Legislator Case Law & Legislation
104/2014 AI generated

104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 104/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 28-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και β) την από 8-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 του Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη αγωγή και η 225/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 7256/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Keywords

AI generated
agrofood industry agricultural enterprise operation agricultural lease common flat-rate scheme for farmers agricultural production contract agricultural land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 104 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. Π. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Μακρυγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. χήρας Ι.Μ. το γένος Σ.Τ., 2 Μ. θυγ.Ι..Μ., 3 Θ. Ι.Μ., 4 Σ. Ι.Μ., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 28-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και β) την από 8-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 του Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη αγωγή και η 225/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 7256/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, ήτοι καθ' όσο μέρος στρέφεται κατά της απορριπτικής κονδυλίων της αγωγής λόγω αοριστίας διάταξης της προσβαλλόμενης, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2013, 24/1992).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995, ΑΠ 105/2012).

Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, οπότε ο Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.,Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π.176/2011, Α.Π. 1357/2010, Α.Π. 1020/2005, 349/1995).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 του Α.Κ., με τη σύμβαση της μίσθωσης αγροτικού κτήματος ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του μισθίου και την κάρπωση του, με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης. Το άρθρο 620 του Α.Κ. ορίζει ότι στη μίσθωση αγροτικού κτήματος (αγρομίσθωση) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη μίσθωση πράγματος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στα άρθρα 621-637 του Α.Κ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 584 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής ευθύνεται σε αποζημίωση του μισθωτή για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, εάν παρακωλύει τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου ή αφαιρεί αυτήν από το μισθωτή, ο οποίος την αποζημίωση αυτή δικαιούται να απαιτήσει βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 335, 336 και 343 ΑΚ.

Το δικαίωμα αυτό του μισθωτή μπορεί να ασκηθεί μόνο για το συμφωνηθέντα χρόνο διάρκειας της μίσθωσης και όχι για την μεταγενέστερη χρονική περίοδο της νόμιμης αναγκαστικής παράτασης της, βάσει ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή παύει να υπάρχει ο κατά τις, διατάξεις των άρθρων 297 και 298 απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαιτιότητας του εκμισθωτή και της επικαλούμενης από το μισθωτή ζημίας από διαφυγόν κέρδος (Α.Π.32/2001, Α.Π. 913/1996, Α.Π.465/1994).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ, ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολομ.

Α.Π. 20/1992). Περαιτέρω, όταν ως διαφυγόν κέρδος ζητείται η αξία απολεσθέντων καρπών, οι δαπάνες που ήταν αναγκαίες για την παραγωγή τους, ως εμπίπτουσες στα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, που καθιστούν πιθανή την πραγματοποίηση κερδών, πρέπει να αφαιρεθούν για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου καθαρού κέρδους ( Ολ.

Α.Π.20/1992, Α.Π. 1899/2008, 998/2003) και σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ζημία, συνδεόμενη αιτιωδώς με τον νόμιμο λόγο ευθύνης του οφειλέτη.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Θ. Π. , άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-6-1999 και με αρ.εκθ. κατ. 6338/1999 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στην οποία εξέθεσε ότι δυνάμει προφορικής σύμβασης αγρομίσθωσης, που καταρτίστηκε, τον Ιανουάριο του έτους 1999, οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν σ' αυτόν, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, τρία αγροκτήματα με 600 ελαιόδενδρα, που βρίσκονται στο "...

του Δήμου …", αντί συμφωνηθέντος ετησίου μισθώματος 400.000, 500.000 και 600.000 δραχμών, για το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μισθωτικό έτος, αντίστοιχα, ενώ για το πρώτο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε να μην καταβληθεί μίσθωμα, διότι αυτός (ενάγων) επρόκειτο να προβεί σε δαπάνες για την αξιοποίηση των μισθίων αγροκτημάτων.

