Legislator Case Law & Legislation
104/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mortgage seizure, ruling arguments lack legal basis and violate procedural rules.

Case Number 104/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Sweet Home against a first-instance judgment regarding a mortgage seizure. The appellant argued the seizure was abusive and incorrectly valued, but the court found these claims insufficient to overturn the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 954(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged abuse of right or incorrect valuation fails if the lower court did not examine the substantive claim or if the alleged facts are temporally disconnected from the seizure.

Keywords

AI generated
mortgage seizure appeal abuse of right doctrine procedural inadmissibility incorrect valuation argument legal costs allocation Code of Civil Procedure substantive review failure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 954(4) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 180, 182, 183, 189(1), 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1869/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 104 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SWEET HOME ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φράγκου.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε και 2) της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece" πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES" που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER II ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΦΡΟΝΤΙΕΡ 2 ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΙ), που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιουμένη η πρόσθετη παρέμβαση στην: ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "...", (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-05-2021 ανακοπή και τους α) από 31-03-2022 και β) από 22-02-2023 πρόσθετους λόγους αυτής, της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 137/2023 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση αυτής της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24-10-2023 αίτησή της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 21-03-2025 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παρασταθείσας αναιρεσίβλητης εταιρείας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ86/2018, ΑΠ1736/2017).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 927/2017), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβαίνων δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013).

Η κλήτευση αυτή επιβάλλεται γιατί και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, καθόσον, χωρίς την κλήτευσή του, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις (ΑΠ 964/2025, ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτώς η υπό κρίση αναίρεση απευθύνεται κατά της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία είχε ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στο Δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 §§ 1 και 2 του ν. 5072/2023, που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 101 ν. 5079/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων μεταξύ των εταιρειών "FRONTIER II ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", και "DO VALUE GREECE Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" συνήφθη μετά την 30-12-2023 και συγκεκριμένα την ...-2024, "1. Η ανάθεση προς διαχειριστή πιστώσεων της διαχείρισης και εκτέλεσης δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση γίνεται υποχρεωτικά σύμφωνα με σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων που έχει καταρτίσει με τον αγοραστή πιστώσεων. 2. Η σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων της παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) αναλυτική περιγραφή των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων που θα ασκεί ο διαχειριστής πιστώσεων, ... δ) τον βαθμό στον οποίο ο διαχειριστής πιστώσεων μπορεί να εκπροσωπεί τον αγοραστή πιστώσεων έναντι του δανειολήπτη, .... στ) τις προς διαχείριση απαιτήσεις αθροιστικά (αριθμός απαιτήσεων, ύψος συνολικής νομικής απαίτησης κατά την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) και ανά απαίτηση(ύψος συνολικής νομικής απαίτησης) και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης ...".

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο "doValue Greece", με το από 21-3-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 24-3-2025, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, με την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER II ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY (ΦΡΟΝΤΙΕΡ 2 ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΙ ΚΟΜΠΑΝΙ)" , που εδρεύει στην Ιρλανδία, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".

Το ως άνω δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης κοινοποιήθηκε σε ακριβές αντίγραφο, νομοτύπως και εμπροθέσμως, γενομένης δεκτής σύντμησης προθεσμίας επίδοσης, στους διαδίκους της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα σχετικές εκθέσεις επίδοσης (βλ. την υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Ψ. για την αναιρεσείουσα, και, τις υπ' αριθμ. ..., ...-2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Ψ. στις αναιρεσίβλητες ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "... και ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ").

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, (απόφαση ...-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B' 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από ...-2024 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, αντίγραφο της οποίας έχει, νομίμως, καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (υπ' αριθ.

πρωτ. ...-2024 τόμο 17 και αριθμό 286 έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "FRONTIER II ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα εταιρία ("doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), με την από ...-2024 σύμβαση διαχείρισης, σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε στις ...-2024 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (υπ' αριθ.

πρωτ. ...-2024, τόμο 17 και αριθμό 287). Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, κατά της αναιρεσείουσας. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου πρώτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή (αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση) να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ. Μ. του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα , προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στην πρώτη αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αυτή θεωρείται ως αντιπροσωπευόμενη από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) παρούσα. Με την κρινόμενη από 24-10-2023 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης 104/2023, αριθ. δικ 171/2024 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκδοθείσα με αριθμό 137 ΕΙΔ/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Κατά δε το άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. β' και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και στην κατάσχεση ακινήτων.

Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η περιγραφή δεν απαιτείται να είναι σχολαστική, πρέπει όμως να είναι τέτοια, ώστε να προκύπτει όχι μόνο η τοπική, αλλά και η οικονομική ταυτότητα του ακινήτου.

