1050/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1050/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) ενέργειες φόρτωσης από τον αποστολέα ή εκφόρτωσης από τον παραλήπτη κατ' ακολουθίαν των εφαρμοστέων διατάξεων ή των μνημονευομένων στη φορτωτική συμφωνιών μεταξύ αποστολέα και σιδηροδρόμου ή συμφωνιών μεταξύ παραλήπτη και σιδηροδρόμου, δ) ελαττωματική φόρτωση, εφόσον η φόρτωση αυτή έγινε από τον αποστολέα κατ' ακολουθίαν διατάξεων ή των μνημονευομένων στη φορτωτική συμφωνιών μεταξύ αυτού και του σιδηροδρόμου, ε) ..." (παρ. 3).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1050 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1050/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευαγγελίας Μαργέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΠΡΟΟΔΟΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, η οποία δήλωσε την μετατροπή επωνυμίας της εταιρείας στη νέα "KUEHNE + NAGEL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ & LOGISTICS", λόγω καθολικής διαδοχής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2065/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5568/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5568/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-7-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2065/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 28-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 33.215,133 ευρώ (νομιμοτόκως), ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την απώλεια μεταφερομένων πραγμάτων.
Κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 36 του Β' παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές, που κυρώθηκε με το νόμο 1593/1986 "ο σιδηρόδρομος ευθύνεται για τη ζημία που προκύπτει από ολική ή μερική απώλεια του εμπορεύματος και για τη βλάβη που προκαλείται κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή προς μεταφορά μέχρι την παράδοση" (παρ. 1) και "ο σιδηρόδρομος απαλλάσσεται από την ευθύνη αυτή όταν η απώλεια ή η βλάβη προκύπτει από ειδικούς κινδύνους που υπάρχουν σε ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω περιστατικά: ...
γ) ενέργειες φόρτωσης από τον αποστολέα ή εκφόρτωσης από τον παραλήπτη κατ' ακολουθίαν των εφαρμοστέων διατάξεων ή των μνημονευομένων στη φορτωτική συμφωνιών μεταξύ αποστολέα και σιδηροδρόμου ή συμφωνιών μεταξύ παραλήπτη και σιδηροδρόμου, δ) ελαττωματική φόρτωση, εφόσον η φόρτωση αυτή έγινε από τον αποστολέα κατ' ακολουθίαν διατάξεων ή των μνημονευομένων στη φορτωτική συμφωνιών μεταξύ αυτού και του σιδηροδρόμου, ε) ..." (παρ. 3).
Τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 37 της ίδιας Σύμβασης, που έχει τον τίτλο "βάρος της αποδείξεως", ορίζονται τα εξής: "Αν ο σιδηρόδρομος αποδεικνύει ότι η απώλεια ή η βλάβη μπορούσαν να προκύψουν, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, από έναν ή περισσότερους ειδικούς κινδύνους, προβλεπόμενους, στο άρθρο 36 παρ. 3, υπάρχει τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν, ο δικαιούχος διατηρεί, παρά ταύτα, το δικαίωμα να αποδείξει ότι η ζημία δεν προήλθε ολικά ή μερικά από έναν των κινδύνων αυτών".
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει: α) Ότι το άρθρο 37 παρ. 2 του Β' παραρτήματος της διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης δε θεμελιώνει αυτοτελή ένσταση, απαλλακτική της ευθύνης του σιδηροδρομικού μεταφορέα, αλλά διέπει τη δικονομική λειτουργία της κατά το άρθρο 36 παρ. 3 ένστασης απαλλαγής αυτού από την κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου ευθύνη, με την εισαγωγή τεκμηρίου υπέρ του σιδηροδρομικού μεταφορέα, ότι η απώλεια ή η βλάβη επήλθε από τον προβαλλόμενο από το άρθρο 36 παρ. 3 ειδικό κίνδυνο, καθώς και δυνατότητα του δικαιούχου της μεταφοράς για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού.
β) Ότι η καθιερούμενη στο άρθρο 36 παρ. 1 ευθύνη του σιδηροδρόμου για απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων δεν αποκλείεται από μόνη τη συνδρομή ενός από τους αναφερόμενους στο άρθρο 36 παρ. 3 ειδικούς κινδύνους, όπως είναι και η ενέργεια της φόρτωσης από το μεταφορέα, αλλά πρέπει η απώλεια ή βλάβη να είναι απότοκη του συγκεκριμένου ειδικού κινδύνου, περιστατικό, δηλονότι, που καλύπτεται από το κατά το άρθρο 37 παρ. 2 υπέρ του σιδηροδρόμου τεκμήριο.
