104/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 104 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2011
Legislator headnote
AI generated104/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 104 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2011
Full text
Απόφαση 104 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. (N. P.) του Α. και της Κ. Π. (το γένος Τ.), κατοίκου ... και 2. Β. (Κ.) συζ. Β. Δ. (K. D.) του Α. και της Κ. Π. (το γένος Τ.), κατοίκου ..., μοναδικών κληρονόμων της αποβιωσάσης Κ. χας Ι. Κ., το γένος Ν. Τ.. Ο μεν 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, η δε 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. θυγ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 2. Κ. θυγ. Χ. Κ., κατοίκου ομοίως, 3. Α. Χ. Κ. (D. K.), κατοίκου ... και 4. Ν. Χ. Κ., κατοίκου .... Η 1η, 2η και 4ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Οικονόμου, ενώ ο 3ος (Α. Κ.) εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου αποβιωσάσης Κ. χας Ι. Κ., το γένος Ν. Τ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/1998 μη οριστική, 12/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2002 μη οριστική, 73/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου, τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 1947, δυνάμει της 102629/26-2-1947 αποφάσεως του Υπουργού Ανοικοδομήσεως "περί συστάσεως Κτηματικής Ομάδος περιλαμβανούσης τα ακίνητα της καταστραφείσης Κωμοπόλεως των Καλαβρύτων", νόμιμα δημοσιευθείσας με τις μεταγενέστερες τροποποιητικές της υπουργικές αποφάσεις, συστάθηκε νομότυπα η σχετική Κτηματική Ομάδα και εν συνεχεία κατά το έτος 1949 η εκπροσωπούσα αυτήν Επιτροπή προέβη στην σύνταξη της από 20-10-1949 πράξης Ομαδικής Τακτοποιήσεως των ακινήτων της Κτηματικής Ομάδας Καλαβρύτων με τα συνοδεύοντα αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα. Ακολούθως, η εν λόγω Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την 420043/21-4-1950 απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδομήσεως "περί εφαρμογής της πράξεως ομαδικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων της καταστραφείσης κωμοπόλεως των Καλαβρύτων", καθώς επίσης τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.Δ/τος της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ" και την 20/12-9-1950 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Καλαβρύτων περί προσωρινού καθορισμού αποζημιώσεων λόγω της ομαδικής τακτοποιήσεως, προέβη στην έκδοση του 192/20-9-1950 παραχωρητηρίου υπέρ της αρχικώς ενάγουσας Κ. χήρας Α. Π., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου της οι μοναδικοί κληρονόμοι της- τέκνα της-και ήδη αναιρεσείοντες. Κατά το σαφές περιεχόμενο του εν λόγω παραχωρητηρίου και του συνοδεύοντος αυτό επεξηγηματικού υπομνήματος η ως άνω αρχική διάδικος φέρετο ως εικαζόμενος ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου με την επ' αυτού παλαιά οικία συνολικού εμβαδού 312 τ. μ., που βρισκόταν στο άκρο της κωμοπόλεως των Καλαβρύτων και απεικονιζόταν με το στοιχείο 18/43 στο υπό ημερομηνία 16-6-1950 νόμιμα εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως των Καλαβρύτων, με το οποίο προβλεπόταν επίσης η δημιουργία νέας περιμετρικής οδού προβλεπομένου πλάτους 10 μέτρων, καταλαμβάνουσας ένα τμήμα του ως άνω παλαιού ακινήτου της αρχικώς ενάγουσας. Ειδικότερα, από το επεξηγηματικό υπόμνημα του εν λόγω παραχωρητηρίου προκύπτει, ότι η ως άνω εδαφική έκταση, εμβαδού 312 τ.μ., μειώθηκε σε ποσοστό 20 % που αντιστοιχεί σε 64,90 τ.