο επίδικο τμήμα, ήδη από το έτος 1979, και στην Ι. Ρ. να μην έχει μεταβιβαστεί με τη διαθήκη της μητέρας της Σ.

η κυριότητα του διεκδικουμένου τμήματος του ακινήτου, που κατά την αγωγή έχει εμβαδόν 43,04 τ.μ.

Εν προκειμένω πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εμβαδόν του διεκδικούμενου τμήματος κατά την αγωγή είναι 43,04 τ.μ. Στο αναφερόμενο στην αγωγή, από τον Οκτώβριο 1995, τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε, κατ' εντολή και με υπόδειξη της αρχικής ενάγουσας, ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Β. Π. αναφέρεται ότι ο αρχικός εναγόμενος κατέχει 565,47 τ.μ δηλ.

ότι κατέχει περισσότερα από όσα αγόρασε μόνον 33,47 τ.μ. (565,47 μείον 532=33,47). Τούτο από μόνο του δεν σημαίνει ότι το διεκδικούμενο είναι όσο το επί πλέον κατέχει ο εφεσίβλητος, δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων. Δεν λέει ο μηχανικός αυτός πουθενά πόσα τ.μ είναι το διεκδικούμενο από την αρχική ενάγουσα τμήμα με στοιχεία Ι-Κ-Μ-Ν-Λ-Θ-Ι, δηλ.

δεν λέει πουθενά ότι το εμβαδόν του τμήματος αυτού είναι 43,04 τ.μ που αναφέρεται στην αγωγή. Σε κάθε περίπτωση το όλο επί πλέον κατεχόμενο, κατά τον τεχνικό αυτό σύμβουλο, είναι μικρότερο σε εμβαδόν από το διεκδικούμενο με την αγωγή. Ο διορισμένος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Β.

Ι. (βλ. τη με αριθ. 611/1996 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τη με αριθ. 145/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων απόφαση - διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), δεν απάντησε στο ερώτημα που του τέθηκε με την διατάξασα την πραγματογνωμοσύνη απόφαση δηλ. εάν το επίδικο, δηλ. το με στοιχεία της αγωγής Ι-Κ-Μ-Ν-Λ-Θ-Ι περιλαμβάνεται στο ακίνητο του αρχικού εναγομένου.

Με την έκθεσή του και το διάγραμμά του λέει πόσα συνολικά τετραγωνικά μέτρα κατέχει ο εναγόμενος, και πόσα έπρεπε, με βάση το τίτλο του, να κατέχει. Δηλ. ότι κατέχει 573,10 τ.μ, δηλ. περισσότερα και όσα λέει ο τεχνικός σύμβουλος της αρχικής ενάγουσας και το επίδικο, που ορίζει με τα στοιχεία Ο-Π-Ρ-Β-Ι-Κ-Ο του διαγράμματος του και όχι με τα στοιχεία του αναφερόμενου στην αγωγή διαγράμματος, έχει εμβαδόν 41,10 τ.μ.

δηλ. ο πραγματογνώμονας αποτυπώνει ότι έχουν προσαρτηθεί στο ακίνητο του αρχικού εναγομένου επί πλέον 7,63 (41,10-33,47 =7,63) από όσα αποτυπώνει ο τεχνικός σύμβουλος της αρχικής ενάγουσας-ήδη των εκκαλουσών. Τα μήκη των πλευρών όμως του επιδίκου τμήματος στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα διαφέρουν από τα μήκη των πλευρών του διαγράμματος του Β.

Π.. Τέλος, σύμφωνα με την ομολογία του αρχικού εναγομένου και με το τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Π. Π., που έχει συνταχθεί με συντεταγαμένες, και κατ' εντολή και υπόδειξή του αρχικού εναγομένου, το εμβαδόν του ακινήτου που κατέχει ο εναγόμενος ανέρχεται σε 555,60 τ.μ. δηλ. ο εφεσίβλητος κατέχει πραγματικά 23,60 τ.μ περισσότερα από όσα αγόρασε.

Και το τοπογραφικό αυτό δεν απαντά αν το διεκδικούμενο τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο του αρχικού εναγόμενου- εφεσίβλητου. Κατά την αυτοψία που ενήργησε η πολεοδομία (βλ. το υπ' αριθμό ....11/5-9-2001 έγγραφο της) διαπιστώθηκε ότι το οικόπεδο της αρχικής ενάγουσας, όπως σήμερα είναι περιφραγμένο, έχει εμβαδόν 661,92 τμ, ενώ αυτή στο τοπογραφικό, που υπέβαλε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας εμφάνιζε το οικόπεδο της, ως έχον εμβαδόν 717,50 τ.μ.

Ούτε η μέτρηση αυτή απαντά στο ερώτημα αν το ελλείπον ή το διεκδικούμενο περιλαμβάνεται στο οικόπεδο του αρχικού εναγομένου. Ανεξάρτητα από τις αποκλίσεις αυτές στις μετρήσεις του πραγματογνώμονα και των τεχνικών συμβούλων το επί πλέον των 532 τ.μ. εμβαδόν περιλαμβάνεται στο οικόπεδο που κατέχει ο εναγόμενος από την αρχική περίφραξη που έγινε από αυτόν αμέσως μετά την ως άνω αγορά του οικοπέδου του.