Αν δε ο δικαιούχος από τη μεταφορά αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη δεν επήλθε από το συγκεκριμένο, κατ' ένσταση προβαλλόμενο, ειδικό κίνδυνο, απορρίπτεται η ένσταση απαλλαγής του σιδηροδρόμου, διότι ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του επικληθέντος ειδικού κινδύνου και της απώλειας ή βλάβης των εμπορευμάτων (ΑΠ 264/2001).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο έκρινε αναγκαία περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με διαδοχικές συμβάσεις παραγγελίας μεταφοράς, η εταιρία με την επωνυμία "PROCTER & GAMBLE International Operations S.A.", η οποία έχει την έδρα της στη Γερμανία, ανέθεσε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη μεταφορική εταιρία, τη σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Αθήνα, προϊόντων της (χάρτινες πάνες διαφόρων τύπων και μαντηλάκια καθαρισμού), τα οποία έπρεπε να παραδοθούν στις εγκαταστάσεις της εταιρίας με την επωνυμία "PROCTER & GAMBLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στην Ελλάδα.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, η ενάγουσα, ανέθεσε στους Γερμανικούς Σιδηροδρόμους (RAILION DEUTSCHLAND AG) τη μεταφορά 19 παρτίδων με τα ανωτέρω προϊόντα, που συσκευάστηκαν σε χαρτοκιβώτια και φορτώθηκαν σε ισάριθμα (19) βαγόνια των γερμανικών σιδηροδρόμων. Η φόρτωση των ανωτέρω εμπορευμάτων έγινε κατά το χρονικό διάστημα από 13-2-2007 μέχρι και 20-3-2007, αποκλειστικά από υπαλλήλους της αποστολέως γερμανικής εταιρίας, στα εργοστάσια της, στις πόλεις Derkum και Clailsheim, χωρίς καμία συμμετοχή, ανάμειξη ή συμβολή των γερμανικών σιδηροδρόμων στην όλη διαδικασία, μετά δε το πέρας κάθε φόρτωσης σφραγίζονταν με σφραγίδες του εργοστασίου, όλες οι θύρες κάθε βαγονιού.
Παραλλήλως, εκδόθηκαν, αντιστοίχως, 19 φορτωτικές, μία για κάθε βαγόνι, με παραλήπτρια την ενάγουσα, που παραδόθηκαν μαζί με τα σχετικά τιμολόγια στους αρμόδιους υπαλλήλους των γερμανικών σιδηροδρόμων. Στις φορτωτικές αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία των εμπορευμάτων (είδος προϊόντων, βάρος και αριθμός δεμάτων), ο αριθμός του βαγονιού, ο σιδηροδρομικός σταθμός αποστολής, η ημερομηνία φόρτωσης και ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν ...
Κατά την άφιξη των ως άνω βαγονιών στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2007 μέχρι 28-3-2007 και πριν από την εκφόρτωση και παραλαβή των εμπορευμάτων από την ενάγουσα παραλήπτρια εταιρία, τα όργανα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που ήταν ο σιδηρόδρομος του τόπου προορισμού των εμπορευμάτων και οι υπάλληλοι της ενάγουσας παραλήπτριας εταιρίας διαπίστωσαν ότι ορισμένες από τις σφραγίδες της αποστολέως εταιρίας, που είχαν τεθεί επί των θυρών των βαγονιών, όπου είχαν φορτωθεί τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, είχαν παραβιαστεί και αφαιρεθεί, ορισμένες δε είχαν αντικατασταθεί από άλλες σφραγίδες.
Πέραν τούτου, διαπιστώθηκε ότι τα εμπορεύματα παρουσίαζαν ελλείμματα ως προς τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί συνολικά στα 19 βαγόνια και συγκεκριμένα ... Επομένως, το συνολικό έλλειμμα των παραληφθέντων από την ενάγουσα χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί στα 19 βαγόνια, ανερχόταν σε 1.466 χαρτοκιβώτια, συνολικής αξίας 33.275,13 ευρώ υπολογιζόμενης της αξίας με βάση τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων ίδιας φύσης και ποιότητας κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, που τα εμπορεύματα έγιναν δεκτά προς μεταφορά, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας αξίας αυτών.