Ότι παρέλαβε τα μίσθια αγροκτήματα από την έναρξη της μίσθωσης και άρχισε να προβαίνει σε εργασίες καλλιέργειας αυτών, ώστε τα ελαιόδενδρα να αποδώσουν καρπούς. Ότι στις 10 Μαΐου του έτους 1999, οι εναγόμενοι εκμισθωτές, αυθαίρετα και αντισυμβατικά, απέβαλαν αυτόν (ενάγοντα) από την κατοχή των μισθίων αγροκτημάτων και του υπαγόρευσαν την εκμετάλλευση αυτών.

Ότι συνεπεία της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων - εκμισθωτών κατέστη αδύνατη η εκ μέρους αυτού (ενάγοντος) εκμετάλλευση των μισθίων αγροτικών ακινήτων και ειδικότερα των ελαιοδένδρων που υπήρχαν σ' αυτά, κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-1999 έως 31-12-2002, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός, για την ως άνω αιτία, θετική και αποθετική ζημιά.

Ότι η θετική ζημιά αυτού συνίσταται: α)στις αναγκαίες δαπάνες, συνολικού ποσού 2.293.000 δραχμών, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε για την αξιοποίηση των μισθίων αγροκτημάτων, ώστε να καταστούν αυτά προσοδοφόρα (όργωμα και φρεζάρισμα των αγροκτημάτων, κλάδεμα, πότισμα και ράντισμα των ελαιοδένδρων, αγορά, μεταφορά και άπλωμα κοπριάς στα αγροτεμάχια, καθάρισμα της δεξαμενής νερού και επισκευή των σωλήνων του αυτόματου συστήματος ποτίσματος, που διέθετε το ένα από τα μίσθια αγροτεμάχια και ειδικότερα το αγροτεμάχιο, εκτάσεως, 40 στρέμματα, με 300 ελαιόδενδρα), β) στις επωφελείς δαπάνες, συνολικού ποσού 1.341.647 δραχμών, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε για την αγορά πλαστικών σωλήνων νερού για αυτόματο πότισμα και για τα τρία μίσθια αγροτεμάχια, συνολικού μήκους 700 μέτρων και για αμοιβή των τεχνιτών για την τοποθέτηση αυτών και στα τρία μίσθια αγροκτήματα.

Ότι η αποθετική ζημιά αυτού (διαφυγόν κέρδος), ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 30.110.000 δραχμών, συνίσταται στο κέρδος που αυτός θα αποκόμιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την πώληση του ελαιοκάρπου, που θα συνέλεγε από τα 600 ελαιόδενδρα, κατά τη διάρκεια της ένδικης αγρομίσθωσης, αφαιρουμένων απ' αυτό (κέρδος) των εξόδων καλλιέργειας των ελαιοδένδρων και συγκομιδή του ελαιοκάρπου.

Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η θετική και αποθετική ζημιά του ανήλθε στο συνολικό ποσό των 33.744.000 δραχμών και αφού αφαίρεσε απ' αυτό, το ποσό του 1.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στα μισθώματα που υποχρεούτο να καταβάλει στους εναγομένους, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, ζήτησε με την αγωγή να του επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 32.244.647 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ 225/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε αυτή νόμιμη, ως προς όλα τα κονδύλιά της, δέχθηκε, εν μέρει, αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 57.657,92 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι - εκκαλούντες άσκησαν έφεση και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση κατά τύπους και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα 13.206 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, ως προς τα υπό στοιχ. Α1α, Α1β, Α1γ, Α2α, Α2ε και Α3δ κονδύλια της, ως προς τα οποία το δικόγραφο της αγωγής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτού, διαλαμβάνει κατά λέξη τα εξής: "1) στο πρώτο, εκ των ως άνω τριών αγροκτημάτων, έκαμα: α)τρία ποτίσματα και ένα ράντισμα, με πυρινοτρίτη και διαφυλλική λίπανση και κατέβαλα για την αγορά των λιπασμάτων το ποσό των 28.000 δρχ. και απαιτήθηκαν δύο ημερομίσθια Χ 15.000 το καθένα = 30.000 δρχ. β) καθάρισα τη δεξαμενή του νερού, δηλ. την άδειασα, την έπλυνα, έβγαλα το νερό, την ξαναγέμισα απασχοληθείς επί τέσσερις (ημέρες Χ 25.000 δρχ. την ημέρα = 100.000 δρχ. γ)έκαμα επισκευή των σωλήνων του νερού, που υπήρχαν για το πότισμα, στα μπέκ και απασχολήθηκα για μια ημέρα Χ 15.000 δρχ.. Δηλαδή για το πρώτο αγρόκτημα έγιναν εργασίες ύψους δρχ.