Μεταξύ της κατασχετήριας έκθεσης και της περίληψης αυτής (πρώην πρόγραμμα πλειστηριασμού) υφίστανται διαφοροποιήσεις, καθότι η έκθεση κατάσχεσης αναφέρεται στις μεταξύ των παραγόντων αυτής σχέσεις, ενώ η περίληψη αναφέρεται και στους τρίτους, που καλούνται να πλειοδοτήσουν. Στην πρώτη απαιτείται ακριβής περιγραφή των κατασχεμένων πραγμάτων, ενώ στη δεύτερη συνοπτική περιγραφή (ΑΠ 1497/2003).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ.4 εδ.α` και β` ΚΠολΔ, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ`ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. , μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς και να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας, πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 960.

Η ανακοπή αυτή έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως.

Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 ΚΠολΔ).

Η προαναφερόμενη διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ` αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική. Χωρεί, μάλιστα, διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αφού ο νόμος αποβλέπει στη διόρθωση της διαδικαστικής πράξης, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχική ή η μεταγενέστερη (ΑΠ 1497/2003).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2 , 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ , η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ. Μια τέτοια όμως δικονομική βλάβη δεν μπορεί να είναι νοητή στην περίπτωση θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση αυτών από το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης της από το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ανακοπής ( ΑΠ 1074/2023, ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1497/2003, ΑΠ 314/2000).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1074/2023, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 16/2006). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον ισχυρισμό (θεμελιωτικό της αγωγής, ένστασης κ.λπ) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 1935/2017, 369/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής : "...Με την υπ' αριθ. ...-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, Ν.

Χ. Κ., ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής προέβη, κατόπιν εντολής της καθ' ης η ανακοπή, στην αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και για το ποσό των 100.000 ευρώ, μέρος της επιδικασθείσας με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής απαίτησης.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, στην οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι αφού προσέλαβε σαν μάρτυρα, για να συμπράξει, τον δικαστικό επιμελητή του Εφετείου Αιγαίου, Θ. Θ. Δ., μετέβη στη θέση "Άγιος Πέτρος" ή "Αργυρού" της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Άνω Μεράς του Δήμου Μυκόνου, με σκοπό να ζητήσει και να λάβει τα οφειλόμενα ποσά από την ανακόπτουσα μη βρίσκοντας κανέναν εκεί πρόεβη στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας, η οποία περιγράφεται επί λέξει στη προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, ως εξής: "Επί του δικαιώματος της πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου άρτιου και οικοδομήσιμου μετά της επ' αυτού κατοικίας, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Άγιος Πέτρος" ή "Αργυρού" της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ.

Άνω Μεράς του Δήμου Μυκόνου, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού και εκτός περιοχής ΓΣΠ, συνολικής έκτασης 4.018 τμ. Φαίνεται με τα στοιχεία Γάμα κεφαλαίο (Γ) στο από 10-12-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Α. , που έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό .../1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ε.

Κ. Φαίνεται επίσης με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Θ.Ι.Κ.Λ.Μ.Ν.Ξ.Ο.Π.Α. στο από Ιουλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα (με αριθμό σχεδίου Α1), του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Σ. , το οποίο προσαρτάται στην με αριθμό .../2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Ζ. Το ως άνω οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και είναι εντός ΖΟΕ Μυκόνου στην ζώνη (2.3α.6) 3 (κόκκινη ζώνη) και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά Ζ.Η.Θ.

συνολικού μήκους μέτρων 41,26 , με ιδιοκτησία Α. και Θ. Κ. , Ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Θ.Ι.Κ.Λ.Μ.Ν.Ξ.Ο , συνολικού μήκους μέτρων 96,71 , με ιδιοκτησία αγνώστων , Νότια σε πρόσωπο τεθλασμένης πλευράς Α.Π.Ο. , συνολικού μήκους μέτρων 49,87, με ασφαλτοστρωμένη οδό προς Άνω Μερά και Δυτικά σε ελαφρώς τεθλασμένη πλευρά Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ. , συνολικού μήκους μέτρων 86,37 , με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ.

Α. Στο περιγραφόμενο οικόπεδο έχει ανεγερθεί με βάση τη με αριθμό ...-2001 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σύρου και της ...-2006 αναθεώρησής της, κλιμακωτή κατοικία με διώροφο τμήμα. Το επίπεδο του υπογείου είναι επιφάνειας 200,73 m2, το επίπεδο του ισογείου είναι επιφάνειας 200,73 m2. Πρόκειται για πολυτελή κατασκευή η οποία είναι εξωτερικά σε πολύ καλή κατάσταση, κατασκευασμένη σε επίπεδα έτσι ώστε το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου να έχει πολύ καλή θέα προς τα Διβούνια, το κυκλαδίτικο τοπίο και τη θάλασσα.

