104/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated104/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά το καλοκαίρι του 2003 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που ήταν διαζευγμένη και διήγαγε τότε το 48ο έτος της ηλικίας της, γνωρίστηκε, μέσω της φίλης της Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 104 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. - Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πρατικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ., χήρας Π. Μ., θυγατέρας Θ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γαρούφη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 15-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 56/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και, δεχόμενη την από 17-7-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 134/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-3-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί εκείνη, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Θ. Μ., να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά που είχε δανείσει κατά διαστήματα σ' αυτόν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά το καλοκαίρι του 2003 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που ήταν διαζευγμένη και διήγαγε τότε το 48ο έτος της ηλικίας της, γνωρίστηκε, μέσω της φίλης της Κ.
Τ., με το γιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Θ. Μ., ηλικίας τότε 35 ετών και αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους στενή φιλική σχέση, που πολύ γρήγορα, από τον Οκτώβριο του 2003, εξελίχθηκε σε ερωτική, που διήρκεσε μέχρι τέλους Μαΐου 2004, με συναντήσεις τους στο ξενοδοχείο "..." στο …, χωρίς να μπορέσουν να συμβιώσουν, καθόσον ο μεν Θ.
Μ. έμενε στο … στην οικία της μητέρας του, εργαζόμενος στη …, η δε ενάγουσα έμενε στην οικία της στη … μαζί με τα δύο τέκνα της που σπούδαζαν, εργαζόμενη ως ιδιωτική υπάλληλος στο … της αδεφής της Ν.-Κ. Μ. στους … ... Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι, επειδή προγραμμάτιζαν ένα κοινό, μεταξύ τους μέλλον, όταν ο σύντροφός της Θ.
Μ. της ζήτησε να του δανείσει 60.000 ευρώ, για να αποπληρώσει χρέη του σε τρίτους, αυτή προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει, δανειζόμενη, αρχικά απ' την αδελφή της το ποσό των 30.000 ευρώ και εν συνεχεία δανειζόμενη από Τράπεζες και ότι με αυτόν τον τρόπο του κατέβαλε: στις 18-11-2003 7.500 ευρώ, στις 9-12-2003 11.000 ευρώ και στις 8-1-2004 4.500 ευρώ και ότι, μολονότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους να της επιστρέψει το πρώτο ποσό των 30.000 ευρώ στις 15-6-2004 και τα υπόλοιπα νωρίτερα, δηλ.
στις 31-5-2004, εντούτοις, αυτός δεν της τα κατέβαλε, με αποτέλεσμα, λόγω του αδόκητου θανάτου του, τον Αύγουστο του 2004, σε τροχαίο δυστύχημα, να τα ζητήσει από την εναγομένη μητέρα του, που είναι η μοναδική κληρονόμος του. Για την απόδειξη της καταβολής των παραπάνω ποσών... η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν κατάρτισε έγγραφο, λόγω της ηθικής αδυναμίας που είχε για την απόκτησή του, συνεπεία της σχέσης που είχε μ' αυτόν και γι' αυτό επικαλείται την μαρτυρία του Ν.
Τ., που εξετάστηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθώς και την με αρ. …/2006 ένορκη βεβαίωση που έδωσαν, με πανομοιότυπο περιεχόμενο, η αδελφή της Ν. Μ. και η φίλη της Κ. Τ.. Ο εν λόγω επ' ακροατηρίω μάρτυράς της κατέθεσε ότι η ενάγουσα είχε δανείσει με χρήματα τον θανόντα Θ. Μ., ότι, επειδή ο τελευταίος είχε χρέη κι αυτός του είχε δανείσει παλαιότερα 700.000 δρχ., που του τα επέστρεψε σε 10 ημέρες και ότι ήθελε να συμπληρώσει ο Θ.
Μ. 60.000 ευρώ για να σώσει το σπίτι, στο οποίο, απ' ό,τι είχε ακούσει, από Τράπεζα είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης. Η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση δεν πείθει το Δικαστήριο για τη βασιμότητα του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας, που ήταν κάτοικος … και … και μετέβαινε στο Λουτράκι μόνο για να παίζει στο Καζίνο, δεν ισχυρίζεται ότι ήταν παρών κατά τις τμηματικές καταβολές του ποσού των 53.000 ευρώ, που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι δάνεισε τον Θ.
