1050/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/6/2006 και 25/10/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34500/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2466/2008 μη οριστική και 91/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/3/2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1050/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1050 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1050/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής και Αντασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. και Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που ανακάλεσε την από 19/5/2011 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/6/2006 και 25/10/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34500/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2466/2008 μη οριστική και 91/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 11/5/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 23/3/2010 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο η τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράληψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.91/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 8-1-2005 και περί ώρα 19.00 περίπου ο ενάγων Γ. Π. επέβαινε στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο οδηγούμενο, από την κόρη του Ι. Π. και κινούμενο από την κατεύθυνση της Καβάλας προς Θεσσαλονίκη επί της επαρχιακής οδού Νυμφόπετρας- Ρεντίνας.
Στο ύψος του 3ου χιλιομέτρου αυτής η θυγατέρα του εξήλθε από την οδό, στρίβοντας δεξιά σε ανώνυμη αγροτική οδό, και στάθμευσε το αυτοκίνητο επί της τελευταίας, προκειμένου ο πατέρας της - ενάγων και ο σύζυγός της να ικανοποιήσουν φυσική τους ανάγκη. Αυτοί επέλεξαν γι' αυτό το σκοπό να διασχίσουν πεζοί καθέτως το οδόστρωμα της επαρχιακής οδού Νυμφόπετρας - Ρεντίνας για να βρεθούν στην απέναντι πλευρά του οδοστρώματος και στο ευρισκόμενο εκεί χωμάτινο έρεισμα.
Πρώτος εβάδιζε ο ενάγων Γ. Π. ενώ ο γαμβρός του τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση. Τη στιγμή που ο ενάγων είχε διασχίσει το ρεύμα της οδού, που προοριζόταν για τα οχήματα τα κινούμενα προς Θεσσαλονίκη, στο ανωτέρω σημείο έφθασε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Σ. Ξ., ιδιοκτησίας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.".
Ο εναγόμενος εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Νυμφόπετρας-Ρεντίνας με κατεύθυνση προς Καβάλα, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό στο οποίο είχε κινηθεί προηγουμένως το αυτοκίνητο το οδηγούμενο από την κόρη του ενάγοντος. Στο ως άνω χιλιόμετρο ο δρόμος σχηματίζει ελαφρά καμπύλη προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου.
Ο καιρός ήταν μεν καλός, αλλά επικρατούσε σκοτάδι, καθόσον η παραπάνω επαρχιακή οδός δε φωτιζόταν, ενώ ο εναγόμενος είχε αναμμένα τα μεσαία φώτα (φώτα διασταύρωσης) του αυτοκινήτου του, τα οποία του έδιναν τη δυνατότητα ορατότητας σαράντα περίπου μέτρων. Ενώ δε αυτός είχε δυνατότητα και όφειλε να κινείται πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος στο ρεύμα της πορείας του (άρθ. 16 παρ. 1 ΚΟΚ), δεδομένου ότι το οδόστρωμα είχε συνολικό πλάτος 7 μέτρων και κάθε ρεύμα πλάτος 3,5 μέτρων (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Ανθ/νόμου Θ. Μ., που συνοδεύει την από 8-1-2005 έκθεση αυτοψίας η οποία συντάχθηκε σχετικώς), εκινείτο πολύ κοντά στη διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή. Επίσης δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ), ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως, έστω από την απόσταση των σαράντα μέτρων, όπως είχε τη δυνατότητα βάσει του φωτισμού που χρησιμοποιούσε, τον πεζό, που κατ' αρχήν βρισκόταν στο αριστερό σε σχέση με την πορεία του χωμάτινο έρεισμα και στη συνέχεια κινήθηκε καθέτως στο οδόστρωμα και διέσχισε μεγάλο μέρος αυτού (λίγο μεγαλύτερο του ημίσεoς), και να μπορέσει στη συνέχεια, ενόψει και των προαναφερομένων συνθηκών, να τον αποφύγει, είτε ελαττώνοντας την ταχύτητά του είτε πραγματοποιώντας επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό.
Έτσι αυτός, αποπειρώμενος να πραγματοποιήσει καθυστερημένα ελιγμό προς τα δεξιά, προσέκρουσε τελικώς με το εμπρόσθιο μέρος της πλάγιας αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου του επί του ενάγοντος, ο οποίος είχε μόλις προ ολίγου εισέλθει καθέτως στο ρεύμα πορείας του, περνώντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή.
