Supreme Court allows appeal against appellate court's violation of procedural law by considering unsubmitted appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to annul a payment order. The appellate court had annulled the order based on grounds not raised by the respondent in the appeal, violating Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Court found this procedural error fundamental and ordered the case remitted to the appellate court for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 640 of the Code of Civil Procedure: An appellate court must consider only the grounds for appeal formally submitted by the parties; considering unsubmitted grounds constitutes a violation of procedural law requiring the annulment of the decision and remittal of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1050 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1050/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Απριλίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1040/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4316/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της από 10.09.2007 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4316/2007 απόφασης του Εφετείου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα με αριθ. 34δ/17-7-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 §2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Περαιτέρω η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοση της, δεν αποτελεί κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της. Όμως, ο οφειλέτης από συναλλαγματική και ειδικώς ο αποδέκτης, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, μπορεί να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με τον εκδότη που ενασκεί την απαίτηση από τη συναλλαγματική, αντιτάσσοντας κατ' εκείνου την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοσή της με την ευρεία έννοια, είτε, δηλαδή, διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη, είτε διότι αυτή έληξε ή δεν επακολούθησε ή δεν υπήρχε καθόλου αιτία από την αρχή κατά την έκδοση της συναλλαγματικής, καθώς και το τυχόν ελάττωμα της αιτιώδους σχέσης, οπότε, εάν αποδειχθεί η ένσταση αυτή καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική (ΑΠ 544/98, ΑΠ 1006/91).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 του ν. 5325/1932 "εάν συναλλαγματική, ατελής κατά την έκδοσιν, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνιών ή μη τήρησιν των συμφωνιών τούτων δεν δύναται να αντιταχθή κατά του κομιστού, ειμή μόνον εάν ούτος απέκτησε την συναλλαγματικήν κακή τη πίστει ή εάν κατά την κτήσιν αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η συναλλαγματική μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία φέρουσα απλή υπογραφή είτε του εκδότη, είτε του αποδέκτη με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής συναλλαγματική, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη της, οπότε γίνεται λόγος για λευκή συναλλαγματική.
Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπληρώσης της λευκής συναλλαγματικής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής στο πεδίο εφαρμογής του ιδιωτικού (εμπορικού-αστικού) δικαίου.Τέτοια υπάρχει, εάν συμπληρωθεί ατελής συναλλαγματική, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωση της (Α.Π. 895, 896/2006,1670/2003,923/2002). Ο υπόχρεως από τη συναλλαγματική μπορεί κατά τα προαναφερθέντα να προτείνει την ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσής της εναντίον του αντισυμβαλλομένου του λήπτη.
Με την ένσταση αυτή δεν προβάλλει την παντελή ανυπαρξία εξουσίας στο λήπτη για τη συμπλήρωση της λευκής συν/κής, αλλά ότι η συμπλήρωση αυτή έγινε αντίθετα προς την υπάρχουσα συμφωνία των μερών. Επομένως, επί παράδοσης λευκής συν/κης κατά κανόνα τεκμαίρεται η πρόθεση ανάληψης υποχρέωσης του δότη υπό αίρεση και ύπαρξη εξουσίας για τη συμπλήρωσή της από τη λήπτη, ο δε υπόχρεος από την συν/κή, που αντισυμβατικά συμπληρώθηκε, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της αντισυμβατικής συμπλήρωσής της (Α.Π.1202/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 640 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται στη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, ως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να προσάγονται υποχρεωτικά οι πιστωτικοί τίτλοι, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 632 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν η διαφορά από την απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από τη δεύτερη των ανωτέρω διατάξεων, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει πιστωτικών τίτλων, εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους. Όμως, ενόψει του επιδιωχθέντος με την πρώτη των ανωτέρω διατάξεων σκοπού, επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής η προσκομιδή των πιστωτικών τίτλων από τον καθού η ανακοπή, χωρίς την οποία η τελευταία γίνεται δεκτή ως βάσιμη, απαιτείται μόνον όταν είναι αναγκαία για τη διάγνωση των λόγων της ανακοπής, που προβάλλονται από τον ανακόπτοντα οφειλέτη με την ανακοπή ή τους πρόσθετους λόγους και που αναφέρονται σε ελαττώματα ή ακυρότητα των τίτλων, αποδεικνυόμενα από το σώμα αυτών, ή που σχετίζονται με την ιδιότητα του αντιδίκου του ως νόμιμου κομιστή των τίτλων.