Ο περιβάλλοντας χώρος είναι διαμορφωμένος με φυτεύσεις, πισίνα επιφάνειας ~35m2 και ξύλινες πέργολες. Στο εκτιμώμενο ακίνητο μεγάλο τμήμα των όψεων φέρει επένδυση από παραδοσιακή κυκλαδίτικη πέτρα. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή η περιοχή "ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ", "ΑΡΓΥΡΟΥ" βρίσκεται ανατολικά της Μυκόνου.

Πρόκειται για αδόμητη, ήσυχη περιοχή η οποία λόγω του ανάγλυφου του εδάφους έχει πολύ καλή θέα προς τη θάλασσα. Η μορφολογία του εδάφους είναι έντονα επικλινής και ημιβραχώδης. Απέχει από την Άνω Μέρα περίπου 5km και από τη Χώρα περίπου 11km. Η βλάστηση της είναι τυπική κυκλαδική (φρύγανα, σχοίνα κλπ). Τα όρια των ιδιοκτησιών είναι διακριτά λόγω των χαρακτηριστικών ξερολιθιών που τις διαχωρίζουν.

Για την ΖΟΕ (2.3α.5)3 ισχύει ότι κάθε δόμηση εγκατάσταση, η δημιουργία εγκαταστάσεων ιχθυοκαλλιέργειας και οποιαδήποτε εξορυκτική - λατομική δραστηριότητα, κάθε αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος (εκσκαφές, μπαζώματα, εκχερσώσεις - καταστροφή καλαμιώνων και αυτοφυούς βλάστησης, αποστραγγίσεις υδάτων κ.λ.π.) καθώς και η ρύπανση τυχόν ρεμάτων που διέρχονται ή καταλήγουν στις περιοχές αυτές.

Στην ΖΟΕ (2.3α.6)3 επιτρέπεται η επισκευή παραδοσιακών κατασκευών, η γεωργική καλλιέργεια, η βοσκή ζώων και η μελισσοκομία. Το περιγραφόμενο οικόπεδο κατά τον χρόνο έκδοσης της πολεοδομικής άδειας ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην καθ' ης δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2007 συμβολαίου πώλησης αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Α. Ζ. και είναι νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου, στον τόμο 342 και αύξοντα αριθμό 73". Ακολούθως, ο διενεργήσας την κατάσχεση δικαστικός επιμελητής εκτίμησε την αξία του κατασχεθέντος, βάσει της έκθεσης εκτίμησης της εμπορικής αξίας αυτού από τον προσληφθέντα σχετικά πιστοποιημένο εκτιμητή, στο ποσό των 680.000 ευρώ, ορίζοντας συνάμα την τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό αυτό.

Ο δε αναγκαστικός πλειστηριασμός ορίσθηκε να διενεργηθεί μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων, στις 09/06/2021 ενώπιον της συμβολαιογράφου Σύρου, Γ. Π. Ακολούθως, κατόπιν της με αριθμό ...-2021 δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού της ανωτέρω συμβολαιογράφου, ορίσθηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 12/01/2022, οπότε το κατασχεθέν ως άνω ακίνητο κατακυρώθηκε στην πλειοδότρια παρεμβαίνουσα, συνταγείσας σχετικά της υπ' αριθ. ...-2022 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου με ηλεκτρονικά μέσα, της ανωτέρω συμβολαιογράφου και της υπ' αριθ. ...-2022 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της αυτής συμβολαιογράφου.

Περαιτέρω, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως την προσκομισθείσα από την ανακόπτουσα, από Μαϊου 2021 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας ακινήτου του πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων, Ε. Δ. Π. , η οποία συντάχθηκε κατόπιν εντολής της τελευταίας, αποδείχθηκε ότι η κατάσταση του κατασχεθέντος κατά την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης είχε ως εξής.

Ειδικότερα, το κατασχεθέν ακίνητο, κατόπιν νεότερης καταμέτρησης του έχει επιφάνεια 4.083,95 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και είναι εντός ΖΟΕ Μυκόνου, στην ζώνη (2.3α.6) 3 (κόκκινη ζώνη) και συνορεύει κατά τα ομοίως αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, η δε ανεγερθείσα, με την αναφερόμενη και στην κατασχετήρια έκθεση, κλιμακωτή κατοικία με διώροφο τμήμα, έχει επιφάνεια υπογείου 117.99 τ.μ. (κύριοι χώροι), 148.79 τ.μ. (βοηθητικοί χώροι), επιφάνεια ισογείου 270.75 τ.μ. (κύριοι χώροι), επιφάνεια βοηθητικού κτίσματος 47.47 τ.μ. (κύριοι χώροι), επιφάνεια Α' ορόφου 70.08 τ.μ. (κύριοι χώροι) και επιφάνεια πισίνας 62.19 τ.μ.