Μ., ούτε και αποδεικνύεται εν πάση περιπτώσει, ότι αυτά τα πραγματικά περιστατικά θα μπορούσαν να είχαν περιέλθει εις γνώση του απ' την ενάγουσα σε ανύποπτο χρόνο, αφού αυτός, όπως και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται στην κατάθεση του, ήταν ένας απλός γνωστός της, που δεν είχε πάει, μάλιστα, μαζί της ποτέ, ούτε καν στο Καζίνο, όπου σύχναζαν για να παίζουν και συνεπώς, δεν μπορούσε να γνωρίζει για τις προσωπικές οικονομικές σχέσεις και δοσοληψίες που είχε αυτή με τον σύντροφο της.
Περαιτέρω, ουδόλως επιβεβαιώθηκαν τα κατατεθέντα από τον παραπάνω μάρτυρα περί της προσημείωσης υποθήκης της οικίας του Θ. Μ., που του δημιούργησε, όπως αυτός υποστηρίζει, την ανάγκη δανεισμού του, αφού αποδείχθηκε ότι αυτός δεν είχε στην κυριότητα του καμιά οικία, αλλά μόνο δύο αγροτεμάχια και ότι η οικία που κατοικούσε, στα …, ανήκε στην εναγομένη μητέρα του (βλ.
την με αρ. …/2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς). Περαιτέρω, με την ένορκη βεβαίωση της η αδελφή της ενάγουσας, απ' την οποία ισχυρίζεται ότι δανείστηκε το αρχικό ποσό των 30.000 ευρώ, για να το δανείσει στον Θ. Μ., καταθέτει ότι η ενάγουσα με την παρότρυνση του σύναψε δανειακές συμβάσεις με Τράπεζες για τα ποσά των 7.500, 11.000 και 4.500 ευρώ και του παρέδωσε τα εν λόγω εκταμιευθέντα ποσά, ότι αυτή ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του δύο φορές (20-11-2003 και 31-5-2004) ζητώντας από αυτόν, στην πρώτη περίπτωση, να μην την κοροϊδέψει με τα χρήματα που του είχε μέχρι τότε καταβάλει, συνολικού ποσού 37.500 ευρώ, στην δεύτερη δε περίπτωση να της καταβάλει άμεσα τα οφειλόμενα, διαφορετικά θα του υπέβαλε η ίδια μήνυση για απάτη.
Και η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν πείθει το Δικαστήριο για τα εξιστορούμενα με αυτήν πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την με αρ. ...18/11/2003 αίτηση - σύμβαση της ..., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα αυτή, παρά τα αντίθετα, περί οικονομικής ευρωστίας της, κατατεθέντα απ' τον μάρτυρά της, ήταν μία απλή ιδιωτική υπάλληλος, που εργαζόταν στο φαρμακείο της αδερφής της, με μηνιαίο μισθό 1.050 ευρώ περίπου (14.802:14μήνες), που μίσθωνε οικία στην …, καταβάλλοντας ενοίκιο και επιβαρύνετο κατά την αναλογία της, με τη διατροφή των δύο ενήλικων τέκνων της, που φοιτούσαν.
Συνεπώς, στην περίπτωση που της ζητούσε ο σύντροφος της δανεικά, όπως αυτή ισχυρίζεται και αποφάσιζε να στραφεί προς την φαρμακοποιό αδελφή της για να του εξασφαλίσει το αρχικό ποσόν των 30.000 ευρώ, δεν θα υπήρχε γι' αυτήν ζήτημα ηθικής τάξης να του ζητήσει, γι' αυτό το δάνειο τουλάχιστον, έγγραφη βεβαίωση περί της καταβολής του, αφού στην ουσία δανειοδότης του ήταν η αδελφή της και όχι η ίδια, που απλά μεσολαβούσε μεταξύ τους.
