Legislator Case Law & Legislation
104/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, ruling debtor's insolvency was due to over-indebtedness, not income reduction.

Case Number 104/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a debt restructuring case, upholding the lower court's finding that insolvency resulted from over-indebtedness rather than income reduction. The appellant argued that statutory benefits were cut and taxes increased, yet the court found he knowingly accepted debts exceeding his financial capacity. Consequently, the appeal was rejected as it lacked legal grounds under the specific debt restructuring law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: A debtor's insolvency is not attributable to income reduction if it stems from over-indebtedness knowingly accepted beyond financial capacity.

Keywords

AI generated
debt restructuring over-indebtedness insolvency income reduction appeal dismissal civil procedure financial capacity

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 104 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 104/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Χ., κατοίκου Ελεούσας Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γλυκό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "G. C. F. Τ. Α. Ε." και δ.τ. "G. C. F." και ήδη "P. B. Α. Τ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "P. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 128/2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης, τρίτης και τετάρτης των εφεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "Ε.

Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., "Α. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση και "G. C. F. Τ. Α. Ε." και δ.τ. "G. C. F." και ήδη "P. B. Α. Τ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "P. B.". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, και ως προς αυτές, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3-3-2023).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., "Α. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση και "G. C. F. Τ. Α. Ε." και δ.τ. "G. C. F." και ήδη "P. B. Α. Τ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "P. B.", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Από τις υπ' αριθμ. 3846Α'/20-12-2022, 3863Α'/21-12-2022 και 3862Α'/21-12-2022 όμως εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες, δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων την από 20-12-2013 (αρ. κατ. 7/2014) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτους, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 68/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 10-7-2017 (με αρ. κατ. 43/2017) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6/2021 απόφαση, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 8-1-2014, της ένδικης, από 20-12-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021).

Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1088/2022, Α.Π. 787/2022, Α.Π. 545/2022, Α.Π. 185/2022).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1513/2022, Α.Π. 1200/2022, Α.Π. 1171/2022, Α.Π. 183/2022).

Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 1200/2022, Α.Π. 1171/2022, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 974/2022).

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και, σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 1088/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 166/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και, αντίστοιχα, 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ένσταση.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, ενόψει του ότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Και στις εξαιρετικές όμως αυτές περιπτώσεις, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 74/2019).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., έκρινε ορισμένη την προβληθείσα εκ μέρους του πρώτου και της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων ένσταση δόλου και, μετ' απόρριψη της εφέσεώς του, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 68/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή του, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.

Πλην όμως, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου της από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσας εφέσεως, κατά της, ομοίως αποφανθείσας, πρωτοδίκου, υπ' αριθμ. 68/2017 Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, αποφάσεως, ότι ο ανωτέρω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός (αντένσταση αοριστίας της προταθείσας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση- αναιρεσιβλήτων ενστάσεως δόλου), προβλήθηκε ρητά από τον αναιρεσείοντα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, επιπλέον δε, δεν γίνεται επίκληση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, όπως απαιτείται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε όμως περίπτωση, από όσα διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (ενόψει του ότι δεν προσκομίζονται στο παρόν Δικαστήριο οι πρωτόδικες και οι κατ' έφεση προτάσεις των καθ' ων η αίτηση- ήδη αναιρεσιβλήτων, ώστε να διερευνηθεί το ακριβές περιεχόμενο της προβληθείσας, από το πρώτο και την τετάρτη τούτων, ενστάσεως δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής), προκύπτει ότι, προκειμένου να θεμελιώσουν τον ως άνω ισχυρισμό τους, υποστήριξαν, το μεν πρώτο αναιρεσίβλητο, ότι ο αιτών, έλαβε συνολικά έξι (6) τραπεζικά προϊόντα από τέσσερα (4) διαφορετικά τραπεζικά ιδρύματα, παρότι τα εισοδήματά του των προηγούμενων ετών δεν του επέτρεπαν να καταφύγει σε τόσο μεγάλο ύψος δανεισμού, εξακολουθώντας να δανείζεται, αν και διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, η δε τετάρτη αναιρεσίβλητη, ότι α) ο αιτών έλαβε το, ύψους 186.864,51 ευρώ, στεγαστικό δάνειο, στις 18-7-2011, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και της επελθούσας τότε μείωσης των μισθών, σε χρόνο κατά τον οποίο ήδη είχε αρχίσει να καθυστερεί και, στη συνέχεια, να μην καταβάλλει προς αυτή, τη μηνιαία δόση για την αγορά του αυτοκινήτου του, β) ότι πριν από τη μείωση των εισοδημάτων του ελάμβανε μισθό ύψους 1.850 ευρώ, ενώ το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειάς του ανερχόταν στο ποσό των 1.250 ευρώ, με αποτέλεσμα να απομένει υπόλοιπο, για την ικανοποίηση των πιστωτών του, 600 ευρώ μηνιαίως, ενώ, μόνο η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλλει για το στεγαστικό του δάνειο, ανερχόταν στο υπέρτερο ποσό των 640 ευρώ, γ) ότι ήδη κατά το χρόνο αναλήψεως των δανειακών του υποχρεώσεων γνώριζε την αδυναμία του να καταβάλλει τις δανειακές του υποχρεώσεις, προέβη δε σε υπέρμετρο δανεισμό, δυσανάλογα υψηλό, σε σχέση με τα εισοδήματά του, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό του μέσου καταναλωτή, εν γνώσει του ότι είχε ήδη τεθεί σε ισχύ, από το έτος 2010, ο νόμος 3869/2010 και ευελπιστώντας ότι θα τύχει της προβλεπόμενης από το νόμο αυτό προστασίας.