173.000 2) στο δεύτερο αγρόκτημα, που ήταν ξερικό έκαμα: α) κλάδεμα των ελαιοδένδρων, συλλογή και κάψιμο των ξύλων που παρήχθησαν από το κλάδεμα και απαιτήθηκα 70 ημερομίσθια Χ 17.000 δρχ. Το κάθε ημερομίσθιο = 1.190.000 δρχ. γ).....δ).....ε) για το φρεζάρισμα και το ράντισμα των ελαιοδένδρων που έγινε με το τρακτέρ του Ν. Λ., κατέβαλα εφ' άπαξ το ποσό των 200.000 δρχ.....3.

Στο τρίτο αγρόκτημα: α)...β).....γ).....δ) για όργωμα και φρεζάρισμα με το τρακτέρ του Ν. Λ., κατέβαλα, εφ' άπαξ το ποσό των 200.000 δρχ., που συμπεριλαμβάνονται στο προηγούμενο κονδύλιο των 200.000 δρχ., οι οποίες κατεβλήθησαν στο Ν. Λ. ." Το Εφετείο, με το να κρίνει ότι οι ανωτέρω δαπάνες εμπίπτουν στα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα για την παραγωγή των απωλεσθέντων καρπών και, συνεπώς, δεν αποτελούν ζημία, συνδεόμενη αιτιωδώς με πράξεις ή παραλείψεις των εκμισθωτών, και να απορρίψει την αγωγή κατά τα ως άνω κονδύλια ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης και την πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αντίστοιχα, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ' όσο δε μέρος ο δεύτερος πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για ελλείψεις στη μείζονα πρόταση (με επίκληση αντιφατικής παράθεσης νομικών διατάξεων), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αυτές δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη.

Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικός από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή της νομικής αοριστίας υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σε περίπτωση δε ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας εκείνο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (Α.Π. 443/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποδίδοντας της την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14, διότι απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά το αίτημα της περί επιδικάσεως σ' αυτόν του ποσού των 1.341.647 δρχ., για δαπάνη αγοράς και τοποθέτησης σωλήνων αυτόματου ποτίσματος στα τρία μίσθια αγροκτήματα, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν, ποιο είναι το μήκος των σωληνώσεων, που τοποθετήθηκαν σε κάθε ακίνητο, ποια η τιμή μονάδας των σωληνώσεων και ποια η αμοιβή των εργατών για την τοποθέτηση αυτών σε κάθε ακίνητο, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως εκτίθεται στην αγωγή, το ένα από τα μίσθια αγροκτήματα και ειδικότερα το αγρόκτημα εκτάσεως 40 στρεμμάτων, που περιέχει 300 ελαιόδενδρα, διέθετε, προ της σύναψης της ένδικης μίσθωσης σύστημα αυτόματου ποτίσματος, το οποίο μάλιστα ο ενάγων επισκεύασε.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι, ως προς το εν λόγω κονδύλιο, η αγωγή διαλαμβάνει κατά λέξη τα εξής: "Και για τα τρία αγροκτήματα αγόρασα και τοποθέτησα -άπλωσα, σωλήνες νερού για να γίνεται το πότισμα, πλαστικές, διαμέτρου 3 ιτζών, μαζί με τα εξαρτήματα τους, μήκους 700 μέτρων και διέθεσα για την αγορά τους, 623.180 δρχ,, πλέον δρχ. 118.467 για ΦΠΑ, αφού εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 51/18-5-199 Δελτίο Αποστολής -Τιμολόγιο, της εταιρείας … και ακόμη για την τοποθέτηση - άπλωμά τους απαιτήθηκαν 40 ημερομίσθια Χ 15.000 δρχ.