Η ταχύτητα του αυτοκινήτου του εναγομένου δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη (50-60 χμ/ω) και αυτή του παρείχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση εάν είχε αντιληφθεί εγκαίρως τον ενάγοντα. Η καμπυλότητα του δρόμου δεν εμπόδιζε την ορατότητα του στα παραπάνω πλαίσια, αφενός μεν διότι αυτή είναι εντελώς ελαφρά, αφετέρου δε διότι η δεξιά σε σχέση με την πορεία του κλίση διευκόλυνε την ορατότητα προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Η πρόσκρουση οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου, αλλά και του ενάγοντος Γ. Π.. Αυτοί δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ένας μέσος συνετός οδηγός κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα και ένας μέσος συνετός πεζός, προτιθέμενος να διασχίζει οδόστρωμα επί του οποίου κινούνται οχήματα, αντιστοίχως.
Ειδικότερα ο δεύτερος, ευρισκόμενος και σε κατάσταση μέθης, η οποία τον εμπόδιζε να σταθμίσει σοβαρώς τον κίνδυνο που διέτρεχε, με ανιχνευθέν αργότερα στο αίμα του ποσοστό αλκοόλης, ανερχόμενο σε 1,92 ο/οο (βλ. την από 17-1-2005 έκθεση εξέτασης αίματος της βιοχημικού Ε. Κ.), δε φρόντισε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει ασφαλώς και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων το διπλής κατευθύνσεως οδόστρωμα, που δεν είχε διαβάσεις πεζών στο συγκεκριμένο σημείο, πριν να εισέλθει σ' αυτό (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ).
Αυτός, αν και επικρατούσε σκοτάδι, γεγονός που καθιστά δυσχερέστερο τον εντοπισμό πεζών στους οδηγούς αυτοκινήτων, παρέλειψε να ελέγξει για την κίνηση τυχόν οχημάτων και στα δύο ρεύματα πορείας και εισήλθε στο οδόστρωμα, συνέχισε δε την πορεία του επ' αυτού, παρότι το αυτοκίνητο του εναγομένου ήταν ευδιάκριτο στους πεζούς από αρκετή απόσταση (τουλάχιστον 100 μέτρων), αφού είχε αναμμένα τα φώτα του.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού και του ενάγοντος πεζού ανέρχονται, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε 30% και 70% για τον καθένα τους αντιστοίχως και επομένως η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος- παθόντος σε ποσοστό 95%, που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι και των δύο αγωγών κατά των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων (Γ.
Π. και ΙΚΑ- ΕΤΑΜ), είναι εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν για το ποσοστό αυτό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά και καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πεζού σε 40% (στη συνέχεια δε -μάλλον από λογιστική παραδρομή- μείωσε τα κονδύλια των ζημιών αυτού και του ΙΚΑ που έκρινε ότι αποδείχθηκαν κατά 60%), εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, αφού έκρινε κατά συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα τον πρώτο αναιρεσείοντα - εναγόμενο οδηγό υπαίτιο κατά ποσοστό 30% και τον πρώτο αναιρεσίβλητο - ενάγοντα πεζό συνυπαίτιο του τραυματισμού του κατά ποσοστό 70%, αντίστοιχα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του Α.Κ.
και 16 παρ. 1 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος ενάγοντος πεζού και του αναιρεσείοντος - εναγομένου οδηγού που κατ' αιτιώδη συνάφεια ανεξάρτητα η μία από την άλλη οδήγησαν στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων εναγομένων όχι όμως και την ολοκληρωτική απόρριψη των αγωγών των αναιρεσιβλήτων με την παραδοχή της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος ενάγοντος και της έλλειψης οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και 16 παρ.1 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ' άλλου, οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρέσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι ο πρώτος αναιρεσείων συμπεριφέρθηκε αμέσως πριν από το ατύχημα με βάση τους κανόνες οδηγικής συμπεριφοράς των άρθρων 16 1 και 12§1 του ΚΟΚ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι με βάση τους κανόνες οδηγικής συμπεριφοράς και τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του ατυχήματος έπρεπε να κινείται ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τ' άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείει το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την ανταπόδειξη κατά του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Σ.
Ξ. στο ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσίβλητου πεζού την υπ' αριθ. 8192/10.4.2009 απαλλακτική απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός αμετάκλητα απηλλάγη της κατηγορίας της σωματικής βλάβης σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος, που αποτελεί και τη βάση της ένδικης αδικοπραξίας, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο εμμέσως αλλά σαφώς απέκρουσε με τις συνολικές επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συνυπαίτιοι του ένδικου τραυματισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου πεζού ήταν ο τελευταίος κατά ποσοστό 70% και ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός κατά 30%, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όχι όμως και στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, του οποίου ο πληρεξούσιος Δικηγόρος προκατέθεσε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από 18.5.2011 έγγραφη δήλωση χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις, ούτε να υποβάλλει αίτημα επιδίκασης υπέρ αυτού δικαστικής δαπάνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.3.2010 αίτηση των: 1) Σ. Ξ. και 2) της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. και Α.Ε.",για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Π., την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