Κάτι τέτοιο ουδόλως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά και η αδελφή της ενάγουσας ότι απαιτήθηκε. Επίσης, όταν, κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, του τηλεφώνησε η ίδια στις 20/11/2003, ανησυχώντας μήπως δεν επιστρέψει τα 30.000 ευρώ που ήταν δικά της χρήματα, καθώς και τις 7.500 ευρώ της ενάγουσας αδελφής της, δεν εκθέτει γιατί δεν του ζήτησε, ούτε και τότε, μια σχετική βεβαίωση που να την εξασφαλίζει, όπως είναι φυσικό και εύλογο να συμβεί όταν δανείζει κάποιος έναν τρίτο με ένα τόσο μεγάλο ποσόν, ούτε, επίσης, ισχυρίζεται ότι του το ζήτησε στις 18-11-2003, όταν, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωση της, παρουσία της του κατέβαλε η ενάγουσα το ποσόν των 7.500 ευρώ, ούτε, επίσης ισχυρίζεται ότι το ζήτησε στο τέλος Μαΐου 2004, που έληξε, κατά τους ισχυρισμούς τους, το δάνειο και αυτό έπρεπε να επιστραφεί.
Δηλαδή, τέλος Μαΐου 2004, που είχε πλέον επέλθει ρήξη στη σχέση της ενάγουσας με τον Θ. Μ. (βλ. σχετικά κατάθεση Ν. Τ.) και δεν υπήρχε πλέον θέμα ηθικής τάξης, ούτε για τα ποσά των 7.500, 11.000 και 4.500 ευρώ, που του δάνεισε η ενάγουσα, με δική της δανειοδότηση από Τράπεζες, ούτε και τότε ισχυρίζονται ότι προσπάθησαν να του αποσπάσουν μία έγγραφη βεβαίωση, τη στιγμή μάλιστα, που αυτός ήθελε να αποφύγει τον κίνδυνο να του υποβάλουν μήνυση για απάτη, όπως τον προειδοποιούσαν και επιπλέον, απ' ό,τι εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της, αλλά και ο μάρτυρας στην κατάθεσή του στο ακροατήριο, αυτός δεν ήταν απατεώνας αλλά ηθικός και έντιμος άνθρωπος, που η βούλησή του ήταν να επιστρέψει τα χρήματα και επομένως, δεν θα είχε, προφανώς, καμία αντίρρηση γι' αυτό, αφού αναγνώριζε την σχετική οφειλή του.
Αντιθέτως, από όλα τα παραπάνω, η ενάγουσα εμφανίζεται ως ένα άτομο, το οποίο, ακόμα και μετά τη ρήξη της σχέσης της με τον Θ. Μ., τέλος Μαΐου 2004, δεν προσπάθησε να διασφαλίσει την επιστροφή του δανείου, που ισχυρίζεται ότι του χορήγησε, μολονότι μάλιστα, όπως παρουσιάζεται, είχε και την συμβουλευτική υποστήριξη της αδελφής της, αλλά αρκέστηκε να περιμένει να την εξοφλήσει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2004, από αναδρομικές αποδοχές, που της ιστορούσε, όλως αόριστα, ότι θα ελάμβανε απ' την εργασία του, άλλως από το τίμημα που θα εισέπραττε όταν πουλούσε κάποιο αγροτεμάχιο του.
Από τα παραπάνω και ειδικότερα: 1) απ' το γεγονός ότι η ενάγουσα, πέραν της αναφοράς στην αγωγή της ότι ο Θ. Μ. χρωστούσε σε τρίτους, δεν απέδειξε τις εν λόγω οικονομικές υποχρεώσεις του, ούτε, επίσης την επιβάρυνση κάποιου ακινήτου του με προσημείωση υποθήκης από Τράπεζα, όπως κατέθεσε ο επιμέλεια της εξετασθείς μάρτυρας, ώστε να δικαιολογείται η ανάγκη του για δανειοδότηση του μ' ένα τόσο μεγάλο ειδικά για το 2003, χρηματικό ποσόν, 2) από το γεγονός ότι δεν διευκρινίστηκε καθόλου για ποιον λόγο ο Θ.