Σύμφωνα δε με την ανωτέρω έκθεση εκτίμησης, οι επιφάνειες βάσει της οικοδομικής αδείας είναι συνολικά 200,74 τ.μ. οι χώροι κυρίας χρήσης και 190,69 τ.μ. οι χώροι βοηθητικής χρήσης, οι δε επιφάνειες εκτός άδειας οικοδομής καθώς και οι υπόλοιπες αυθαίρετες κατασκευές έχουν υποβληθεί προς ρύθμιση στις διατάξεις του Ν. 4495/2017 με Α/Α δήλωσης : ...

Κατά την ίδια έκθεση εκτίμησης, το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί πολυτελή κατασκευή, η οποία είναι εξωτερικά σε πολύ καλή κατάσταση, κατασκευασμένη σε επίπεδα έτσι ώστε το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου να έχει πολύ καλή θέα προς τα Διβούνια, το κυκλαδίτικο τοπίο και τη θάλασσα. Ο περιβάλλοντας χώρος είναι διαμορφωμένος με φυτεύσεις, πισίνα και ξύλινες πέργολες, ενώ μεγάλο τμήμα των όψεων φέρει επένδυση από παραδοσιακή κυκλαδίτικη πέτρα.

Η δε ευρύτερη περιοχή όπου κείται το κατασχεθέν είναι αδόμητη, ήσυχη και λόγω του ανάγλυφου του εδάφους έχει πολύ καλή θέα προς τη θάλασσα, με τη μορφολογία του εδάφους να είναι έντονα επικλινής και ημιβραχώδης. Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι στην κατασχετήρια έκθεση περιγράφεται με σαφήνεια και επάρκεια το κατασχεθέν ακίνητο ως προς το είδος του (αναφέρεται ως αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο με την επ' αυτού ανεγερθείσα κατοικία), τη θέση του (αναφέρεται η θέση αυτού "Άγιος Πέτρος" ή "Αργυρού" στην Άνω Μερά Μυκόνου), τα όρια αυτού που ουδόλως αμφισβητούνται από την ανακόπτουσα αλλά αντίθετα επιβεβαιώνονται τόσο από τον προσκομισθέντα από την ίδια τίτλο κτήσης της και την ανωτέρω τεχνική της έκθεση) και την έκτασή του (αναγράφεται ως εμβαδό τα 4.018 τ.μ.), με τα συστατικά που κατασχέθηκαν (κατοικία και πισίνα επί του ακινήτου), ώστε να μη χωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Από την προπαρατεθείσα περιγραφή του κατασχεθέντος στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, προκύπτει, συνεπώς, τόσο η τοπική ταυτότητα του, όσο όμως και η οικονομική ταυτότητα αυτού, χωρίς τούτο να αναιρείται από το επικαλούμενο από την ανακόπτουσα, βάσει νεότερης καταμέτρησης (χωρίς βέβαια την προσκομιδή ή την παραπομπή σε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα), εμβαδό των 4.083,95 τ.μ., έναντι των 4.018 τ.μ.

που αναφέρει η κατασχετήρια έκθεση. Επιπλέον, στην κατασχετήρια έκθεση περιγράφεται με σαφήνεια τόσο η επί του κατασχεθέντος ανεγερθείσα κλιμακωτή κατοικία με διώροφο κτίσμα, πολυτελούς κατασκευής, προσδιοριζόμενη και ως προς την επιφάνεια της, ενώ επιπλέον γίνεται περιγραφή τόσο του περιβάλλοντος χώρου και της πισίνας, προς ακριβέστερη περιγραφή αυτού και εκτίμηση της αξίας του.

Συνεπώς, οι αναφερόμενες από την ανακόπτουσα ανακρίβειες στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, αναφορικά με την επιφάνεια του κατασχεθέντος ακινήτου (με διαφορά 65,95 τ.μ.) και της πισίνας και τη μη αναγραφή σ' αυτή του δευτέρου ορόφου της επ' αυτού κατοικίας και του βοηθητικού κτίσματος στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου (με συνολική διαφορά επιφάνειας 253,62 τ.μ.), αποτελούν το κατεξοχήν λόγο άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και όχι της παρούσας, εφόσον αντικείμενο της πρώτης είναι ακριβώς η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή της πρώτης προσφοράς.

Εξάλλου, η ανακόπτουσα αποδίδει στην ανωτέρω ελλιπή περιγραφή του κατασχεθέντος, τη δικονομική της βλάβη, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας το ακίνητο, εκτιμηθέν στο ποσό των 680.000 ευρώ, έπρεπε να εκτιμηθεί στο ποσό των 3.135.000 ευρώ. Ωστόσο, από όλα τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα, τοπική και οικονομική, του κατασχεθέντος ακινήτου καταλείπεται, δικαιολογούσα την ακύρωση της προσβαλλόμενης κατάσχεσης και κατά συνέπεια την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής.

