Legislator Case Law & Legislation
1050/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling denying employee bonuses due to lack of proven damage.

Case Number 1050/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision to reject his claim for specific employment bonuses. The appellant argued that he suffered damage under Articles 281, 914, 297, and 298 of the Civil Code, but the court found no evidence of actual harm or loss of expected profit. Consequently, the court ruled that the lower court correctly determined the claims were substantively unfounded rather than merely vague.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 914, 297, 298 of the Civil Code; A claim for damages based on breach of contract or tort requires proof of actual harm or loss of expected profit, which was not established in this case where the employee failed to hold the required supervisory position.

Keywords

AI generated
Labor Law Employee Bonuses Damages Claim Civil Code Breach Loss of Expected Profit Supreme Court Appeal Substantive Unfounded

Cited Legislation

AI generated
Articles 281, 914, 297, 298 of the Civil Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1050 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1050/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2003 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 848/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 463/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοι σε σχέση εξαρτημένης εργασίας δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας.

Παράλληλα το άνω δικαίωμα υλοποιεί την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο. Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν δύναται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία ο Ο.Τ.Ε., στο πλαίσιο εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις σχέσεις του με το προσωπικό του, παραλείπει να τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας ορισμένης στάθμης υπάλληλό του ικανό και αντ' αυτού τοποθετεί άλλον, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας.

Η ως άνω, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψη της τοποθετήσεως υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου, ως πράξη παράνομη, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 897/1985, 14/1998). Εντεύθεν δημιουργείται, εκτός άλλων, δικαίωμα του παραλειφθέντος σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη.

Η αποζημίωση, κατά το άρθρο 298 εδ. β' ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτή, συνίσταται στη ματαίωση εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος (παράλειψης) της αύξησης της περιουσίας του παραλειφθέντος, η οποία αύξηση χωρίς αυτό θα επερχόταν με κάθε πιθανότητα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ Ο.Τ.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 2257/1994, καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος αυτής, την 1.6.1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.

του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, και ορίστηκε ότι από την χρονολογία αυτήν (1.6.1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά βαθμό και θέση στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ "2. ...

είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησης τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.

στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του ...". Από τις διατάξεις αυτές της παραπάνω ΕΣΣΕ, που, όπως σημειώθηκε, είναι κανονιστικού περιεχομένου και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1.6.1995 και εφεξής, στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε., έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλ' αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε., συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπόν έχει να αντιμετωπίσει με αυτήν ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε.

και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους. Εξ αυτού παρέπεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα, έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη Ο.Τ.Ε., που δεν ανέθεσε στο μισθωτό καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ο τελευταίος δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους.

Και τούτο γιατί τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως, τα οποία λόγω της μη αναθέσεως των καθηκόντων προϊσταμένου στερήθηκε, ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν με την απόληψή τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 11/2007, καθώς και την επί της υποθέσεως εκδοθείσα υπ' αριθ. 848/2005 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Εξάλλου, με την υπ' αριθ. .... απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης θεσπίστηκε επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75.000 δραχμές μηνιαίως, που χορηγήθηκε από 1-8-1997 στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδ/νσης και άνω, τουλάχιστον για ένα έτος (βλ.

σχ. την ως άνω επί της υποθέσεως εκδοθείσα υπ'αριθ. 848/2005 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Ειδικότερα, με την αναιρετική αυτήν απόφαση έγινε δεκτό ότι με την από 3-6-1998 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που καταρτίστηκε μεταξύ του Ο.Τ.Ε. και της Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Ε. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και τις διατάξεις των άρθρων δευτέρου παρ. 6β' του ν. 2167/1993 και δευτέρου παρ. 2α' του ν. 2257/1994, μεταβλήθηκε κατά το από 3-6-1998 και εντεύθεν χρονικό διάστημα το νομικό καθεστώς αναφορικά με την επιλογή των προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών της αναιρεσίβλητης και ορίστηκε, ότι η πλήρωση κενών θέσεων των προϊσταμένων αυτών πραγματοποιείται κατά τους ειδικότερα στην Ε.Σ.Σ.Ε.

αυτήν αναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων που αξιολογούνται και επιλέγονται από τα προσδιοριζόμενα όργανα της εργοδότιδας. Έτσι με τη μεταβολή αυτήν έπαυσε να υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ'αριθ. 376/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τα επίδικα επιδόματα των εξόδων παραστάσεως και κινήσεως για το από 3-6-1998 έως 2-2-2000 μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος.