Μ., που ήταν έντιμος και ηθικός άνθρωπος, δεν δανειζόταν ο ίδιος το εν λόγω ποσόν, αφού είχε τις προϋποθέσεις γι' αυτό, λόγω της μόνιμης και σταθερής εργασίας του σε δημοσιοϋπαλληλική θέση και της συνταξιοδότησης της μητέρας του, που υπήρξε καθηγήτρια και κατοικούσε μαζί της, 3) απ' το γεγονός ότι, όπως προκύπτει απ' την αγωγή, αλλά και την ένορκη βεβαίωση της αδελφής της ενάγουσας, δεν ρυθμίστηκε απ' την αρχή ο τρόπος που θα κάλυπτε την αποπληρωμή του δανείου του ο Θ.
Μ., πράγμα που πάντοτε συμφωνείται, έστω και προφορικά σε κάθε περίπτωση δανείου ενός σημαντικού ποσού, όπως αυτό των 53.000 ευρώ, ώστε να προβλέπουν μετά βεβαιότητος οι δανειστές στην εξόφλησή τους, αλλά αυτό τους το ανακοίνωσε ο Θ. Μ. εκ των υστέρων.... , 4) απ' το γεγονός ότι η ενάγουσα κατέβαλε η ίδια τις μηνιαίες δόσεις των τραπεζικών δανείων καθ'όλο το χρονικό διάστημα του δεσμού τους που έφταναν, όλες μαζί, μηνιαία, στο ποσόν των 586,36 ευρώ (239,72 + 232,83 + 113,81), ενώ το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να αποπληρώνει ο δανειολήπτης τις παραπάνω δόσεις καθώς, αφενός μεν ήταν δική του υποχρέωση, αφετέρου, δε, είχε την οικονομική δυνατότητα, αυτές, τουλάχιστον, να τις πληρώνει, αφού εργαζόταν και ελάμβανε μισθό 1.200 - 1.300 ευρώ το μήνα, κατοικούσε στην οικία της συνταξιοδοτούμενης, ως καθηγήτριας, μητέρας του και δεν επιβαρυνόταν ως εκ τούτου με έξοδα στέγασης και διατροφής, ενώ η ενάγουσα, --που ελάμβανε μικρότερο μισθό, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν είχε άλλα εισοδήματα από ακίνητα (βλ.
την δήλωσή της στην .../18.11.03 αίτηση-σύμβαση της ...) και με το υπόλοιπο ποσό που της απέμενε (1.050 - 586,36 = 463,64 ευρώ) έπρεπε να πληρώνει το ενοίκιο στην οικία που διέμενε με τα παιδιά της, ολόκληρη τη διατροφή τη δική της, καθόσον ήταν διαζευγμένη καθώς και την αναλογία της επί της διατροφής των δύο τέκνων της, που είχαν, μάλιστα, και αυξημένα έξοδα λόγω και των σπουδών τους --δεν είχε τη δυνατότητα να τις αποπληρώνει, χωρίς να διακινδυνεύει ταυτόχρονα την ίδια τη διατροφή της, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αγωγή της και τέλος 5) απ' το γεγονός ότι η ενάγουσα, αλλά και η αδελφή της δεν απαίτησαν καμία έγγραφη βεβαίωση απ' τον Θ.
Μ., για την διασφάλιση της επιστροφής του δανείου, μολονότι είχαν τη δυνατότητα αυτήν κατά τα χρονικά σημεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατοικούσαν σε διαφορετικό τόπο και θα μπορούσαν, ως εκ τούτου, εφόσον, όπως αναφέρουν, ανησυχούσαν για την επιστροφή των δανεισθέντων χρημάτων, να το εκμεταλλευτούν αυτό και να αποστέλλουν τα δανειζόμενα ποσά μέσω τραπέζης, ώστε να εξασφαλίζουν με εύσχημο τρόπο, την απόδειξη της καταβολής τους, και όχι να τα καταβάλουν στην οικία της ενάγουσας ή έξωθεν της Τράπεζας, παρουσία μαρτύρων (της αδελφής και της φίλης της ενάγουσας), οι οποίες, όμως, παρά τα υποστηριζόμενα από αυτές ότι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες και συνεπώς πλέον αξιόπιστες του εξετασθέντος, εντούτοις δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για να εξετασθούν και να υποβληθούν στην βάσανο της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν αποδείχτηκε μετά βεβαιότητος και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι η ενάγουσα δάνεισε με τα προαναφερθέντα ποσά τον Θ.