Η δε εσφαλμένη περιγραφή του κατασχεθέντος και η εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας αυτού, έχουσα ως αποτέλεσμα τη μειωμένη προσέλευση ενδιαφερομένων πλειοδοτών και την επίτευξη πλειστηριάσματος μικρότερου από την πραγματική του αξία, δεν συνεπάγεται δικονομική βλάβη της ανακόπτουσας, η οποία είχε το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, το κατεξοχήν δηλαδή ένδικο βοήθημα για τη διόρθωση της περιγραφής και της αξίας του κατασχεθέντος.

Τούτο μάλλον πολύ περισσότερο που η ανακόπτουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την από 17/05/2021 με αριθμό κατάθεσης: ...-2021 ανακοπή της κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά της καθ' ης η ανακοπή, ζητώντας τη διόρθωση της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης και την τιμή εκτίμησης και πρώτης προσφοράς στο ποσό των 3.135.000 ευρώ, με ορισθείσα δικάσιμο την 21/05/2021, κατά την οποία η συζήτηση της ανακοπής αυτής ματαιώθηκε, λαμβανομένων τούτων υπόψη, κατ' άρθρο 336 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ουδεμία δικονομική βλάβη υπέστη η ανακόπτουσα από τις ανωτέρω πλημμέλειες ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, οι οποίες μπορούσαν να διορθωθούν με την ανωτέρω ασκηθείσα ανακοπή της, κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ομοίου περιεχομένου με την εδώ κρινόμενη ανακοπή, αλλά τούτο ουδόλως έλαβε χώρα λόγω της ματαίωσης της συζήτησής της.

Εξάλλου, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί μη επιτόπιας μετάβασης του διενεργήσαντος την εκτέλεση δικαστικού επιμελητή στον τόπο της κατάσχεσης, σε αντίθεση με τα βεβαιούμενα στο δημόσιο έγγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, σύμφωνα με την οποία ο συντάξας την κατασχετήρια έκθεση δικαστικός επιμελητής, μετέβη στον τόπο του κατασχεθέντος προκειμένου να εισπράξει την απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή και μετέπειτα προέβη στην κατάσχεση του ακινήτου μη βρίσκοντας κανένα σ' αυτό, δεν είναι δυνατή η ανταπόδειξη της βεβαίωσης αυτής, χωρίς την προσβολή της κατασχετήριας έκθεσης ως πλαστής, στην οποία δεν προβαίνει όμως η ανακόπτουσα.

Σε κάθε περίπτωση δε επισημαίνεται ότι με μόνη την ανάγνωση της κατασχετήριας έκθεσης και της περιγραφής του κατασχεθέντος (ενδεικτικά με την αναφορά σε πολυτελή κατασκευή βρισκόμενη σε πολύ καλή κατάσταση, στη θεά του ακινήτου στα Διβούνια και τη θάλασσα και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με ξύλινες πέργκολες και κυκλαδίτικη πέτρα), συμπεραίνεται ότι η περιγραφή αυτή του κατασχεθέντος θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιτόπια μετάβαση του επιμελητή εκεί, με την αντιγραφή δηλαδή μόνο του τίτλου κτήσης της ανακόπτουσας.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι εδώ εξεταζόμενοι ενιαία, λόγοι και πρόσθετοι λόγοι ανακοπής είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.... Με τον μόνο πρόσθετο λόγο, που περιέχεται στο, με αριθμό κατάθεσης: 279/2022, δικόγραφο προσθέτων λόγων, η ανακόπτουσα εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη κατάσχεση είναι ακυρωτέα λόγω καταχρηστικής εκ μέρους της καθ' ης άσκησης της δικαιώματος της για αναγκαστική είσπραξη της απαίτησης της.

Ότι, ειδικότερα, η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση περιγράφει το κατασχεθέν ακίνητο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αδύνατη η ταυτοποίησή του, εφόσον δεν περιγράφεται ο πρώτος όροφος της ανεγερμένης εντός του κατοικίας, οι χώροι κύριας και βοηθητικής χρήσης, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν καθώς και τα στοιχεία του χώρου.

Ότι, λόγω των ανωτέρω, η ίδια έχει υποστεί βλάβη, λόγω της μειωμένης εκδήλωσης ενδιαφέροντος υποψήφιων υπερθεματιστών και επίτευξης αντίστοιχα υψηλού πλειστηριάσματος. Ότι, τέλος, με τον τρόπο αυτό μεθοδεύθηκε από την καθ' ης η ανακοπή, η εκ μέρους της κτήση του κατασχεθέντος σε πολύ χαμηλή τιμή, με διατήρηση παράλληλα της ανεξόφλητης απαίτησής της κατά της ανακόπτουσας, εφόσον η παρεμβαίνουσα υπερθεματίστρια αποτελεί εταιρεία συνδεόμενη με την καθ' ης η ανακοπή.