μ. ρυμοτομούμενα για την χάραξη της προβλεπόμενης στο από 16-6-1950 νόμιμα εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο περιμετρικής οδού, το δε εναπομείναν ιδανικό υπόλοιπο ανερχόταν σε 247,10 τ.μ. Με βάση τα δεδομένα αυτά η Επιτροπή που εκπροσωπούσε την κτηματική Ομάδα Καλαβρύτων, με τον ως άνω πρωτότυπο νόμιμο τίτλο παραχώρησε στην αρχικώς ενάγουσα ένα νέο γωνιαίο οικόπεδο στην ίδια ως άνω θέση και επί των διευρυνόμενων κατά το σχέδιο πόλεως οδών, το οποίο προέκυψε από την ομαδική τακτοποίηση ακινήτων της κωμοπόλεως των Καλαβρύτων και είχε εμβαδόν 329 τ.μ., ήτοι επιφάνεια 81,90 τ.μ. επιπλέον του εναπομείναντος μετά την ρυμοτόμηση παλαιού οικοπέδου της δικαιούχου (329-247,10=81,90), και βρισκόταν εντός του ΟΤ 1 έφερε δε τα στοιχεία 11/1, ενώ εν συνεχεία, αφού έλαβε υπόψη την 20/12-9-1950 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Καλαβρύτων, υποχρέωσε την αρχικώς ενάγουσα δικαιούχο να καταβάλει το ποσό των 414.000 δρχ. ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, λόγω των επελθουσών στην αξία του ακινήτου της εκ της ομαδικής τακτοποιήσεως μεταβολών. Πράγματι από την ακριβή αποτύπωση της τότε (1950) υφιστάμενης κατάστασης στο νόμιμα εγκεκριμένο από τον μήνα Ιούνιο του 1950 αρχικό πολεοδομικό σχέδιο της πόλεως των Καλαβρύτων σαφώς προκύπτει, ότι η παλαιά υπό στοιχείο 18/43 ιδιοκτησία της αρχικώς ενάγουσας βρισκόταν προς το άκρο της κωμοπόλεως των Καλαβρύτων και παραπλεύρως του διασχίζοντος την πόλη αυτή χειμάρρου, του επονομαζομένου "...", συνόρευε δε με τις ιδιοκτησίες υπ' αριθμούς 17/43, 15/43 και 13/43. Εξάλλου, καθ' όλο το μήκος του προσώπου της εν λόγω ιδιοκτησίας προς το νότο και ενδιαμέσως αυτής και της οριογραμμής του χειμάρρου "..." καταλειπόταν μια μικρή εδαφική λωρίδα που αποτελούσε προφανώς τον επιβεβαιωμένο κυρίως από τις μαρτυρικές καταθέσεις μικρό οφιοειδή χωματόδρομο, μονοπάτι, ο οποίος, διερχόμενος μεταξύ του ορίου του υπό στοιχεία 18/43 ακινήτου της ενάγουσας και της οριογραμμής του εν λόγω χειμάρρου, οδηγούσε σε μία βρύση, εξ' ου και το όνομα του εν λόγω μονοπατιού ήταν "δρόμος προς βρυσούλα". Παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω χείμαρρος "..." είχε οριοθετηθεί κατά την χαρτογράφηση του παλαιού σχεδίου της πόλης των Καλαβρύτων πριν το 1949, το οποίο όμως δεν προσκομίζεται, η δε απεικόνισή του στο σχέδιο πόλεως του 1950 δεν καταγράφει λεπτομερώς τις διαστάσεις του, και επομένως αυτές ενόψει και της μεταγενέστερης επιχωματώσεώς του, μόνο κατά προσέγγιση προκύπτουν τόσο από τις μαρτυρικές καταθέσεις όσο και από το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, από την σαφή απεικόνισή του στο εγκεκριμένο από 16-6-1950 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχικού πολεοδομικού σχεδίου της πόλης των Καλαβρύτων σε συνδυασμό με τις συναφείς μαρτυρικές καταθέσεις πλήρως αποδείχτηκε, ότι εξαιτίας του αρκετά μεγάλου εύρους της κοίτης του εν λόγω χειμάρρου, της σχεδόν συνεχούς και ελεύθερης ροής των μεγάλης ποσότητας υδάτων του, καθώς και εξαιτίας της μεγάλης κλίσης και σε ορισμένα σημεία του απόκρημνου των εκατέρωθεν εδαφικών εκτάσεων των όχθων του, προφανώς λόγω της ικανής ποσότητας των χειμερίων κυρίως υδάτων του, ο εν λόγω χείμαρρος ήταν απροσπέλαστος, εξ' ου και η ύπαρξη γεφυριού σε κάποιο σημείο του δρόμου προς βρυσούλα, οι δε όχθες του και σε όσα σημεία τους εμφάνιζαν μειωμένη κλίση, ήταν αδύνατο να καλλιεργηθούν από τους ιδιοκτήτες παρόχθιων κτημάτων συνεχώς και αδιαλείπτως, κυρίως λόγω των διαρκών φυσικών μεταβολών, στις οποίες ήταν εκτεθειμένη η κοίτη των ελευθέρως ρεόντων υδάτων του ανάλογα με την ποσότητα αυτών και την αντίστοιχη μερική και προσωρινή απόσυρση ή υπέρβαση του συνήθους εύρους του χειμάρρου, γεγονός που μπορούσε