Με το περιεχόμενο αυτό η ως άνω ένσταση είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και, ειδικότερα, διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με τα ήδη αναιρεσίβλητα τραπεζικά ιδρύματα, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και γνώριζε, ή έστω προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (26-3-2021)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση, είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021).

Επίσης, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, απλώς, των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο, για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 101/2022, Α.Π. 88/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 1266/2020).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται, πλέον, η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 168/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 878/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση αυτής, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν 45 ετών, μόνιμος στρατιωτικός με το βαθμό του υπολοχαγού, και ο μηνιαίος μισθός του τον Ιανουάριο του 2016 ανερχόταν στο ποσό των 1.435,65 ευρώ.

Πάσχει από "ψωριακή αρθρίτιδα με οστεοαρθριτικές βλάβες και λειτουργικές διαταραχές", και για το λόγο αυτό με την υπ' αριθ. 26/2016 γνωμάτευση της Αναθεωρητικής Υγειονομικής Επιτροπής του Στρατού και την υπ' αριθ. 1929/2016 γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Στρατού κρίθηκε αποστρατευτέος και παραιτήθηκε στις 17-7-2016, θεμελιώνοντας συνταξιοδοτικό δικαίωμα με διαγραφή από το στράτευμα την 1-3-2017.

Είναι έγγαμος με την Ε. Τ., η οποία επίσης πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα, και απέκτησαν από το γάμο τους τέσσερα ανήλικα τέκνα, τον Χ.-Χ., που γεννήθηκε το 2005, την Βασιλική - Παρασκευή, που γεννήθηκε το 2006, την Κ., που γεννήθηκε το έτος 2009, και την Ι. - Μ., που γεννήθηκε το 2010. Διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Γεώργιος" στην Ελεούσα Ιωαννίνων, και τα ετήσια εισοδήματα του ανέρχονταν το έτος 2009 σε 23.579,49 ευρώ, το έτος 2010 σε 25.128,34 ευρώ, το έτος 2011 σε 22.678,30 ευρώ, το έτος 2012 σε 21.372,84 ευρώ, το έτος 2013 σε 21.411,40 ευρώ, το έτος 2014 σε 18.962,65 ευρώ, το έτος 2015 σε ' 20.233,72 ευρώ, και το έτος 2016 σε 20.861,71 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα της συζύγου του, όσο αυτή εργαζόταν, ανέρχονταν το 2009 σε 8.434,79 ευρώ, το 2010 σε 2.488,71 ευρώ, και το 2011 σε 6.449,92 ευρώ.

Από τα παραπάνω προκύπτει εμφανώς πως η μεταβολή των εισοδημάτων του εκκαλούντος σε βάθος χρόνου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σημαντική, αφού αυτά εμφάνισαν ανά έτος (από το 2009 έως το 2016) ελάχιστες αυξομειώσεις. Έχει στην αποκλειστική του κυριότητα μία ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία με τα στοιχεία ΚΑΠΑ ΕΞΙ (Κ-6) και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 138,23/1000, ήτοι μία μεζονέτα που αποτελείται από υπόγειο επιφανείας 57,12 τ.μ., ισόγειο επιφανείας 49,45 τ.μ., και πρώτο όροφο επιφανείας 48,70 τ.μ., η οποία είναι χτισμένη σε διαιρετό κατά χρήση τμήμα οικοπέδου εκτάσεως 1.160,91 τ.μ.