Κατόπιν τούτου με την ως άνω αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η προσβληθείσα υπ'αριθ. 323/2003 απόφάση του Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος της που αφορούσε τα εν λόγω επίδικα επιδόματα που ανάγονταν στο χρονικό διάστημα από 3-6-1998 έως 2-2-2000. Ακόμη με την ίδια αναιρετική απόφαση χώρησε αναίρεση της ίδιας πιο πάνω υπ'αριθ. 323/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων και κατά το μέρος της που αφορούσε το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, το οποίο αναγόταν σ'ολόκληρο το επίδικο από 1-8-1997 έως 2-2-2000 χρονικό διάστημα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων, πτυχιούχος του Φυσικού Τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος του "Ενδεικτικού Ηλεκτρονικών Σπουδών" του ίδιου Πανεπιστημίου και κάτοχος διπλώματος Ραδιοηλεκτρολόγου Α' του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Α.Ε.

με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος - ΟΤΕ" στις 5-2-1973 αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία από 7-3-1975 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, στην κατηγορία του Ανωτέρου Τεχνικού Προσωπικού Ειδικότητας Τηλεπικοινωνιακών Μηχανικών, εξελίχθηκε δε κανονικά στην ιεραρχία και στις 25-11-1985 προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του ΤΟΜ/Τ.

Ενώ διέθετε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης παρέλειψαν να τον προαγάγουν κατά τις κρίσεις των ετών 1993, 1994 και 1995 στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα, πέραν της προκληθείσας ηθικής βλάβης του, να στερηθεί και τις αυξημένες αποδοχές του βαθμού αυτού.

Με την υπ' αριθ. 376/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, αφενός μεν ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1993, αφετέρου δε ότι δικαιούτο το επίδομα ευθύνης και τα έξοδα παράστασης του Υποδιευθυντή για το τότε επίδικο από 1-1-1993 έως 16-5-1997 χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν οι ανάλογες μισθολογικές διαφορές, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράλειψη της προαγωγής του.

Έτσι, κατά πλάσμα του νόμου (άρθρο 12 Ν. 1082/1980), θεωρείται ότι η προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή έγινε αναδρομικά από 1-1-1993 σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 376/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Από το συνδυασμό, όμως, των προϋποθέσεων, που αναφέρονται στις προαναφερόμενες Ε.Σ.Σ.Ε., για τη χορήγηση των επίδικων επιδομάτων κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, δεν αρκεί η κατοχή του απαιτούμενου βαθμού, εν προκειμένω του Υποδιευθυντή ή Διευθυντή, αλλά προσαπαιτείται και η ανάθεση καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσιών Λειτουργίας, που αποτελεί κύρια έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης εργοδότριας.

Σε κάθε περίπτωση η χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων, δεν βρίσκεται σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με τον κατεχόμενο βαθμό, αλλά εξαρτάται από το αβέβαιο γεγονός της ανάθεσης καθηκόντων προϊσταμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. και του όρους των παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. Τούτο ισχύει και αναφορικά με το επίδομα Ανωτάτου Προσωπικού, που θεσπίστηκε με την υπ'αριθμ. ....

απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και χορηγήθηκε από 1-8-1997 στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω τουλάχιστον για ένα έτος. Επομένως, η εμμονή της αναιρεσίβλητης να μην προαγάγει τον αναιρεσείοντα στη θέση του Υποδιευθυντή, δεν είναι εκείνη που του στέρησε τα επίδικα επιδόματα, εφόσον αυτά, σύμφωνα με τις αναφερόμενες Ε.Σ.Σ.Ε., παραχωρούνταν στους Προϊσταμένους, οι οποίοι όμως επιλέγονταν μετά από συμμετοχή και κρίση κατά τους όρους των εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.

Ο αναιρεσείων δε, μολονότι είχε δικαίωμα συμμετοχής σ'αυτές τις κρίσεις των Προϊσταμένων, ως Τομεάρχης που ήταν, εν τούτοις δεν συμμετείχε σ'αυτές. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι εξαιτίας της μη προαγωγής του σε Υποδιευθυντή δεν συμμετείχε στις επιλογές των Προϊσταμένων, από τούτο και μόνο δεν έπεται ότι θα επιλεγόταν με μόνη τη συμμετοχή του στις κρίσεις.