Η αρχική ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη οι εκκαλούσες δεν απέδειξαν ότι η δικαιοπάροχος τους από το έτος 1959 μέχρι το θάνατο της νεμήθηκε το διεκδικούμενο τμήμα των 43,04 τ.μ. Αντίθετα ο εναγόμενος είχε στη φυσική του εξουσίαση με διάνοια κυρίου το πλέον των 532 τ.μ διεκδικούμενο με την αγωγή περιφραγμένο-περί του ότι είναι περιφραγμένο δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση εκατέρωθεν- τμήμα εδάφους των 43,2 τ.μ, μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δηλ.

επί χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι η επέκταση έγινε πριν την άσκηση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πέρα από το ότι οι σχετικές ανώμοτες καταθέσεις των εκκαλουσών αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι παρά την επέκταση, και μάλιστα στην επικαλούμενη έκταση των 43,04 τ.μ., οι εκκαλούσες δεν προέβησαν σε δικαστική διεκδίκηση του ακινήτου που τους αφαιρέθηκε αλλά αρκέστηκαν στις προσωπικές διαβεβαιώσεις του εφεσίβλητου ότι επρόκειτο για λάθος του μάστορα και ότι θα επανέφερε τα όρια όταν θα έκτιζε.

Συνακόλουθα, εφ' όσον αποδείχθηκε ότι κύριος του επιδίκου είναι ο εναγόμενος και όχι η αρχική ενάγουσα- ήδη εκκαλούσες, κατά τα ποσοστά συγκυριότητας που αναφέρουν, η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Το Εφετείο, δηλαδή, έκρινε ότι ολόκληρη η επίδικη εδαφική λωρίδα, περιφραγμένη και ενσωματωμένη, κατά την αγωγή, στην ιδιοκτησία του αρχικώς εναγομένου και οριοθετούμενη στο αναφερόμενο σ' αυτήν από Οκτωβρίου 1995 σχεδιάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου Β.

Π. υπό τα στοιχεία Ι-Κ-Μ-Ν-Λ-Θ-Ι, καταλαμβάνουσα δε έκταση, κατά μεν το αγωγικό δικόγραφο 43,04 τ.μ. , κατά δε τον αρχικώς ενάγοντα, αμφισβητούντα μόνον το εμβαδόν της και όχι την καθ' ολοκληρίαν περίφραξη και ενσωμάτωσή της στην ιδιοκτησία του, 22 τ.μ., ανήκει κατά κυριότητα στον τελευταίο, αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την, καταλυτική της αγωγής, προβληθείσα ένστασης αυτού κυριότητας κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1959 που την διακατείχε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτής της επιδηλωτικές της νομής του αναφερόμενες πράξεις μέχρι τον θάνατο της άμεσης δικαιοπαρόχου μητέρας της ενάγουσας (1983), παρήλθε διάστημα μείζον της εικοσαετίας, ως εκ τούτου δε/ η τελευταία ουδέποτε απέκτησε παραγώγως και δη από κληρονομιά (αλλ' ούτε και πρωτοτύπως) την επίδικη έκταση.

Ακολούθως, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την από τον αρχικώς εναγόμενο κτήση με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας ολόκληρης της επίδικης έκτασης πριν από τον θάνατο της άμεσης δικαιοπαρόχου (μητέρας) της αρχικώς ενάγουσας και εξ αυτού του λόγου ουδέποτε περιελθούσας σ' εκείνην, χωρίς να ασκούν έννομη επιρροή οι υπάρχουσες, ως άνω, αποκλίσεις στο εμβαδόν της, εφόσον η κρίση του αφορούσε ολόκληρη την επίδικη έκταση, περιφραγμένη και οριοθετούμενη με αναφορά στο τοπογραφικό διάγραμμα του αγωγικού δικογράφου, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Εξ άλλου, με τον πρώτο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι ενώ ο αρχικώς εναγόμενος ομολόγησε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι κατέχει εδαφική έκταση 22 τ.μ., εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι κατέχει τοιαύτη 43,04 τ.μ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προεκτίθεται, το Εφετείο δέχθηκε ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση, ανεξαρτήτως των ανωτέρω αποκλίσεων στο εμβαδόν της, περιφραγμένη και οριοθετούμενη στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ανήκει κατά κυριότητα στον αρχικώς εναγόμενο, ο οποίος και την απέκτησε πρωτοτύπως πριν από τον θάνατο της άμεσης δικαιοπαρόχου της αρχικώς ενάγουσας, όπως στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναπτύσσεται, χωρίς ο τελευταίος να αμφισβητεί την καθ' ολοκληρίαν κατάληψη και ενσωμάτωση της στην ιδιοκτησία του, όπως εκτίθεται στην αγωγή, την οποία και συνομολογεί ευθέως με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ει μη μόνον το εμβαδόν της, το οποίο και περιορίζει, χωρίς το γεγονός τούτο να ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, εφόσον έγινε δεκτό ότι ολόκληρη η επίδικη περιφραγμένη εδαφική λωρίδα ανήκε κατά κυριότητα στον αρχικώς εναγόμενο.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνας, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 §3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (176, 183, 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ.20/27-2-2015 αίτηση των Θ. Ι. Ρ. κ.λ.π. προς αναίρεση της 440/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