να δημιουργεί προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή και κυρίως στους παρόχθιους ιδιοκτήτες. Επιπλέον, από την ακριβή αποτύπωση στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολεοδομικού σχεδίου και των νοτίως του χειμάρρου κείμενων ιδιοκτησιών, πλήρως αποδεικνύεται ότι η περιγραφόμενη στο με επίκληση προσκομιζόμενο 39/20-10-1945 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου ιδιοκτησία των εναγομένων οριοθετείτε προς τον βορρά από το φρύδι του πρανούς του εν λόγω χειμάρρου, η οριογραμμή του οποίου αποτελεί και το σύνορο της εν λόγω ιδιοκτησίας, γεγονός που προσεπιβεβαιούται και από τον προαναφερθέντα νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας των εναγομένων στον οποίο σαφώς αναφέρεται ότι η λόγω δωρεάς αιτία θανάτου μεταβιβαζόμενη σ' αυτούς κατ' ισομοιρίαν κατεστραμμένη οικία με μία κατεστραμμένη επίσης χαμοκέλα και την εν γένει περιοχή της, συνορεύει γύρωθεν με δρόμο, με λαγκάδι και με οικία άλλων μη διαδίκων προσώπων. Με βάση το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και τις περί της τότε υφιστάμενης κατάστασης μαρτυρικές καταθέσεις, η συνιδιοκτησία των εναγομένων διαχωριζόταν από την ιδιοκτησία της αρχικώς ενάγουσας από τον προαναφερθέντα χείμαρρο και είχε πρόσοψη το προς τον νοτιά της ευρισκόμενο δρομίσκο, μία διακλάδωση του οποίου οδηγεί προς την υπό στοιχεία 19 και 20 αποτυπούμενη στο από τον Μάιο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα, του νόμιμα διορισθέντος πραγματογνώμονα Τ. Σ., βρύση. Η βρύση αυτή μαζί με την σημαινόμενη υπό στοιχεία 103, 104 και 105 χαμοκέλα, οι οποίες απεικονίζονται και στο πολεοδομικό σχέδιο του 1950, αποτέλεσαν τα σταθερά σημεία εκ των οποίων εξαρτήθηκε η ακριβής χαρτογραφική αποτύπωση της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης κατά το έτος (2000) διενεργείας της ως άνω πραγματογνωμοσύνης σε συνάρτηση με την απεικονιζόμενη στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχικού πολεοδομικού σχεδίου της πόλης των Καλαβρύτων υφιστάμενη κατά το έτος 1950 πραγματική κατάσταση στην ευρύτερη του επιδίκου ακίνητου περιοχή. Επιπρόσθετα, όμως, των ανωτέρω με βάση τα ως άνω πραγματικά δεδομένα, τα προκύπτοντα από την σύγκριση της εδαφικής μορφολογίας της γύρωθεν των ιδιοκτησιών των διαδίκων περιοχής στα δύο αυτά ακραία χρονικά σημεία (ήτοι 1950 και 2000), πλήρως αποδεικνύεται, ότι η προβλεπόμενη από το πολεοδομικό σχέδιο του έτους 1950 περιμετρική οδός συνολικού πλάτους 10 μέτρων με τα κράσπεδά της χαράχθηκε κατά τρόπον, ώστε να καταλαμβάνει όλο το νότιο τμήμα της παλαιάς ιδιοκτησίας της αρχικώς ενάγουσας, με το στοιχείο 18/43 απεικονιζομένης, μέχρι το όριό της με τον παλιό οφιοειδή χωματόδρομο, εν συνεχεία όλο το μονοπάτι αυτό, αλλά και πέραν αυτού μια μεγάλη εδαφική επιφάνεια από τα πρανή που είχε δημιουργήσει η ροή των υδάτων παραπλεύρως της κοίτης του χειμάρρου "...". Έτσι, με την προβλεπόμενη στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολεοδομικού σχεδίου της πόλης των Καλαβρύτων χάραξη της νέας περιμετρικής οδού καθίσταται σαφές, ότι η αναγκαίως δημιουργούμενη και συνεχόμενη της περιμετρικής οδού προς νοτιά της οικοδομική γραμμή, στο σημείο έναντι του με αριθμό 1 οικοδομικού τετραγώνου, εισερχόταν στα πρανή των όχθων του χειμάρρου "..." και μάλιστα καθόλο σχεδόν το πλάτος τους στο σημείο εκείνο, που σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις ανερχόταν σε 2,50 μ. έως 3 μ. περίπου, απεικονίζεται δε με σαφήνεια στο από το Μάιο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του νόμιμα διορισθέντος πραγματογνώμονα Τ. Σ. με τα σημεία 53, 54, 55, 56, 57, 58 και 