το καθένα =600.000 δρχ.. δηλαδή απαιτήθηκαν ακόμη και για τα τρία ως άνω αγροκτήματα, συνολικά 1.341.647 δρχ." Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο της θετικής ζημίας, είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα με πληρότητα όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία προς θεμελίωση αυτού.

Συνεπώς, είναι βάσιμα τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Α.Π.570/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο κατά το οικείο μέρος του οι αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται στο αιτιολογικό της και όχι στο διατακτικό.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

Α.Π. 9/1997, Α.Π. 625/2008, Α.Π 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 701/2008, Α.Π 625/2008, Α.Π 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1299/2009, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Εξ άλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 9 του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαοτη.

Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (Α.Π. 252/2005) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι Γ. χήρα Ι. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ. και Σ. Μ. είναι συγκύριοι, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των παρακάτω τριών αγροκτημάτων, που βρίσκονται στη θέση "…" …της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …:

α) ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 25 στρεμμάτων, με 250 ελαιόδεντρα, ποικιλίας "Καλαμών" και 400 φιστικιές, β) ενός αγροκτήματος εκτάσεως 8 στρεμμάτων, με 200 ελαιόδεντρα ποικιλίας "Καλαμών" και γ) ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 2 στρεμμάτων, με 50 ελαιόδεντρα ποικιλίας "Καλαμών". Με προφορική σύμβαση αγρομίσθωσης, που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του έτους 1999, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, η οποία ενεργούσε αφενός ατομικά και αφετέρου ως αντιπρόσωπος και στο όνομα των λοιπών τριών εναγομένων (τέκνων της), οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν στον ενάγοντα τα ως άνω τρία αγροκτήματα, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, προκειμένου αυτός, να προβεί στην εκμετάλλευση τους.

Το ετήσιο μίσθωμα για το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μισθωτικό έτος, καθορίστηκε στο ποσό των 400.000,500.000 και 600.000 δραχμών, αντίστοιχα, ενώ για το πρώτο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε να μην καταβληθεί μίσθωμα, διότι ο ενάγων θα προέβαινε σε δαπάνες για την καλλιέργεια των μισθίων αγροκτημάτων, προκειμένου αυτά να καταστούν προσοδοφόρα.

Περί των παραπάνω πραγματικών περιστατικών υφίσταται δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αρ 178/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έχει εκδοθεί επί της από 8-1-2000 και με αρ.εκθ.κατ.1311/2000 αγωγής των νυν εναγομένων κατά του νυν ενάγοντος (άρθρ 321, 322, 324, του ΚΠολΔ). Αμέσως μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αγρομίσθωσης, οι εναγόμενοι - εκμισθωτές παρέδωσαν στον ενάγοντα, τον Ιανουάριο του έτους 1999, τη χρήση των μισθίων αγροκτημάτων.

Ο ενάγων, αφότου παρέλαβε τα μίσθια αγροκτήματα, προέβη στην καλλιέργεια αυτών, ώστε να καταστούν προσοδοφόρα. Ειδικότερα αυτός προέβη στο όργωμα και φρεζάρισμα των αγροκτημάτων καθώς και στο κλάδεμα, στο ράντισμα με πυρινοτρίτη και στη λίπανση των ευρισκομένων εντός αυτών 500 ελαιοδένδρων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 10 Μαΐου του έτους 1999, οι εναγόμενοι εκμισθωτές απέβαλαν, αυθαίρετα και αντισυμβατικά, τον ενάγοντα - μισθωτή από την κατοχή των τριών μισθίων αγροκτημάτων και του απαγόρευαν να προβαίνει εφεξής στη χρήση και κάρπωση αυτών.

