Legislator Case Law & Legislation
1050/2015 AI generated

1050/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1050/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1050/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.

Keywords

AI generated
public borrowing rescheduling of public debt privatisation public takeover bid economic democracy company demerger
AI generated
352/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1494/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
1050/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
931/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
1243/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1090/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/4/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/9/2016 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1050/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και στην προκείμενη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Β' Δ.Ο.Υ Λάρισας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 26-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 29-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.

Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο, ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.

Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 975 αρ. 5 ΚΠολΔ, 61 ΚΕΔΕ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 ν. 2093/1992, στην πέμπτη σειρά κατατάσσονται, ως εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο, όλες οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από οποιαδήποτε αιτία, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις και τόκους, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γεννήθηκαν ή βεβαιώθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και του χρόνου του πλειστηριασμού ή της κατασχέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ. 3, προτιμώνται οι πρώτες. Αν υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ. 1 και 2, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται έως το ένα τρίτο του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα δύο τρίτα διατίθενται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθ. 1 και 2 (προκειμένου δε περί ακινήτων τη θέση της απαιτήσεως του άρθρου 976 αρ. 2 λαμβάνει, κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ενυπόθηκη απαίτηση).

Από τα υπόλοιπα που απομένουν από το ένα τρίτο ή τα δύο τρίτα, μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των άρθρων 975 και 976 αριθ. 1 και 2, κατά το προηγούμενο εδάφιο, κατατάσσονται, ώσπου να καλυφθούν, οι απαιτήσεις της άλλης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξεως του άρθρου 975 ΚΠολΔ και η διαίρεση αυτή γίνεται άπαξ.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο των κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη", προκύπτει ότι είναι μεν δυνατή η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης και μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο οικείο βιβλίο, αλλά αυτή δεν έχει έννομα αποτελέσματα ως προς εκείνον που επέβαλε την κατάσχεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ (ΑΠ 145/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς το ζήτημα της κατατάξεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση με την κατάταξη της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που είχε ενυπόθηκη απαίτηση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της ανακοπής, ενιαίως εκλαμβανόμενοι, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι, μετά την ικανοποίηση των προνομιούχων εργατικών απαιτήσεων και τη διαίρεση του πλειστηριάσματος, κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ, μη νομίμως η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στο ποσό των 152.577,25 ευρώ, που αντιστοιχεί στα 2/3 του πλειστηριάσματος, κατέταξε το ίδιο μόνο για το ποσόν των 186,32 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποση εγγεγραμμένη δεύτερη υποθήκη επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου, και στο υπόλοιπο ποσό αυτού κατέταξε τις ενυπόθηκες απαιτήσεις της πρώτης των καθών η ανακοπή επισπεύδουσας την εκτέλεση Τράπεζας, ενώ οι λοιπές απαιτήσεις αυτού, ως εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο, που συνέτρεχαν με τις ως άνω ενυπόθηκες απαιτήσεις της πρώτης των καθών η ανακοπή επισπεύδουσας την εκτέλεση Τράπεζας θα έπρεπε να καταταγούν στο 1/3 του ανωτέρω ποσού των 152.577,25 ευρώ, ήτοι στο ποσόν των 50.859,083 ευρώ και η επισπεύδουσα να περιοριστεί στο ποσόν των 101.717,18 ευρώ, που αντιστοιχεί στα 2/3 του ανωτέρω ποσού ...

και ζήτησε να αποβληθεί η τελευταία από το ως άνω ποσό ... και στη θέση της να καταταγεί το ίδιο. Ο λόγος ... αυτός της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, ενόψει του ότι οι απαιτήσεις του ... Ελληνικού Δημοσίου, ως εξοπλισμένες με το γενικό προνόμιο της πέμπτης σειράς του άρθρου 975, ... αν συντρέχουν με απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ. 2 (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) σε συνδυασμό με άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι με ενυπόθηκες απαιτήσεις, όπως, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο της ανακοπής, με τις ενυπόθηκες απαιτήσεις της πρώτης των καθών η ανακοπή επισπεύδουσας την εκτέλεση Τράπεζας, ικανοποιούνται έως το 1/3 του ποσού του διανεμητέου πλειστηριάσματος και τα 2/3 αυτού διατίθενται για να ικανοποιηθούν οι ανωτέρω απαιτήσεις του άρθρου 976 αρ. 2 σε συνδυασμό με 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το υπόλοιπο δε ποσό που απομένει από το 1/3 ή τα 2/3, μετά την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων των άρθρων 975 και 976 αρ. 1 και 2, κατατάσσονται ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις της άλλης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες που δεν έχουν ικανοποιηθεί, η δε διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά ...

γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ και, επομένως η διαίρεση αυτή γίνεται άπαξ, όπως και έγινε, και δεν γίνεται και πάλι νέα διαίρεση σε ποσοστά των ήδη 2/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος για να ικανοποιηθούν από το 1/3 αυτού οι εξοπλισμένες με το γενικό προνόμιο της πέμπτης σειράς του άρθρου 975 ΚΠολΔ απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το ανακόπτον".

Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε απορρίψει το λόγο αυτό της ανακοπής, έστω και σιωπηρά, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του εκκαλούντος - ανακόπτοντος ως αβάσιμο, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 και 5, 976 αρ. 1 και 2, 977 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει και του αιτήματος των ως άνω λόγων ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο σχετικό δικόγραφο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο με την ανακοπή του αλλά και με τους λόγους εφέσεως ανέφερε ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως στο εναπομείναν προς διανομή πλειστηρίασμα κατέταξε προνομιακά και πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3 την οριστική σύνδικο της πτωχεύσεως για τα ποσά που δικαιούνταν οι εργαζόμενοι της οφειλέτιδας εταιρείας λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και στη συνέχεια το εναπομείναν υπόλοιπο ποσό των 228.865,87 ευρώ διαίρεσε σε 1/3 και 2/3 και στο μεν ποσό των 76.288,62 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 1/3 του ποσού αυτού, κατέταξε προνομιακά και συμμέτρως όλους τους υπαλλήλους και εργάτες της οφειλέτιδας εταιρείας, ανάλογα με τις απαιτήσεις τους από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, στο δε ποσόν των 152.577,25 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα 2/3 του ποσού αυτού, κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο οριστικά για ποσό 186,32 ευρώ, ως έχον ισόποση εγγεγραμμένη δεύτερη υποθήκη επί του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε, την επισπεύδουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

για το ποσό των 152.390,93 ευρώ, και σε περίπτωση μη οριστικής επιδικάσεως των απαιτήσεών της την ενυπόθηκη Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. για όποιο ποσό περισσέψει. Και ενώ εξέθετε αυτά το Ελληνικό Δημόσιο, ζητούσε με την ανακοπή του να καταταγεί ως γενικός προνομιούχος δανειστής στο 1/3 του υπολοίπου του πλειστηριάσματος μετά την ικανοποίηση των προνομιούχων εργατικών απαιτήσεων, και συγκεκριμένα στο ποσόν των 50.859,083 ευρώ, που συνιστούσε το 1/3 του ποσού των 152.390,93 ευρώ, και η επισπεύδουσα την εκτέλεση να περιοριστεί στο ποσόν των 101.717,18 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα 2/3 του ποσού αυτού.

Όμως η διαίρεση του διανεμητέου πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3 είχε ήδη πραγματοποιηθεί, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, και δεν ήταν δυνατό να γίνει εκ νέου διαίρεση των 2/3 του πλειστηριάσματος, ώστε από το 1/3 αυτού να ικανοποιηθούν οι εξοπλισμένες με προνόμιο απαιτήσεις του ανακόπτοντος Δημοσίου, ούτε επεκαλείτο με τους λόγους της ανακοπής του ότι εσφαλμένα η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε, πριν το χωρισμό του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3, μόνο τις απαιτήσεις που προέρχονταν από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και όχι και τις λοιπές εργατικές απαιτήσεις, παρά το γεγονός ότι και αυτές υπάγονταν στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, και ότι αν είχε γίνει κατά τον τρόπο αυτό η κατάταξη θα απέμενε διανεμητέο πλειστηρίασμα, στο 1/3 του οποίου θα κατατασσόταν το Δημόσιο ως έχον γενικό προνόμιο.

Για πρώτη φορά με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως επικαλείται το Δημόσιο ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού περιόρισε την κατάταξη των απαιτήσεων που προέρχονταν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο ποσόν των 76.288,62 ευρώ, δηλαδή στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι μόνο οι απαιτήσεις που προέρχονται από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κατατάσσονται πριν το χωρισμό του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3 και όχι και οι λοιπές εργατικές απαιτήσεις.

Εφόσον όμως τον εσφαλμένο αυτό τρόπο κατατάξεως των απαιτήσεων από την παροχή εργασίας δεν προσέβαλε το Δημόσιο με λόγο της ανακοπής του, ούτε όμως και με την έφεση, αλλά αντιθέτως ζητούσε με την ανακοπή οι απαιτήσεις του να καταταγούν στο 1/3 του ποσού των 152.577,25 ευρώ, (που αποτελούσε τα 2/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος), ήτοι στο ποσόν των 50.859,083 ευρώ, και η επισπεύδουσα να περιοριστεί στο ποσόν των 101.717,18 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα 2/3 του ανωτέρω ποσού, και να αποβληθεί η τελευταία από το ως άνω ποσό και στη θέση της να καταταγεί το ίδιο, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, προσβάλλει την κατάταξη των δανειστών με το λόγο αυτό. Ο ισχυρισμός ότι δεν μπορούσε να προσβάλει την κατάταξη των εργαζομένων λόγω του επικρατέστερου προνομίου των απαιτήσεών τους και ότι για το λόγο αυτό επιδίωξε την ικανοποίηση του προνομίου του από το απομένον προς διανομή πλειστηρίασμα, δεν είναι νόμιμος, εφόσον η κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας μετά τη διαίρεση του πλειστηριάσματος ήταν εσφαλμένη, και αυτό και μόνο το γεγονός δικαιολογούσε την προσβολή του πίνακα εκ μέρους του, πλην όμως δεν περιέλαβε τα περιστατικά αυτά ως λόγο ανακοπής.

Κατόπιν τούτου ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως ως προς το πρώτο σκέλος μεν είναι αβάσιμος, ως προς το δεύτερο δε απαράδεκτος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον επικαλείται την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε διαχωρισμός του 1/3 του πλειστηριάσματος πριν από την κατάταξη των εργατικών απαιτήσεων και στη συνέχεια κατάταξή τους στο ποσοστό αυτό και ότι το υπόλοιπο πλειστηρίασμα, στο 1/3 του οποίου δικαιούτο να καταταγεί το Δημόσιο, διατέθηκε μόνο για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης ενυπόθηκης Τράπεζας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, πλην όμως τον απέρριψε ως μη νόμιμο.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙ Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 418/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει στα τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