Legislator Case Law & Legislation
1050/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment due to defendant's absence and procedural defects.

Case Number 1050/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second instance judgment in a civil dispute. The defendant failed to appear at the hearing, and the court ruled that the summons had been legally and timely served, allowing the trial to proceed in absentia. Furthermore, the court rejected multiple grounds for appeal, finding them inadmissible or unfounded as they did not constitute legal errors affecting the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 559 Civil Procedure Code: The Supreme Court may examine a case in absentia if the defendant was legally and timely summoned, and appeals based on non-existent contradictions or lack of prior notice are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal dismissal trial in absentia legal summons inadmissible appeal procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 17 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 11 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 16 of the Civil Procedure Code
Art. 300 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1050/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σέϊκο.

Του αναιρεσιβλήτου:..., κατοίκου..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως, λόγω κωλύματός του.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/542.81/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 93/2001 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 10 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρύσανθου Παπούλια, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10ης Φεβρουαρίου 2002 αιτήσεως του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 93/2001 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν έγινε αυτό προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς ..., αντίγραφο της από 16-10-2007 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσείοντος με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, στον οποίο επιδόθηκε αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς ....

Συνεπώς, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία αυτού. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή αυτή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να θεωρηθεί η δικαιοπραξία άκυρη ως αισχροκερδής, απαιτείται η αθροιστική συνδρομή, εμφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως και ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του συμβαλλομένου, την οποία εκμεταλλεύθηκε ο αντισυμβαλλόμενος.

Η ύπαρξη του τελευταίου αυτού στοιχείου της εκμετάλλευσης προϋποθέτει, γνώση της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου, από μέρους του αντισυμβαλλομένου, των οποίων αυτός επωφελήθηκε, χωρίς να είναι αναγκαίες και ενέργειες από μέρους του τελευταίου, εκδηλούμενες με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά.

Επομένως, για την πληρότητα κατά τούτο της αιτιολογίας της απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή αγωγή εκ του άρθρου 179 του Α.Κ., είναι αναγκαίο να αναφέρεται με σαφήνεια, το μέγεθος της παροχής και εκείνο της αντιπαροχής, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση (και η κρίση για προφανή δυσαναλογία), καθώς και η ύπαρξη ανάγκης, οία νοείται και η οικονομική όταν έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα αν είναι μόνιμη ή παροδική, κουφότητας ή απειρίας στο πρόσωπο του συμβαλλόμενου, την οποία εκμεταλλεύθηκε ο αντισυμβαλλόμενος.

Αναφορά της γνώσεως της ανάγκης κ.λ.π. από τον αντισυμβαλλόμενο, δεν είναι αναγκαία, όταν αναφέρεται το στοιχείο της εκμετάλλευσης από αυτόν (αντισυμβαλλόμενο) της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου, ούτε αναφορά επιλήψιμων περιστατικών δηλωτικών της εκμετάλλευσης.Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως προκύπτει από αυτήν, έγιναν ανελέγκτως δεκτά, μεταξύ άλλων και τα εξής:

Ο ενάγων - εφεσίβλητος και αναιρεσίβλητος, όφειλε στον εναγόμενο - εκκαλούντα και αναιρεσείοντα, από την αγορά, κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 1993 μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 1994, πρώτων υλών γουνοποιΐας, το ποσό των 11.539.000 δρχ. και μετά την πληρωμή 3.100.000 δρχ, το ποσό των 8.439.000 δρχ. Ήταν επίσης και συνιδιοκτήτης κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου οικοπέδου εμβαδού 456,15 τετ.

μετ., κειμένου στη συνοικία "..." της πόλεως της...και επί της οδού ..., επί του οποίου είχε κατασκευασθεί από του έτους 1982 οικοδομή, εξ υπογείου, ισογείου, δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους, που χρησιμοποιούνταν ως εργαστήριο γουναρικών και (αυθαιρέτου) δώματος, συνολικού εμβαδού 980 (245Χ4) τετ. μετ., με ποσοστό συμμετοχής αυτού (ενάγοντος) στο οικόπεδο και τους ορόφους 50% (από παραδρομή αναφέρεται μία φορά ποσοστό 20%).