Ο παρών πρόσθετος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθότι δεν περιέχει κανένα από τα αναγκαία, για τη θεμελίωση του στηριζόμενου στο άρθρο 281 ΑΚ λόγου ανακοπής, στοιχεία. Ειδικότερα, η ανακόπτουσα όφειλε να αναφέρει συμπεριφορά της καθ' ης, από την οποία δημιουργήθηκε στην ίδια, ευλόγως σε συνάρτηση και με τη δική της συμπεριφορά, η πεποίθηση ότι η καθ' ης δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της.

Τέτοια περιστατικά, ωστόσο, η ανακόπτουσα ουδόλως επικαλείται, περιοριζόμενη στην αναφορά στην εσφαλμένη περιγραφή και εκτίμηση του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία συνιστά λόγο ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, όχι όμως και λόγο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επιβολής κατάσχεσης και συνεπώς ούτε λόγο ακύρωσης της επιβληθείσας κατάσχεσης, παρά μόνο διόρθωσης της.

Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης, στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στην ανακόπτουσα, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. αν η καθ' ης δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, στοιχεία που ουδόλως επικαλείται η ανακόπτουσα. Τέλος, η αναφορά της ανακόπτουσας στην κατακύρωση του κατασχεθέντος από εταιρεία συνδεόμενη (χωρίς περαιτέρω μάλιστα αναφορά στο είδος της σύνδεσης) με την καθ' ης η ανακοπή, δηλαδή σε γεγονός μεταγενέστερο της επιβολής της κατάσχεσης, δεν μπορεί να καταστήσει αναδρομικά καταχρηστική την προσβαλλόμενη κατάσχεση.

Συνεπώς, ο παρών πρόσθετος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη ανακοπή (με αριθμό κατάθεσης: 389/2021) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής (με αριθμούς κατάθεσης: 279/2022 και 177/2023) πρέπει να απορριφθούν καθ' ολοκληρία, μετά την απόρριψη όλων των επιμέρους λόγων και να γίνει δεκτή η ασκηθείσα υπέρ της καθ' ης η ανακοπή πρόσθετη παρέμβαση....

Με τον μόνο λόγο των σωρευόμενων στο αυτό δικόγραφο (με αριθμό κατάθεσης: 416/2022), ανακοπών και τους συναφείς πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους (με αριθμό κατάθεσης: 1053/2022), οι οποίοι εξετάζονται ενιαία καθώς αναφέρονται στο αυτό ελάττωμα (της προηγούμενης των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης) και αλληλοκαλύπτονται κατά περιεχόμενό τους, η ανακόπτουσα εκθέτει ότι οι προσβαλλόμενες έκθεση πλειστηριασμού, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και επιταγή επ' αυτής είναι άκυρες, διότι είναι άκυρη και ανυπόστατη η προγενέστερη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δηλαδή η πράξη της κατάσχεσης, λόγω της εσφαλμένης περιγραφής και εκτίμησης του κατασχεθέντος, για την οποία (ακυρότητα) έχει ασκηθεί η υπό στοιχείο Α, ανακοπή.

Οι παρόντες εξεταζόμενοι ενιαία λόγω συνάφειας, λόγος ανακοπής και πρόσθετοι λόγοι αυτής, είναι ορισμένοι και νόμιμοι, στηριζόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ (ΑΠ 446/2016, 477/2013, 909/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ωστόσο, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, καθότι από τα ανωτέρω, στο υπό στοιχείο Α. αναλυτικά αναφερόμενα, αποδείχθηκε η εγκυρότητα της προσβαλλόμενης ανωτέρω πράξης της κατάσχεσης, ώστε δεδομένης της κρίσης υπέρ της μη ακυρότητας της πράξης αυτής, μη ακυρωτέες κρίνονται και οι εδώ προσβαλλόμενες ακόλουθες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, κατ' απόρριψη ως ουσία αβασίμων των, περί του αντιθέτου, παρόντων λόγων ανακοπής..".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο ανακοπής από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 954, 933 και 159 ΚΠολΔ για το λόγο ότι υπήρξε δικονομική βλάβη της ανακόπτουσας από τις αναφερόμενες ελλείψεις της αναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Ν.

Κ. δυνάμει της οποίας επισπεύθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου της και δεν κήρυξε άκυρη προς τούτο την έκθεση κατάσχεσης. Έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 954 , 933 και 159 ΚΠολΔ με τη μη κήρυξη ακυρότητας της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "..

ότι από την προπαρατεθείσα περιγραφή του κατασχεθέντος στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, προκύπτει, συνεπώς, τόσο η τοπική ταυτότητα του, όσο όμως και η οικονομική ταυτότητα αυτού, χωρίς τούτο να αναιρείται από το επικαλούμενο από την ανακόπτουσα, βάσει νεότερης καταμέτρησης (χωρίς βέβαια την προσκομιδή ή την παραπομπή σε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα), εμβαδό των 4.083,95 τ.μ., έναντι των 4.018 τ.μ.