59. Εξάλλου, από την ενδελεχή παρατήρηση του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, που αποτελεί ακριβή τοπογραφική αποτύπωση της ενεστώσας κατάστασης πραγμάτων, αλλά με απεικόνιση των παρελθόντων μορφολογικών στοιχείων της περιοχής, που προκύπτουν από την ταυτόχρονη, με ελάχιστες πιθανές αποκλίσεις και με σταθερά σημεία εξάρτησης, εφαρμογή του τοπογραφικού της πόλεως του έτους 1950, πλήρως αποδεικνύεται, ότι η νότια οριογραμμή της περιμετρικής οδού που συμπίπτει με την οικοδομική γραμμή και αποτυπώνεται με τα σημεία 57, 58 και 59 στο από το Μάιο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού πραγματογνώμονα, εισέρχεται στον επιχωματωθέντα ήδη χείμαρρο "..." και μάλιστα σε τόσο πλάτος που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 1/3 του συνολικού εύρους του εν λόγω χειμάρρου συνυπολογιζομένων και των πρανών των όχθων αυτού καθολοκληρία και μέχρι το φρύδι εκάστου πρανούς, όπως ήταν πριν από την διευθέτησή του κατά το έτος 1996 περίπου. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ενισχυόμενα και προσεπιβεβαιούμενα από το σύνολο εμμαρτύρων και εγγράφων αποδείξεων, η ακριβής θέση του επιδίκου ακινήτου συνολικού εμβαδού 250 τ. μ. περίπου, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής αλλά και στην .../31-10-2000 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς των νόμιμα υπεισελθόντων στη δικονομική θέση της αρχικώς ενάγουσας Κ. χήρας Ι. Κ., ευρισκομένου εκτός του σχεδίου της πόλεως των Καλαβρύτων στην θέση "..." (ή …) και συνορευομένου, σε πλευρά μήκους 30 μ. με την περιμετρική οδό του σχεδίου της πόλης, από το νότο σε πλευρά επίσης 30 μ. με το λαγκάδι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία των κληρονόμων Χ. Κ., από την ανατολή με δρόμο προς βρυσούλα και από τη δύση με ιδιοκτησία των κληρονόμων Χ., εντοπίζεται και εμπίπτει στην πέραν της νότιας οριογραμμής της περιμετρικής οδού ευρύτερη εδαφική έκταση, η οποία δημιουργήθηκε δι' επιχωματώσεως του χειμάρρου "..." κατά τα έτη 1992-1996 περίπου. Λαμβανομένης όμως υπόψη της προπεριγραφείσας μορφολογίας της εδαφικής περιοχής, στην οποία εντοπίζεται η θέση του επιδίκου ακινήτου κατά τη δεκαετία 1940-1950, οπότε και το εναρκτήριο χρονικό σημείο χρησιδεσποτείας της αρχικώς ενάγουσας Κ. χήρας Ι. Κ., και κυρίως του γεγονότος, ότι η υφιστάμενη ήδη από το έτος 1950 νότια οριογραμμή της περιμετρικής οδού, όπως αποτυπώνεται με τα σημεία 53, 54, 55, 56, 57,58 και 59 στο από το Μάιο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού πραγματογνώμονα, καλύπτει όλα τα πρανή με πλάτος 2,50 μ. έως 3 μ. περίπου της όχθης του χειμάρρου "..." από την πλευρά του επιδίκου και τελικώς εισέρχεται στον μεταγενεστέρως επιχωματωθέντα χείμαρρο "..." κατά ποσοστό τουλάχιστον 1/3 του συνολικού εύρους του, συνυπολογιζομένων και των πρανών των όχθων αυτού, καθίσταται σαφές ότι το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο, εκτεινόμενο πέραν της περιμετρικής οδού, η οποία σημειωτέον κατέλαβε όλα σχεδόν τα πρανή με τη νότια πλευρά της, εμπίπτει στην θέση όπου με ακρίβεια και σταθερά σημεία εξάρτησης ορίζεται στο από το Μάιο του 2000 τοπογραφικό ο άξονας της πιθανής ροής του χειμάρρου "..." πριν τη διευθέτηση του, όπου άλλωστε ο ως άνω μηχανικός πραγματογνώμων προσδιορίζει με όριο τον άξονα της ροής των υδάτων του χειμάρρου και με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 81,76 τ.