στη θέση "Άγιος Γεώργιος" της τοπικής κοινότητας Ελεούσας της Δημοτικής Ενότητας Πασσαρώνος του Δήμου Ζίτσας Ιωαννίνων. Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία του εκκαλούντος και της οικογένειας του, και το απέκτησε με το υπ' αριθ. 5395/18-7-2011 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Κόνιτσας Ιωαννίνων Παρασκευής Κατσάνου.

Ακόμη, είναι πλήρης κύριος του υπ' αριθμ. ….Ι..Χ..Ε.. αυτοκινήτου μάρκας FIAT SEICENTO 1.108 κ.ε., με άδεια πρώτης κυκλοφορίας στις 12-6-2001, και κύριος κατά ποσοστό 50% του υπ' αριθμ. …..Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας CITROEN C4 PICASSO, 1.598 κ.ε., με άδεια πρώτης κυκλοφορίας στις 23-4-2010. Σε χρόνο προγενέστερο τους έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο εκκαλών είχε αναλάβει διάφορα χρέη, τα οποία τόσο προς τους ανέγγυους όσο και προς τους ενέγγυους πιστωτές του θεωρούνταν με την κοινοποίηση αυτής ληξιπρόθεσμα, κατά πλάσμα του νόμου, και υπολογίζονταν με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, πλην των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανείων, ο εκτοκισμός των οποίων συνεχιζόταν με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής έως το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα, ό εκκαλών είχε λάβει α) από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ... στις 27-10-2011 ένα στεγαστικό δάνειο 135.000 ευρώ, που είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με εγγραφή υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου, για το οποίο όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 131.630,78 ευρώ, β) από την Εθνική τράπεζα της Ελλάδος ...

μία πιστωτική κάρτα για την οποία όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης του το ποσό των 3.176,82 ευρώ, και δύο καταναλωτικά δάνεια, για τα οποία όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης τα ποσά των 36.633,03 ευρώ και 742,22 ευρώ αντίστοιχα, γ) από την Αγροτική τράπεζα Ελλάδος Α.Ε., που είναι υπό ειδική εκκαθάριση ... μία πιστωτική κάρτα για την οποία όφειλε μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το ποσό των 6.984,05 ευρώ και δ) από την ...

τράπεζα "G. C. F.", η επωνυμία της οποίας τροποποιήθηκε σε "Ρ. Β. Α. Τ. «Ε., στις 4-3-2010 ένα καταναλωτικό δάνειο ύψους 11.070 ευρώ, για το οποίο όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης του το ποσό των 9.502,31 ευρώ, και συνολικά όφειλε για τις παραπάνω αιτίες στους πιστωτές του, έως την κοινοποίηση της αίτησης, το ποσό των 186.864 ευρώ, το οποίο εκ των πραγμάτων είναι υψηλό, πλην όμως, ο εκκαλών ανέλαβε τις προαναφερόμενες δανειακές υποχρεώσεις χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο η δυνατότητά του να τις αποπληρώσει.

Συγκεκριμένα, έλαβε το έτος 2010 από την 4η εφεσίβλητη για την αγορά αυτοκινήτου ένα καταναλωτικό δάνειο, για την εξόφληση του οποίου κατέβαλλε το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, ενώ τον αμέσως επόμενο χρόνο έλαβε από το 1° εφεσίβλητο ένα στεγαστικό δάνειο 135.000 ευρώ, το οποίο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του, παρά το γεγονός πως η σύζυγός του ήταν ήδη άνεργη και το οικογενειακό του εισόδημα αποτελούνταν αποκλειστικά από τον μισθό του.