που αναφέρει η κατασχετήρια έκθεση. Επιπλέον, στην κατασχετήρια έκθεση περιγράφεται με σαφήνεια τόσο η επί του κατασχεθέντος ανεγερθείσα κλιμακωτή κατοικία με διώροφο κτίσμα, πολυτελούς κατασκευής, προσδιοριζόμενη και ως προς την επιφάνειά της, ενώ επιπλέον γίνεται περιγραφή τόσο του περιβάλλοντος χώρου και της πισίνας, προς ακριβέστερη περιγραφή αυτού και εκτίμηση της αξίας του.

Συνεπώς, οι αναφερόμενες από την ανακόπτουσα ανακρίβειες στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, αναφορικά με την επιφάνεια του κατασχεθέντος ακινήτου (με διαφορά 65,95 τ.μ.) και της πισίνας και τη μη αναγραφή σ' αυτή του δευτέρου ορόφου της επ' αυτού κατοικίας και του βοηθητικού κτίσματος στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου (με συνολική διαφορά επιφάνειας 253,62 τ.μ.), αποτελούν το κατεξοχήν λόγο άσκησης της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και όχι της παρούσας, εφόσον αντικείμενο της πρώτης είναι ακριβώς η διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή της πρώτης προσφοράς.

Εξάλλου, η ανακόπτουσα αποδίδει στην ανωτέρω ελλιπή περιγραφή του κατασχεθέντος, τη δικονομική της βλάβη, εφόσον κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας το ακίνητο, εκτιμηθέν στο ποσό των 680.000 ευρώ, έπρεπε να εκτιμηθεί στο ποσό των 3.135.000 ευρώ. Ωστόσο, από όλα τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα, τοπική και οικονομική, του κατασχεθέντος ακινήτου καταλείπεται, δικαιολογούσα την ακύρωση της προσβαλλόμενης κατάσχεσης και κατά συνέπεια την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής.

Η δε εσφαλμένη περιγραφή του κατασχεθέντος και η εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας αυτού, έχουσα ως αποτέλεσμα τη μειωμένη προσέλευση ενδιαφερομένων πλειοδοτών και την επίτευξη πλειστηριάσματος μικρότερου από την πραγματική του αξία, δεν συνεπάγεται δικονομική βλάβη της ανακόπτουσας , η οποία είχε δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ , το κατεξοχήν δηλαδή ένδικο βοήθημα για τη διορθωση της περιγραφής και της αξίας του κατασχεθέντος. ...

Ουδεμία δικονομική βλάβη υπέστη η ανακόπτουσα από τις ανωτέρω πλημμέλειες ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, οι οποίες μπορούσαν να διορθωθούν με την ανωτέρω ασκηθείσα ανακοπή της, κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, ομοίου περιεχομένου με την εδώ κρινόμενη ανακοπή, αλλά τούτο ουδόλως έλαβε χώρα λόγω της ματαίωσης της συζήτησής της...".

Ειδικότερα σύμφωνα με την μείζονα σκέψη δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της κατασχετήριας έκθεσης, διότι παρεχόταν στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να ζητήσει την διόρθωσή της από το αρμόδιο δικαστήριο με την άσκηση του ειδικού ένδικου βοηθήματος του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ , ούτε και συνδέεται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για την ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα που να μη μπορεί να αντικατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της ως άνω έκθεσης, αφού επιδεχόταν, κατά τα ανωτέρω θεραπεία, με την προαναφερόμενη ανακοπή του άρθρου 954 ΚΠολΔ , η οποία και πράγματι ασκήθηκε, κατά τις παραδοχές της απόφασης αλλά ματαιώθηκε.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας.

Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 954, 933 και 159 ΚΠολΔ για το λόγο ότι υπήρξε δικονομική βλάβη της ανακόπτουσας από τις ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης εκ του γεγονότος ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν μετέβη επιτοπίως για να επιβάλλει την κατάσχεση.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί μη επιτόπιας μετάβασης του διενεργήσαντος την εκτέλεση δικαστικού επιμελητή στον τόπο της κατάσχεσης με επάλληλη αιτιολογία και συγκεκριμένα : α) αναφορικά με τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί μη επιτόπιας μετάβασης του διενεργήσαντος την εκτέλεση δικαστικού επιμελητή στον τόπο της κατάσχεσης, σε αντίθεση με τα βεβαιούμενα στο δημόσιο έγγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, σύμφωνα με την οποία ο συντάξας την κατασχετήρια έκθεση δικαστικός επιμελητής, μετέβη στον τόπο του κατασχεθέντος προκειμένου να εισπράξει την απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή και μετέπειτα προέβη στην κατάσχεση του ακινήτου μη βρίσκοντας κανένα σ' αυτό, δεν είναι δυνατή η ανταπόδειξη της βεβαίωσης αυτής, χωρίς την προσβολή της κατασχετήριας έκθεσης ως πλαστής, στην οποία δεν προβαίνει όμως η ανακόπτουσα.