Η οικοδομή βρισκόταν σε καλή κατάσταση, συντηρούνταν ικανοποιητικά, διέθετε κεντρική θέρμανση και ανελκυστήρες προσωπικού και εμπορευμάτων, εξωτερικά κουφώματα από αλουμίνιο και διπλή υάλωση, δάπεδο από μωσαϊκό και κεραμικά πλακίδια και η αξία της ανερχόταν το έτος 1995, στο ποσό των 116.850.000 δρχ. (υπογείου 22.050.000 + ισογείου 39.200.000 + πρώτου ορόφου 24.500.000.+.δεύτερου ορόφου 24.500.000.+ δώματος 6.600.000 = 116.850.000 δρχ.) και του μεριδίου του ενάγοντος σε 58.425.000 δρχ.

Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 1995, ο εναγόμενος, γνωρίζοντας την πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία του ενάγοντος οφειλέτη του από την κρίση στον κλάδο της γουνοποιΐας, άρχισε να τον πιέζει φορτικά για την εξόφληση της πιο πάνω οφειλής του, προειδοποιώντας αυτόν ότι θα αναγκαζόταν να λάβει δικαστικά μέτρα και θα διέδιδε στο κοινό της πόλεως της ..., του Δημοτικού Συμβουλίου της οποίας ο ενάγων ήταν μέλος, την οικονομική του ανάγκη και την 28-4-1995 τον εξανάγκασε και κατόρθωσε να του αποσπάσει χάριν εξοφλήσεως, μία συναλλαγματική εκδόσεώς του, ποσού 8.500.000 δρχ.

και λήξεως μετά 10-15 ημέρες, καθώς και την έγγραφη υπόσχεση, ότι αν δεν εξοφλούσε τη συναλλαγματική μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, θα του μεταβίβαζε ανάλογης με την οφειλή του αξίας, ακίνητη περιουσία του , ενώ τον εξανάγκασε επίσης, εκμεταλλευόμενος και την κουφότητά του και την απειρία του στις συναλλαγές, να υπογράψει την 15-6-1995, το υπ' αριθμό...

πληρεξούσιο της συμ/φου Καστοριάς Αναστασίας Παπακώστα - Πλυτά, με το οποίο του παρείχε την εντολή και πληρεξουσιότητα, να πωλεί για λογαριασμό του και να μεταβιβάζει σε οιονδήποτε τρίτο και στον εαυτό του (με αυτοσύμβαση), κάθε αστικό ακίνητό του, δηλαδή όλη την περιουσία του, ανεξαρτήτως τιμήματος, δεσμεύοντας έτσι υπερβολικά την ελευθερία του προσώπου του.

Δυνάμει του πληρεξουσίου αυτού ο εναγόμενος, την 19-7-1995 κατάρτισε (ως πληρεξούσιος του ενάγοντος πωλητή και για τον εαυτό του ως αγοραστής), το υπ' αριθμό ..., πωλητήριο συμβόλαιο, της ίδιας συμ/φου, με το οποίο ο ενάγων του πωλούσε το μερίδιό του (ήμισυ εξ αδιαιρέτου) επί της αναφερόμενης οικοδομής και του οικοπέδου της, πραγματικής αξίας όπως αναφέρθηκε (κατά την πώληση), 58.425.000 δρχ.

και κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων 21.419.164 δρχ., αντί τιμήματος 14.000.000 δρχ., το οποίο είναι προδήλως δυσανάλογο με την πραγματική αξία του. Και υπό την εκδοχή δε, δέχεται το Εφετείο, ότι η πραγματική αξία της οικοδομής, δεν ανέρχεται στο ποσό των 58.425.000 δρχ., αλλά είναι ίση με την αντικειμενική της αξία των 21.419.164 δρχ.

επίσης υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του ακινήτου που πωλήθηκε και του τιμήματος των 14.000.000 δρχ., που συμφωνήθηκε, μεταξύ δηλαδή παροχής και αντιπαροχής. Στη συνέχεια δε το Εφετείο, έκρινε και τα δύο αυτά συμβόλαια (πληρεξούσιο και πωλητήριο), άκυρα ως αισχροκερδή (αντικείμενα στα χρηστά ήθη).Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 179 του Α.Κ., ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία και τα υποστηριζόμενα με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, για παραβίαση δηλαδή της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ.