Στην περίπτωση δε που γίνεται δεκτή η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω μη προσκομιδής των τίτλων επί των οποίων στηρίζεται η έκδοση της τελευταίας, τότε ο καθού η ανακοπή, ασκώντας έφεση, μπορεί να προσκομίσει τους πιστωτικούς τίτλους για πρώτη φορά στο Εφετείο, διορθώνοντας έτσι δικό του σφάλμα, οπότε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο απόκειται ν' αποκρούσει τη βραδεία προσκομιδή των ως απαράδεκτη αν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ (Α.Π. 59/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά με ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών-ανακόπτων με τον πρόσθετο λόγο ανακοπής, ζήτησε την ακύρωση της υπ'αριθ. 15/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ισχυριζόμενος ότι ο καθού πλαστογράφησε τις 16 επίδικες ισόποσες συναλλαγματικές συνολικού ποσού 32.000 ευρώ, βάσει των οποίων αυτή εκδόθηκε, που φέρουν ημερομηνίες λήξεως 30-5-2004 η 1η, 30-8-2004 η 2η, 30-12-2004 η 3η, 30-3-2005 η 4η, 30-4-2005 η 5η, 30-5-2005 η 6η και 7η, 30-6-2005 η 8η, 30-7-2005 η 9η, 30-8-2005 η 10η και 11°, 30-9-2005 η 12η, 30-10-2005 η 13η, 30-11-2005 η 14η και 30-12-2005 η 15η και 16η, καθόσον ήταν λευκές και έφεραν την υπογραφή του ως αποδέκτου, έχουν δε συμπληρωθεί από τον καθού η ανακοπή ως προς τα λοιπά στοιχεία, και δη ως προς το ποσόν αριθμητικώς και ολογράφως, τις ημερομηνίες λήξεως ολογράφως και αριθμητικώς, τον τόπο πληρωμής, τα στοιχεία στην θέση του αποδέκτη, τις ημερομηνίες και τον τόπο εκδόσεως και αποδοχής, εν αγνοία του, εναντίον της μεταξύ τους γενομένης συμφωνίας, βάσει της οποίας ο εν λόγω εργολάβος εδικαιούτο να συμπληρώσει τις λευκές αυτές συναλλαγματικές στην περίπτωση που προέβαινε στην κατασκευή καταστήματος στο ισόγειο, διαμόρφωση του κήπου, του προαυλίου χώρου και την τοποθέτηση εξωτερικών μαρμάρων (στηθαίου, σκάλας, μαρμαροποδιάς) της οικοδομής, διαφορετικά όφειλε να τις επιστρέψει, εργασίες που όμως δεν εκτέλεσε.
Η ως άνω κατάχρηση της εν λευκώ τεθείσας υπογραφής, ήτοι η συμπλήρωση των επίδικων συναλλαγματικών από τον εκδότη εν αγνοία και παρά τη θέληση του υπογράψαντος αυτές αποδέκτου, εναντίον της μεταξύ τους συμφωνίας, συνιστά την ένσταση της πλαστότητας των επιδίκων συναλλαγματικών (βλ. ΑΠ 327/1995 Ποιν.Χρ.ΜΕ'711), η οποία προτείνεται παραδεκτά με το δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ενόψει ότι του ο ανακόπτων παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΕΑ 3317/1990 Δ/νη 32.150), ενώ κατονόμασε πλαστογράφο τον καθού η ανακοπή και πρότεινε μάρτυρες (ΟλΑΠ 23/1999 Δ/νη 41.29).
Ο τελευταίος δεν προσεκόμισε τα πρωτότυπα των παραπάνω τίτλων αν και είχε υποχρέωση προς τούτο, παράβαση όμως που συνεπάγεται την άμεση παραδοχή της ένδικης ανακοπής ως βάσιμης, εφόσον ο περί πλαστότητας των επίδικων συναλλαγματικών ισχυρισμός, αναφέρεται σε ελάττωμα των τίτλων που αποδεικνύεται από τα σώματα αυτών, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό έσφαλε κατά το σχετικό βάσιμο λόγο εφέσεως. Κατ' ακολουθία αυτών,, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσία βάσιμη, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί η υπόθεση κατ'ουσία, γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή και ακυρωθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής κατά το μέρος που ο ανακόπτων επιτάσσεται με αυτήν να καταβάλλει στον καθού το ποσόν των 32.000 ευρώ με βάση 16 συναλλαγματικές ποσού 2000 ευρώ εκάστη, που φέρουν ημερομηνίες λήξεως 30-5-2004 η 1η , 30-8-2004 η 2η , 30-12-2004 η 3η, 30-3-2005 η 4η 30-4-2005 η 5η, 30-5-2005 η 6η και 7η, 30-6-2005 η 8η , 30-7-2005 η 9η , 30-8-2005 η 10η και 11η, 30-9-2005 η 12η, 30-10-2005 η 13η , 30-11-2005 η 14η και 30-12-2005 η 15η και 16η".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και ενόψει της παραδοχής του ότι ο αναιρεσίβλητος με την ανακοπή του προέβαλε ως λόγο ακυρότητας της πληττόμενης με την ανακοπή του και τους πρόσθετους λόγους της Δ/γής πληρωμής, την παρά τη θέλησή του και εναντίον της συμφωνίας τους συμπλήρωση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των λευκών 16 συν/κων, που παραδόθηκαν από αυτόν (αναιρεσίβλητο) ως αποδέκτη τους στον αναιρεσείοντα κομιστή τους ασυμπλήρωτες (λευκές κατά τα ουσιώδη σημεία τους) παραβίασε στη συνέχεια με την εφαρμογή της τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 640 του ΚΠολΔ, δεχόμενο την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώνοντας την ένδικη Δ/γή πληρωμής, καίτοι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα η ίδια διάταξη.
Επομένως, το Εφετείο, παραβαίνοντας την ίδια δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 640 ΚΠολΔ παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, και τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.
Εξ άλλου, από την κατ' αρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 5-1-2006 έφεσης του αναιρεσίβλητου, δεν προκύπτει ότι με αυτή διατυπώθηκε το παράπονο κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης για την μη εφαρμογή της διάταξης του αρθρ.640 του ΚΠολΔ από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το δε Εφετείο δεχόμενο ανύπαρκτο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου με την έννοια "του πράγματος", ακύρωσε την ένδικη διαταγή πληρωμής με την ίδια από πάνω αιτιολογία , δηλαδή για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι τα σώματα των ένδικων 16 συν/κων.
Επομένως το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, και τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 §3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 4316/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Διαδικασίας Πιστωτικών Τίτλων).
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