Σύμφωνα, όμως, με τους όρους της ένδικης σύμβασης αγρομίσθωσης και με τις διατάξεις των άρθρων 619, 620, 575, και 584 του Α.Κ, οι εναγόμενοι - εκμισθωτές ήταν υποχρεωμένοι να παραχωρήσουν στον μισθωτή τη χρήση και κάρπωση των μισθίων αγροκτημάτων και να μην παρακωλύουν τη συμφωνημένη χρήση των μισθίων καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης, ούτε να αφαιρούν από το μισθωτή τη χρήση των μισθίων, χωρίς την ύπαρξη νομίμου λόγου.

Λόγω της αντισυμβατικής αφαίρεσης από τον ενάγοντα- μισθωτή της χρήσης των μισθίων ακινήτων, ο ενάγων στερήθηκε τη χρήση και κάρπωση αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-1999 έως 31-12-2002. Ειδικότερα, εάν οι εναγόμενοι δεν αφαιρούσαν, αντισυμβατικά, τη χρήση των μισθίων αγροκτημάτων, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να προβαίνει, καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης αγρομίσθωσης, στην εκμετάλλευση των τριών μισθίων αγροκτημάτων και ειδικότερα στην -καλλιέργεια αυτών και στη συλλογή των ελαιοκάρπου των 500 ελαιοδένδρων που υπήρχαν σ' αυτά, τον οποίο στη συνέχεια, θα πωλούσε σε τρίτους.

Τα ως άνω ελαιόδενδρα θα παρήγαγαν ελαιόκαρπο, ποικιλίας "Καλαμών", κάθε δεύτερο έτος, και κάθε ελαιόδενδρο θα απέδιδε ελαιόκαρπο, βάρους 20 κιλών, κατά μέσο όρο. Έτσι, κατά τα έτη 1999 και 2001, θα παρήγοντο, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τα 500 ελαιόδεντρα των μισθίων αγροκτημάτων, ετησίως, 10.000 κιλά ελαιοκάρπου (500 ελαιόδενδρα x 20 κιλά) και συνολικά 20.000 κιλά (10.000 χ 2 έτη).

Τον ελαιόκαρπο αυτό, ο ενάγων θα τον πωλούσε προς τρίτους αντί 600 δραχμών ανά κιλό. Έτσι, αφαιρούμενων των εξόδων καλλιέργειας των ελαιοδένδρων και συγκομιδής του ελαιοκάρπου, που θα ανήρχοντο σε 300 δραχμές, ανά κιλό, ο ενάγων θα κέρδιζε καθαρά, από την πώληση του ελαιοκάρπου τα ποσό των 300 δραχμών ανά κιλό και συνολικά το ποσό των 6.000.000 δραχμών (20.000 κιλά Χ 300 δραχμές).

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό του 1.500.000 δραχμών, που ο ενάγων θα κατέβαλε στους εναγομένους, κατά τη διάρκεια της ένδικης αγρομίσθωσης, για μισθώματα των μισθίων αγροκτημάτων. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της ένδικης μίσθωσης (Ιανουάριος 1999), ο ενάγων, εκτός από την εκμετάλλευση αγροτικών ακινήτων, ασκούσε και εμπορία βρώσιμων ελαιών, διατηρώντας για το σκοπό αυτό σχετική βιοτεχνία.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός θα μεταποιούσε τον ελαιόκαρπο που θα συνέλεγε από τα ως άνω ελαιόδενδρα, σε βρώσιμες ελιές και ότι θα μεταπωλούσε αυτές σε τρίτους. Ύστερα απ' αυτά, εάν δεν λάμβανε χώρα η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων εκμισθωτών (αφαίρεση της χρήσης και κάρπωσης των μισθίων αγροκτημάτων από τον ενάγοντα - μισθωτή) ο ενάγων θα κέρδιζε, κατά τη διάρκεια της ένδικης αγρομίσθωσης, ήτοι από τον Ιανουάριο του έτους 1999 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2002, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εκμετάλλευση των μισθίων αγροκτημάτων, ήτοι από την πώληση του ελαιοκάρπου που θα συνέλεγε από τα 500 ελαιόδεντρα αυτών, το ποσό των 4.500.000 δραχμών, καθαρά [(20.000 κιλά x 300 δρχ.)-1.500.000 δρχ).