και ανεπάρκεια της αιτιολογίας, εκ της ελλείψεως αναφοράς του τρόπου και των μέσων της εκμετάλλευσης από μέρους του συμβαλλόμενου του αντισυμβαλλόμενου και του ασαφούς προσδιορισμού της αντιπαροχής του τελευταίου (14.000.000 ή 8.500.000 δρχ.). είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού, όπως αναφέρθηκε, τα στοιχεία αυτά (τρόπος και μέσα εκμετάλλευσης) δεν είναι αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας και με σαφήνεια προσδιορίζεται η οφειλή του αντισυμβαλλόμενου στο ποσό των 8.500.000 δρχ.

και η αξία της αντιπαροχής στο ποσό των 14.000.000 δρχ. Εξάλλου η αιτίαση για ανυπαρξία προφανούς δυσαναλογίας, μεταξύ του ποσού των 21.419.164 δρχ. και του ποσού των 14.000.000 δρχ, που αφορά την επικουρική αιτιολογία της απόφασης, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, εν όψει του ότι δεν πλήττεται με αυτή η κύρια αιτιολογία της απόφασης, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, η δε αιτίαση, ότι η πραγματική αξία του υπογείου της οικοδομής, εκτιμήθηκε στο δεκαπλάσιο της αντικειμενικής του αξίας, και του ισογείου, που αποτελούσε αυθαίρετη κατασκευή, εκτιμήθηκε ως μεγαλύτερη από εκείνη του πρώτου και δεύτερου ορόφων, αναφέρεται σε κρίση περί τα πράγματα και είναι εκ τούτου απαράδεκτη.

Τέλος και η ελλιπής αναφορά του χρόνου λήξεως της συναλλαγματικής των 8.500.000 δρχ., μετά από 10-15 ημέρες από την έκδοσή της, αφορά επουσιώδες στοιχείο της αιτιολογίας, που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επειδή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές διατάξεις, αφού ούτε την εγκυρότητα δέχεται του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, ούτε την εξόφληση της οφειλής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί δεν πρόκειται για διατάξεις της αποφάσεως.

Επειδή, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος, έβδομος και όγδοος, κατά ένα μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του, το υπ' αριθμό 79/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καστορίας, την υπ' αριθμό 64/1995 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και το υπ' αριθμό 8/1998 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του, καθώς και την υπ' αριθμό ...άδεια οικοδομής του Τ.Π.Π.Ε.

Καστοριάς και το υπ' αριθμό ... έγγραφο της Δ.Ο.Υ...., τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όλα τα έγγραφα (οία συνιστούν και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα) τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, επομένως και τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά της εξ αυτών υπ' αριθμό ...

άδειας οικοδομής.

Επειδή, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το δεδικασμένο από την υπ' αριθμό 64/1995 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που εκδόθηκε μεταξύ του εκ των εταίρων αφανούς εταιρίας (στην οποία μετείχε και ο αναιρεσείων) ...

και του αναιρεσίβλητου και επιδόθηκε στον τελευταίο και δεύτερη φορά, από τον ίδιο αφανή εταίρο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως γιατί δεν υφίσταται δεδικασμένο από την αναφερόμενη διαταγή πληρωμής, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων. Επειδή, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με επίκληση του αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ.

υποστηρίζεται, ότι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε και υπογράφηκε χωρίς την τήρηση των εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του ΚΠολΔ διατυπώσεων και ενώ φέρεται ότι κρίθηκε και αποφασίσθηκε την 29-6-1998, δημοσιεύθηκε μετά ένα ολόκληρο χρόνο και κατά το διάστημα αυτό επήλθαν μεγάλες οικονομικές αλλαγές και "καταστροφική" πτώση της αξίας των ακινήτων στην πόλη της ..., είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι πλημμέλειες αυτές της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκαν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Διάταξη για την επιβολή των δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 10-2-2002 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 93/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