μ. που προκύπτει μετά την σύγκριση των δύο τοπογραφικών, ήτοι του σχεδίου της πόλης των Καλαβρύτων του 1950 και της υφιστάμενης κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης κατάστασης. Ωστόσο, με βάση τα ως άνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία της τότε υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, είναι λογικά και νομικά αδύνατη η επικαλούμενη από την αρχικώς ενάγουσα διενέργεια και μάλιστα με διάνοια κυρίου διακατοχικών πράξεων νομής συνεχώς και αδιαλείπτως επί της ως άνω υπό στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 81,76 τ.μ., εφόσον αυτή εμπίπτει στην εδαφική περιοχή που τότε αποτελούσε την κοίτη του χειμάρρου "...", και τούτο ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού του εν λόγω χειμάρρου ως μη κοινοχρήστου πράγματος εκτός συναλλαγής και ως εκ τούτου μη εξαιρουμένου χρησικτησίας, λόγω της παροδικής και όχι αέναης ροής των ομβρίων κυρίως υδάτων και του χαρακτήρα αυτού ως μη πλεύσιμου ποταμού, και τούτο προεχόντως για το λόγο, ότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, η κοίτη του εν λόγω χειμάρρου ουδέποτε μέχρι το έτος 1996 που τελικώς επιχωματώθηκε είχε εγκαταλειφθεί οριστικώς, κατά τρόπον ώστε να είναι αντικειμενικά δυνατή η χρησιδεσποτεία της τόσο από την αρχικώς ενάγουσα όσο και από άλλους ιδιοκτήτες παρόχθιων κτημάτων ή άλλως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1072 του ΑΚ και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, να είναι νομικά δυνατή η μετά την οριστική επιχωμάτωσή της λόγω τεχνικών έργων προσκύρωση του εδάφους που καταλαμβανόταν από την κοίτη του χειμάρρου και εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα περί το έτος 1996 από τα τεχνικά έργα του Δήμου για την διευθέτηση του χειμάρρου αυτού, όπως ζητούνταν για τα πρανή και τις όχθες του εν λόγω χειμάρρου με αιτήσεις διαφόρων παρόχθιων ιδιοκτητών. Βέβαια, είναι σαφές και πράγματι αποδεικνυόμενο το γεγονός της κατά το έτος 1996 κατάληψης της ως άνω εδαφικής εκτάσεως και μέχρι της νότιας οριογραμμής της περιμετρικής οδού από τους νότια του χειμάρρου έχοντες παρόχθιο κτήμα, δυνάμει του …/20-10-1945 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου, εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι υπό το πρόσχημα της περίφραξης για προστασία της εν λόγω εδαφικής έκτασης αλλά και ευρύτερης περιοχής που προέκυψε από την επιχωμάτωση του χειμάρρου λόγω τεχνικών έργων του Δήμου, άρχισαν να διεκδικούν ίδια δικαιώματα κυριότητας και νομής επ' αυτής. Ανεξαρτήτως, όμως, του τυχόν παρανόμου και αυθαιρέτου των ως άνω ενεργειών των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, εφόσον δεν αποδείχτηκαν διακατοχικές πράξεις της αρχικώς ενάγουσας, συνιστάμενες στη δενδροφύτευσή του με καρυδιές και την συναφή με αυτές καλλιέργειά του, και μάλιστα με διάνοια κυρίας συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1940 έως την επικαλούμενη κατά το έτος 1996 αποβολή της, επί του ως άνω αποτυπωμένου στο τοπογραφικό του Μαΐου 2000 επιδίκου εδαφικού τμήματος εμβαδού 81,76 τ.μ., λαμβανομένου υπόψη ότι η βόρεια εκτεινόμενη του εν λόγω εδαφικού τμήματος περιοχή, καταληφθείσα με βάση το σχέδιο πόλεως του 1950 από την περιμετρική οδό της πόλης πλάτους 10 μέτρων, δεν διεκδικείται με βάση την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου στην υπό κρίση αγωγή, έστω και αν τμήμα αυτής αποτελούσε τα πλάτους 2,50 έως 3 μέτρων περίπου πρανή της όχθης του εν λόγω χειμάρρου "...", που καταλήφθηκαν από την ως άνω περιμετρική οδό, και όπου πράγματι, όπως αποδείχτηκε, η αρχική ενάγουσα είχε φυτεύσει τρεις καρυδιές οι οποίες αποκόπηκαν από τα τεχνικά συνεργεία του Δήμου Καλαβρύτων κατά την διάρκεια των εργασιών για την διευθέτηση του χειμάρρου, η υπό κρίση περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την επικαλούμενη από την αρχικώς ενάγουσα και τους νόμιμα υπεισελθόντες στη δικονομική θέση αυτής αναιρεσιβλήτους τροποποίηση του σχεδίου πόλεως του έτους 1987, δοθέντος ότι επί της από 17-5-1995 και με αριθμό πρωτ. 1128/17-5-1995 αιτήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ν. Π. του Α.