β) Σε κάθε περίπτωση δε επισημαίνεται ότι με μόνη την ανάγνωση της κατασχετήριας έκθεσης και της περιγραφής του κατασχεθέντος (ενδεικτικά με την αναφορά σε πολυτελή κατασκευή βρισκόμενη σε πολύ καλή κατάσταση, στη θεά του ακινήτου στα Διβούνια και τη θάλασσα και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με ξύλινες πέργκολες και κυκλαδίτικη πέτρα), συμπεραίνεται ότι η περιγραφή αυτή του κατασχεθέντος θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιτόπια μετάβαση του επιμελητή εκεί, με την αντιγραφή δηλαδή μόνο του τίτλου κτήσης της ανακόπτουσας.

Έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί μη επιτόπιας μετάβασης του δικαστικού επιμελητή για το λόγο ότι δεν προσβλήθηκε η κατασχετήρια έκθεση ως πλαστή αφού η κατασχετήρια έκθεση συνιστά δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε κατά τους νόμιμους τύπους από τον δικαστικό επιμελητή και συνεπώς αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όλα τα παραπάνω που βεβαιώνονται σε αυτήν ότι έγιναν από τον άνω επιμελητή που τη συνέταξε, όπως η επιτόπια μετάβαση αυτού για την επιβολή της κατάσχεσης , σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής και η ως άνω έκθεση δεν προσβλήθηκε ως πλαστή.

Ακολούθως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού που στρέφεται κατά της ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας ότι από την ανάγνωση της κατασχετήριας έκθεσης συμπεραίνεται ότι η περιγραφή αυτή του κατασχεθέντος θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιτόπια μετάβαση του επιμελητή είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού λόγω μη προσβολής της κατασχετήριας έκθεσης ως πλαστής κατά τα ανωτέρω στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 954 σε συνδυασμό με τα άρθρα 933, 993 και 159 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε κατά τα ανωτέρω στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 267/2021, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1202/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με τα άρθρα 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι, άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως (ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 893/2008), αντίθεση, που υπάρχει και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 964/2025, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 παρ. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ που είχε προβληθεί με το μοναδικό πρόσθετο λόγο, που περιέχεται στο, με αριθμό κατάθεσης 279/2022, δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής για το λόγο ότι με τον τρόπο αυτό μεθοδεύτηκε η κτήση του κατασχεθέντος σε πολύ χαμηλή τιμή με διατήρηση παράλληλα ανεξόφλητης της απαίτησης της καθής, ο οποίος απορρίφθηκε ως αόριστος με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού όπως δέχτηκε το Δικαστήριο ο πρόσθετος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθότι δεν περιέχει τα αναγκαία, για τη θεμελίωση του στηριζόμενου στο άρθρο 281 ΑΚ λόγου και δη σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης : 1) η ανακόπτουσα όφειλε να αναφέρει συμπεριφορά της καθ' ης, από την οποία δημιουργήθηκε στην ίδια, ευλόγως σε συνάρτηση και με τη δική της συμπεριφορά, η πεποίθηση ότι η καθ' ης δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της.

Τέτοια περιστατικά, ωστόσο, η ανακόπτουσα ουδόλως επικαλείται, περιοριζόμενη στην αναφορά στην εσφαλμένη περιγραφή και εκτίμηση του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία συνιστά λόγο ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, όχι όμως και λόγο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επιβολής κατάσχεσης και συνεπώς ούτε λόγο ακύρωσης της επιβληθείσας κατάσχεσης, παρά μόνο διόρθωσής της 2) μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης, στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στην ανακόπτουσα, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.

αν η καθ' ης δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, στοιχεία που ουδόλως επικαλείται η ανακόπτουσα και 3) η αναφορά της ανακόπτουσας στην κατακύρωση του κατασχεθέντος ακινήτου από εταιρεία συνδεόμενη (χωρίς περαιτέρω μάλιστα αναφορά στο είδος της σύνδεσης) με την καθ' ης η ανακοπή, δηλαδή σε γεγονός μεταγενέστερο της επιβολής της κατάσχεσης, δεν μπορεί να καταστήσει αναδρομικά καταχρηστική την προσβαλλόμενη κατάσχεση.

Επομένως ο ως άνω λόγος από τον αριθμό 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος για παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται μόνο όταν αυτές οι αιτιολογίες έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού κατά την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και όχι όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε καν σε αυτό το στάδιο , όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος (ΑΠ 1869/2022).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της προσθέτου παρεμβαίνουσας κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 180, 182, 183, 189 παρ.1, 191 ΚΠολΔ), εκτός της πρώτης αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα καθόσον δεν παραστάθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2023 αίτηση της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SWEET HOME ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 137ΕΙΔ/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της προσθέτου παρεμβαίνουσας , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