Μ., αλλά ότι αυτή εκταμίευσε και πιθανόν δανείστηκε χρήματα απ' την αδελφή της, για να τα χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό, αφού, και ο ίδιος ο μάρτυρας της εν τέλει κατέθεσε ότι "δεν ξέρει αν τα έπαιξε η ενάγουσα" τα χρήματα αυτά, μιας και πήγαινε κι αυτή στο Καζίνο Λουτρακίου, αν και χαμηλόμισθη υπάλληλος και είχε, μάλιστα, εξασφαλίσει και κάρτα μέλους αυτού".
Κατόπιν τούτων το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα και απέρριψε την αγωγή, αίτημα της οποίας ήταν να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Θ. Μ., να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 53.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό αυτής, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνάψεως των επικαλουμένων δανειακών συμβάσεων μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Θ.
Μ.. Ειδικότερα γίνεται δεκτό, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ότι η αναιρεσείουσα είχε μεν αναπτύξει ερωτική σχέση με το ανωτέρω πρόσωπο που δεν θα της επέτρεπε να εκδηλώσει την επιθυμία συντάξεως εγγράφου, σε περίπτωση που θα ήθελε αυτός να λάβει από εκείνη ένα δάνειο σημαντικού ύψους, όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθη τέτοια δανειακή σύμβαση.
Προς ενίσχυση δε της αποφατικής κρίσεώς του αυτής το δικαστήριο παραθέτει το επιχείρημα ότι, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε προς την αδελφή της φαρμακοποιό που της εξασφάλισε το αιτούμενο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν θα υπήρχε για την τελευταία ζήτημα ηθικής τάξεως που να την εμποδίσει να ζητήσει από τον δανειζόμενο Θ.
Μ. τη σύνταξη σχετικού εγγράφου, είτε κατά την καταβολή του ποσού είτε και σε συγκεκριμένα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που αναφέρονται στην απόφαση. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, υποστηρίζει ότι η απόφαση έχει στο σημείο αυτό αντιφατική αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφιο β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την σε αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο και τον ταυτόσημο τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι ενώ δέχθηκε ότι ο γιος της αναιρεσίβλητης ήταν συχνός θαμώνας και παίκτης του καζίνου της περιοχής, μη έχων βέβαια μεγάλα εισοδήματα, δεν δέχτηκε ότι αυτή η εξάρτησή του από τα τυχερά παίγνια τον οδήγησε στην ανάγκη να δανειοδοτηθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία είχε τη δυνατότητα να δανειοδοτηθεί με τη σειρά της από την αδελφή της φαρμακοποιό και από διάφορες Τράπεζες. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δι' αυτών πλήττονται τα όσα, ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε το Εφετείο.
IV. Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 270 § 2 και 445 του ΚΠολΔ, όπως η πρώτη εξ αυτών ίσχυε κατά τον χρόνον της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες (ΑΠ 1731/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' επίκληση παραβιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη τριών εγγράφων από τις Τράπεζες ..., … και …, που αποδεικνύουν τη σύναψη δανείων ύψους 7.500, 11.000 και 4.500 ευρώ, αντίστοιχα, εκ μέρους της ιδίας ως δανειζόμενης, προκειμένου στη συνέχεια να καταβάλει το προϊόν αυτών στον Θ.
Μ., καθώς επίσης ότι απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης έναντι αυτών της ιδίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισε προς ανταπόδειξη η εναγομένη, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιοπιστία ορισμένων εκ των μαρτύρων έναντι άλλων εκφεύγει του ελέγχου του Αρείου Πάγου ως αναγόμενη στα πράγματα.
Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2015 αίτηση της Σ.-Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