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας και άλλων ιδιοκτητών (Σ. Χ. και Π. Λ.), διαμαρτυρόμενων για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως κατά το έτος 1987 και στο σημείο του ΟΤ 1, το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Καλαβρύτων με την 103/1995 απόφασή του δέχτηκε την αίτηση των προαναφερθέντων και αποφάσισε την διαδικασία τροποποίησης του σχεδίου πόλεως κατά τρόπον, ώστε να επανέλθει τούτο στο σχέδιο πόλεως του 1950, ενώ με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η μετατόπιση της περιμετρικής προς το λαγκάδι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμιμα εγκεκριμένο από την 16-6-1950 πολεοδομικό σχέδιο της πόλεως, και επομένως τα αντιθέτως ισχυριζόμενα περί μετατοπίσεως της περιμετρικής οδού της πόλεως, έτσι ώστε να προκύπτει μεταξύ χειμάρρου και του υπό στοιχεία 18/43 ακινήτου της αρχικής ενάγουσας υπόλοιπη εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας της επί των πρανών του εν λόγω χειμάρρου, καθώς επίσης περί της μη χαράξεως της περιμετρικής οδού επί του εδάφους, λόγω της μη συντάξεως πράξεως εφαρμογής της, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, εφόσον δεν προκύπτουν επακριβώς από στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και αλυσιτελώς προβαλλόμενα, αφενός μεν διότι σαφώς προκύπτει από το συνταχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του Μαΐου 2000 του ως άνω πραγματογνώμονα η πράγματι υφισταμένη κατάσταση, τόσο ως προς την προβλεπόμενη στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης του 1950 θέση και διαστάσεις της περιμετρικής οδού Καλαβρύτων, όσο και ως προς την με ακρίβεια αποτυπούμενη θέση και διαστάσεις του επιχωματωθέντος ήδη χειμάρρου "...", αφετέρου δε, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής αντικείμενο διεκδικήσεως αποτελεί εδαφική έκταση πέραν των ορίων της ως άνω περιμετρικής οδού του σχεδίου πόλεως του 1950". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε, ότι με βάση τα ως άνω αναφερόμενα στοιχεία της τότε υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, είναι λογικά και νομικά αδύνατη η επικαλούμενη από την αρχικώς ενάγουσα διενέργεια και μάλιστα με διάνοια κυρίου διακατοχικών πράξεων νομής συνεχώς και αδιαλείπτως επί της επίδικης εδαφικής έκτασης εμβαδού 81,76 τ.μ., εφόσον αυτή εμπίπτει στην εδαφική περιοχή που τότε αποτελούσε τη κοίτη του χειμάρρου "...", και έτσι δεν αποδείχτηκαν διακατοχικές πράξεις της αρχικής ενάγουσας, συνιστάμενες στη δενδροφύτευση του επιδίκου με καρυδιές και τη συναφή με αυτές καλλιέργειά του, και μάλιστα με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1940 έως την επικαλούμενη κατά το έτος 1996 αποβολή της. Ακολούθως το πιο πάνω Δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια. Με εκείνα, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ενόψει τούτων, οι πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες, ότι δεν έλαβε υπόψη τους στο αναιρετήριο διαλαμβανόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και ότι οι αιτιολογίες της εν λόγων απόφασης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές ως προς τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που στηρίζονται στους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2005 αίτηση των 1) Ν. Π. (N. P.) κ.λ.π. για αναίρεση της 73/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