Η ένσταση των εναγομένων ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην επαύξηση της ζημιάς του, κατά ποσοστό 95%, που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν στο παρόν δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθεί, προέχοντος, ως απαράδεκτη, διότι οι εναγόμενοι- εκκαλούντες δεν πρότειναν την ένσταση αυτή, προφορικά, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την αρχική δικάσιμο της 28-3-2000, οπότε ανεστάλη η πρόοδος της δίκης, κατ' αρθρ. 249 ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και κατά τη νέα συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 7-10-2005, αφού δεν έχει καταχωρηθεί η ένσταση αυτή στα υπ' αρ 3968/2000 και 225/2005".

Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9, ισχυριζόμενος ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενώ παράλληλα δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, καταλογίζει στην προσβαλλομένη ότι στο σκεπτικό της διαχωρίζει (χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τους αναιρεσιβλήτους) την απλή πώληση του ελαιοκάρπου, ως ακατέργαστου, από τη μεταποίηση του σε κατεργασμένες ελιές Καλαμών, απορρίπτει, ως δήθεν αναπόδεικτο, τον ισχυρισμό του "περί κατεργασίας του ελαιοκάρπου, σε ελιές Καλαμών και μεταπώληση τους επί κέρδει σε τρίτους" και δέχεται μόνον, αυθαίρετα και αναπόδεικτα, αλλά και χωρίς αίτημα των αναιρεσιβλήτων, τη συλλογή και μεταπώληση του ελαιοκάρπου, ως απλού, εκτιμά έτσι την αξία του σε 300 δρχ.

ανά κιλό, εκτιμά, επίσης αυθαίρετα και χωρίς αίτημα των αναιρεσιβλήτων το σύνολο του απλού ελαιοκάρπου που θα συνέλεγε αυτός σε 20.000 χιλιόγραμμα και αφαιρώντας το ποσό των 1.500.000 δρχ., που ο ενάγων θα κατέβαλλε στους εναγομένους, καταλήγει να επιδικάσει, ως διαφυγόν κέρδος του το ποσό των 4.500.000 δρχ. Ο λόγος αυτός, α)κατά το μέρος του που αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 8 β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι της μη λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς και απέρριψε μερικούς από αυτούς ως αναπόδεικτους, κατά τα προαναφερθέντα, δεχόμενο εν μέρει την αγωγής, β)κατά το μέρος του που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αρ. 8 α, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η άρνηση της αγωγής από πλευράς εναγομένων δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, γ)καθ' όσο μέρος δε καταλογίζει την παραβίαση της διάταξης του αρ. 9 του άρθρου 559 στην αναιρεσιβαλλομένη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, εκ του ότι το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 273/2011, 148/1991, 311/1985).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη μερικώς την αγωγή, απορρίπτοντας εν μέρει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ότι θα προετοίμαζε τις ελιές και θα τις μεταπωλούσε στο εμπόριο προς 900 δρχ.

κατά χιλιόγραμμο της, ο δε αντίθετος τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την απορριπτική λόγω αοριστίας διάταξη κονδυλίων της αγωγής για αγορά και τοποθέτηση σωλήνων ποτίσματος και, κατά δικονομική αναγκαιότητα, και εκείνη περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαια για τον προσδιορισμό τους, σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης για ορισμένα κεφάλαια αυτής.

Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (Κ.Πολ.Δ 183, 178 παρ. 1)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την 7256/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.-

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

- Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