Για τα ελλείμματα των εμπορευμάτων στα προαναφερόμενα βαγόνια συντάχθηκαν από την εναγομένη ΤΡΑΙΝΟΣΕ AE ... αντίστοιχα πρωτόκολλα βεβαίωσης ελλειμμάτων, ήτοι ένα για κάθε βαγόνι, με την παρατήρηση ότι το φορτίο δεν είχε καταμετρηθεί κατά τη φόρτωση στα βαγόνια του σιδηροδρόμου αποστολής, παρατήρηση, που όμως δεν αναιρεί όσα προεκτέθηκαν, αφού η φόρτωση των απολεσθέντων χαρτοκιβωτίων αποδείχθηκε από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Τα ως άνω εμπορεύματα απωλέσθηκαν λόγω κλοπής κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή τους προς μεταφορά από τον τόπο αποστολής και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς τον τόπο παράδοσης. Συγκεκριμένα, κατά την στάθμευση των συρμών σε σταθμούς των χωρών διέλευσης άγνωστοι δράστες έθραυσαν ορισμένες από τις σφραγίδες που είχε θέσει η αποστολέας γερμανική εταιρία στις θύρες των βαγονιών, ως απόδειξη ότι το εντός αυτών εμπόρευμα θα έφθανε άθικτο στον τόπο προορισμού και ακολούθως αφαίρεσαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα επίδικα εμπορεύματα, ενόψει και της μακράς διάρκειας του ταξιδιού που ανήλθε σε 10 και πλέον ημέρες ...
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, εκ του πράγματος, ότι η απώλεια των εμπορευμάτων, οφειλόμενη σε κλοπή τους κατά τη διέλευση των συρμών από σταθμούς ενδιάμεσων χωρών, δεν προήλθε από το γεγονός της διενέργειας της φόρτωσης από την αποστολέα και απέρριψε, ως αβάσιμη, την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας περί απαλλαγής της από την ευθύνη κατά το άρθρο 36 παρ. 3 περ.
γ' του Β' Παραρτήματος της διεθνούς Σύμβασης λόγω του προβληθέντος ειδικού κινδύνου της διενέργειας της φόρτωσης από την αποστολέα και εκφόρτωσης από την παραλήπτρια (αναιρεσίβλητη), ακολούθως δε έκρινε βάσιμη την αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης. Η κρίση της αυτή στηρίζεται επαρκώς στις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.1 και 3 περ.
γ', καθώς και του άρθρου 37 παρ. 2 της παραπάνω Διεθνούς Σύμβασης, η τελευταία από τις οποίες επιτρέπει στον δικαιούχο της αποζημίωσης να ανατρέψει το εισαγόμενο συγχρόνως από αυτήν τεκμήριο (ότι η απώλεια ή η βλάβη των μεταφερομένων οφείλεται στον προβληθέντα από το σιδηροδρομικό μεταφορέα ειδικό κίνδυνο), αποδεικνύοντας ότι η απώλεια ή η βλάβη δεν προήλθε από τον ειδικό αυτό κίνδυνο, με συνέπεια την απόρριψη της εκ του άρθρου 36 παρ.3 ένστασης λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του γεγονότος του ειδικού κινδύνου (φόρτωσης από τον αποστολέα) και της απώλειας των μεταφερομένων εμπορευμάτων.
Κατ' ακολουθίαν των σκέψεων αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, ενώ ήταν εφαρμοστέα, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 36 παρ.3 του ανωτέρω Παραρτήματος, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, πλην των άλλων, να προσδιορίζεται και ο λόγος αυτής, αν δηλονότι υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς να προσδιορίζεται αν πρόκειται για έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του τούτο, κρίνεται αόριστος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει, σε αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των διαλαμβανομένων στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αυτόν πλήττεται ουσιαστικώς η γενομένη εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων διαπίστωσης ελλειμμάτων, ως αποδεικτικών στοιχείων, αναφορικά με την ύπαρξη των μολυδοσφραγίδων και τον αριθμό αυτών στα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή βαγόνια και δεν περιέχεται σ' αυτόν σαφής ισχυρισμός για παραμόρφωση των εν λόγω εγγράφων υπό την εκτεθείσα έννοια.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται ούτε το περιεχόμενο των πρωτοκόλλων βεβαίωσης, ούτε τι δέχθηκε το Εφετείο, ως περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ώστε από τη σύγκριση να συναχθεί εάν έλαβε χώραν η αποδιδόμενη πλημμέλεια. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο προσέδωσε στα παραπάνω πρωτόκολλα, αναφορικά με την ύπαρξη μολυβδοσφραγίδων και ελλείμματος, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που πραγματικά έχουν, πέραν της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται πώς έλαβε χώρα η παραβίαση της δυνάμεως των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδόθηκε (κατά την συνεκτίμηση τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σε αυτά ο νόμος.
Με άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ως αγνοηθέν μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, καθόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αίτησής της προβάλλει την ως άνω αιτίαση ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψιν του την κατάθεση της μάρτυρος της που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από την οποία προέκυπτε η βασιμότητα της προαναφερθείσας ένστασης της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι ελήφθησαν υπόψιν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και την μαρτυρική κατάθεση που φέρεται αγνοηθείσα και την οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του.
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από την εν λόγω κατάθεση της μάρτυρος συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την απώλεια των μεταφερομένων εμπορευμάτων, είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του αποδεικτικού αυτού μέσου.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/11/11 αίτηση της εταιρείας ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ, για αναίρεση της 5568/10 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