Και τούτο, διότι η επιλογή είναι αβέβαιο γεγονός, ως εξαρτώμενο από την κρίση των αρμοδίων Επιτροπών, οι οποίες μάλιστα δεν θα δεσμεύονταν ακόμη και από καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι άλλων συναδέλφων του σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να επιλέξουν άλλους αντ' αυτού, διότι δεν επρόκειτο για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού, αλλά για απόφαση - κρίση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της εργοδότριας επιχείρησης.

Επομένως, για να ήταν καταχρηστική στις περιπτώσεις αυτές των κρίσεων Προϊσταμένων και ως εκ τούτου παράνομη η άσκηση του Διευθυντικού δικαιώματος, ώστε να θεμελίωνε δικαίωμα αποζημίωσης του αναιρεσείοντος - μισθωτού, δεδομένου μάλιστα ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης των προϊσταμένων συνιστούν αποζημίωση, που συναρτάται απόλυτα προς την άσκηση των καθηκόντων τους, που σκοπεί στην κάλυψη των εξόδων που όντως πραγματοποιούνται συνεπεία της άσκησης τέτοιων καθηκόντων, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν τέτοιες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες, συνδυαζόμενες με δήθεν καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των κριθέντων ως προϊσταμένων συναδέλφων του, να είναι δυνατόν να θεμελιώσουν προφανή υπέρβαση της εργοδότριας αναιρεσίβλητης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα απολάμβανε τα επίδικα επιδόματα, αν η εργοδότρια αναιρεσίβλητη δεν είχε αρνηθεί την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεδομένου ότι δεν υφίσταται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο απαραίτητος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αρνητικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης να τον προαγάγει στον εν λόγω βαθμό και της ζημίας του, που επήλθε από τη μη χορήγηση των επίδικων επιδομάτων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν ούτε το ως άνω επίδομα εξόδων παραστάσεως και κινήσεως για το από 3-6-1998 έως 2-2-2000 μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος, αλλ'ούτε και το άλλο επίδομα ανωτάτου προσωπικού για ολόκληρο το επίδικο από 1-8-1997 έως 2-2-2000 χρονικό διάστημα ως αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος του.

Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθ. 340/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 21-12-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που αφορούσε τα ως άνω επιδόματα και δη το πρώτο επίδομα κατά το μέρος του που αναγόταν στο από 3-6-1998 έως 2-2-2000 χρονικό διάστημα και το δεύτερο επίδομα εξολοκλήρου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο τελικά δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα. Και αυτό γιατί προϋπόθεση των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για επιδίκαση των ως άνω επιδομάτων ήταν να έχει ζημιωθεί αυτός από αδικοπραξία (άρθρα 281, 914, 297 και 298 ΑΚ) και έτσι να δικαιούται αποζημίωση, η οποία θα περιλάμβανε και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Τέτοια ζημία όμως δεν αποδείχθηκε ότι υπέστη, σύμφωνα με όσα δέχτηκε το Εφετείο, ο αναιρεσείων, αφού αποδείχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τίθενται με τις ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. και ειδικότερα αποδείχθηκε, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων, έστω και αν ήδη κατείχε το βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν είχε ασκήσει καθήκοντα αφενός προϊσταμένου κάποιας Υπηρεσιακής Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, ώστε να δικαιούται το επίδικο επίδομα των εξόδων παραστάσεως και κινήσεως για το από 3-6-1998 μέχρι 2-2-2000 μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος και αφετέρου της θέσεως προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης στάθμης Υποδ/νσης και άνω τουλάχιστον για ένα έτος, ώστε να δικαιούται το άλλο επίδικο επίδομα ανωτάτου προσωπικού κατά ολόκληρο το επίδικο από 1-8-1997 και εφεξής χρονικό διάστημα.

Δεν θεωρείται δε ότι από το ότι ο αναιρεσείων είχε το βαθμό του Υποδιευθυντή αυτός κατά πλάσμα δικαίου ασκούσε τέτοια καθήκοντα προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, έστω και αν δεν είχε, κατά τα πιο πάνω, επιλεγεί για μια τέτοια θέση. Επομένως έστω και υπό τις ως άνω διαφορετικές κατά ένα μέρος νομικές αιτιολογίες, οι οποίες περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις τελικά το διατακτικό της αποφάσεως αυτής είναι ορθό.

Γι' αυτό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, πρέπει οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 281, 297, 298 και 914 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, με τον πρώτο κατά το υπόλοιπο (δεύτερο) μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή, κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη κατά τα ως άνω κεφάλαιά της. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τα εν λόγω κεφάλαιά της όχι ως αόριστη, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθ. 463/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