Περαιτέρω, έλαβε το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο το 2011, ενώ είχε ενσκήψει στη χώρα η μεγάλη οικονομική κρίση, και αφού είχε ήδη ψηφισθεί το προηγούμενο έτος ο νόμος 3869/2010, και ως εκ τούτου η αλληλουχία των ενεργειών του κρίνεται δόλια, αφού γνώριζε πως, σε περίπτωση μη αποπληρωμής των δανείων του, θα είχε τη δυνατότητα να αιτηθεί την υπαγωγή του στις ευνοϊκές διατάξεις του νόμου αυτού.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο εκκαλών ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις έναντι τεσσάρων τραπεζικών πιστωτών από έξι συνολικά αιτίες (ήτοι ένα στεγαστικό δάνειο, τρία καταναλωτικά δάνεια, και δύο πιστωτικές κάρτες), γνωρίζοντας ότι μόνο με το εισόδημά του (που κατά το χρόνο ανάληψης των υποχρεώσεων προερχόταν αποκλειστικά από το μισθό του), σε συνδυασμό με τις αυξημένες βιοτικές ανάγκες της εξαμελούς οικογένειάς του, θα ήταν αδύνατη η εξυπηρέτησή τους.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, ήτοι του εισοδήματος του εκκαλούντος και της συζύγου του, και του ύψους των οφειλών του, προκύπτει δίχως αμφιβολία πως ο δανεισμός του ήταν αλόγιστος και δυσανάλογος με τις οικονομικές του δυνατότητες, και ξεπέρασε τα όρια του δανεισμού στον οποίο θα κατέφευγε ο μέσος συνετός καταναλωτής.

Εφόσον λοιπόν ήταν εμφανές πως το μηνιαίο εισόδημά του δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων (συνυπολογιζομένων των βιοτικών αναγκών της εξαμελούς οικογένειάς του, που ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 1.100 - 1.200 ευρώ μηνιαίως, καθώς και του γεγονότος πως η σύζυγός του, λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών μετά το 2010 και της ασθένειας που αντιμετώπιζε, ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν επρόκειτο να βρει εργασία), η περιέλευση του εκκαλούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του οφείλεται αποκλειστικά σε δική του υπαιτιότητα, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, αφού γνώριζε πως η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα σοβαρό ενδεχόμενο, η πραγμάτωση του οποίου εμφάνιζε ιδιαίτερα αυξημένες πιθανότητες, που προσέγγιζαν σε σύντομο βάθος χρόνου τη βεβαιότητα.

Παρόλα αυτά αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό και ανέλαβε τις δανειακές υποχρεώσεις, έχοντας πλήρη γνώση των συνεπειών των πράξεών του, τις οποίες και αποφάσισε να αγνοήσει. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε πως ο εκκαλών περιήλθε από δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους εφεσίβλητους, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη στην ουσία, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αιτούντος- ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 68/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που, με όμοια κρίση, απέρριψε την αίτηση αυτού ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του, αλλά στον υπερδανεισμό του, ο ίδιος δε γνώριζε εξ αρχής, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει, ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του οικονομικές δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και, εντούτοις, αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.

Ο αναιρεσείων διατείνεται περαιτέρω ότι το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι επήλθε περιορισμός των εισοδημάτων του και εκ του λόγου ότι από το έτος 2012 α) καταργήθηκε το, ύψους 200 ευρώ μηνιαίως, εκτός έδρας επίδομα που ελάμβανε, β) το ποσό των 700 ευρώ ανά δίμηνο, που ελάμβανε ως επίδομα πολυτέκνου, περιορίστηκε στο ποσό των 800 ευρώ ανά τρίμηνο και γ) καταργήθηκε το αφορολόγητο για τους πολύτεκνους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα μέρος του εισοδήματός του να διατίθεται για την κάλυψη των φορολογικών του υποχρεώσεων.

Όπως όμως προκύπτει από της παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο δέχτηκε ότι τα εισοδήματα του αιτούντος, από το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο, υπέστησαν μικρές αυξομειώσεις, κατέληξε δε, ανέλεγκτα, στο, σαφώς διατυπούμενο, αποδεικτικό πόρισμα, ότι η περιέλευσή του σε κατάσταση μόνιμης και πλήρους αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, δεν οφείλεται σ' αυτές, αλλά στο γεγονός ότι, ήδη εξ αρχής, είχε αναλάβει χρέη αναντίστοιχα προς το εισοδηματικό του επίπεδο, υπερβαίνοντας το όριο των οικονομικών του δυνατοτήτων.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ως αβασίμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.7.2021 (με αριθ. κατ. 128/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