Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility and lack of substantive grounds regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific contractual solutions and improperly evaluated evidence, but the Court found these claims inadmissible or unfounded. The Court determined that the lower court had properly examined all evidence and documents, including those submitted by the opposing parties, and thus the appeal lacked any valid grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(11)(c), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if it attacks the substantive findings without referencing the specific evidence evaluation, and the lower court's assessment of evidence is not subject to review unless it constitutes a distortion of the case facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 104 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 104/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειουσών : 1) Χ1, 2) ....., ως κληρονόμου της αρχικής εφεσίβλητης και εναγομένης Χ2, μετά την αποποίηση της κληρονομίας της από τον υιό της ....., 3) ....., ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 6-10-2003 συζύγου της ....., συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 28-6-1981 αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου πατρός του Χ3 και επίσης κληρονόμου εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης μεταγενεστέρως την 14-5-1933 μητέρας της ....., συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου και αυτής του αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου συζύγου της Χ3, 4) ....., ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 6-10-2003 πατρός της ....., κληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 28-6-1981 αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου, πατρός του Χ3, 5) ....., ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 26-3-2004 συζύγου της και αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου ....., 6) Χ4, ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 21-3-2004 πατρός της, αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου ..... και 7) ....., ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την 21-3-2004 πατρός της και αρχικού εφεσιβλήτου και εναγομένου ....., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 12-12-2006 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : Α. Ψ4, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζηαποστόλου. ΚΑΙ Β. 1) Ψ1, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου της μητρός του, αρχικής παρεμβαινούσης Ψ3 και συγκληρονόμου του αποβιώσαντος μεταγενεστέρως πατρός του ....., επίσης συγκληρονόμου της αρχικής κυρίως παρεμβαινούσης συζύγου του Ψ3 και 2)Ψ2, συγκληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του ....., συγκληρονόμου της αρχικής κυρίως παρεμβαινούσης συζύγου του Ψ3, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-1979 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου Ψ4, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2814/1979 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 474/1981 μη οριστική, 346/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7 Απριλίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του υπό στοιχεία Α. αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
΄Οπως προκύπτει από τις με αριθμούς 8418δ΄/12.5.2004, 8422δ΄/13.5.2004 και 8420δ΄/12.5.2004 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της από 7.4.2004 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο της 9.1.2006, οπότε και αναβλήθηκε εκ του πινακίου η υπόθεση για τη σημειούμενη, στην αρχή της παρούσας (δικάσιμο), κατά την οποία και δεν απαιτείται νέα κλήτευση (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ΄, δ΄ ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, γνησία σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά την οποία ο τελευταίος, παρότι δεν μετέσχε στην κατάρτισή της, δικαιούται να απαιτήσει την παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα υπάρχει και όταν δεν εκφράστηκαν ρητώς οι συμβαλλόμενοι, συνάγεται, όμως, τούτο από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως, όπως στην περίπτωση κατά την οποία συνομολογήθηκε κυρίως προς το συμφέρον του τρίτου.
Τέτοια, όμως, δεν είναι η περίπτωση συμβάσεως μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου, με την οποία ο μεν τελευταίος αναλαμβάνει να ανεγείρει, με τη συμφωνηθείσα αντιπαροχή, οικοδομή στο οικόπεδο του πρώτου, ο δε οικοπεδούχος υπόσχεται, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του προς τον εργολάβο ή προς κάποιον τρίτο, τον οποίο θα υποδείξει ο εργολάβος, που μπορεί να είναι και αυτός που προσυμφώνησε με τον εργολάβο την αγορά διαμερίσματος της ανεγειρομένης οικοδομής.
Διότι από μόνη της φύση και τον σκοπό της εργολαβικής αυτής συμβάσεως δεν μπορεί να συναχθεί άμεσο δικαίωμα του τρίτου να απαιτήσει απευθείας από τον οικοπεδούχο την προς αυτόν μεταβίβαση του ποσοστού του οικοπέδου, που αναλογεί στο διαμέρισμα, το οποίο προσυμφώνησε με τον εργολάβο να αγοράσει (βλ. Ολομ.
Α.Π. 850/1982). Εξ άλλου, από τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., που θεσπίζουν ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, συνάγεται, ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, οφείλει να προσφύγει στις άνω διατάξεις για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, άλλως υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ.
Στην αυτή πλημμέλεια υποπίπτει το δικαστήριο της ουσίας, όταν, καίτοι δέχεται ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής, παρά ταύτα προσφεύγει στις άνω διατάξεις και ερμηνεύει την δικαιοπραξία, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 12-1-1979 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ4, με την οποία αυτός επικαλούμενος ότι είχε προσυμφωνήσει την αγορά διαμερίσματος από τον κατασκευαστή πολυκατοικίας, στον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα-εναγομένη και οι λοιποί εναγόμενοι, (οι οποίοι αποβιώσαντες κατά την διάρκεια της δίκης κληρονομήθηκαν από τις δεύτερη έως και έκτη αναιρεσείουσες που συνέχισαν τη δίκη) είχαν αναθέσει την ανέγερση της πολυκατοικίας αυτής με το σύστημα της αντιπαροχής και ο οποίος αργότερα κηρύχθηκε έκπτωτος της εργολαβίας, ζήτησε (ο ενάγων) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του μεταβιβάσουν κατά κυριότητα το ποσοστό επί του οικοπέδου τους, που αντιστοιχεί στο προαναφερθέν διαμέρισμα, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα, με την προσβαλλομένη απόφαση του:
Με το υπ' αριθμ. 13722/11-2-1972 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Γαρέζου, καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ του ..... αφ' ενός και των τριών πρώτων εναγομένων Χ1, Χ2 και Χ3, ως και της Χ4, η οποία, ως συνομολογείται, απεβίωσε στη συνέχεια και κληρονομήθηκε από τους εναγομένους αφετέρου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος ως εργολάβος οικοδομών ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με δικές του δαπάνες πολυόροφη οικοδομή επί οικοπέδου των λοιπών (οικοπεδούχων), κειμένου εις την πόλη της Θεσσαλονίκης (οδός ....) και αυτοί ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτόν ή σε τρίτα πρόσωπα, που θα τους υποδείκνυε αυτός, ως εργολαβική αμοιβή το 58% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου τους, με τις αντιστοιχούσες σε αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανεγερθησομένης οικοδομής.
Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το διαμέρισμα, που διαλαμβάνεται στην αγωγή. Με το 14938/4-10-1973 προσύμφωνο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου ο, ως άνω, εργολάβος προσυμφώνησε με τον ενάγοντα να πωλήσει και μεταβιβάσει σ' αυτόν, αντί τιμήματος 240.000 δραχμών το εις την αγωγή διαμέρισμα με το αναλογούν σ' αυτό ποσοστό επί του οικοπέδου 2%.
Οι αντισυμβαλλόμενοι στο αρχικό, ως άνω, συμβόλαιο και οικοπεδούχοι στη συνέχεια προέβησαν σε δήλωση, που διαλαμβάνεται στο 15070/30-11-1973 συμβολαιογραφικό έγγραφο του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, στην οποία, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονται, και τα εξής "..λαβόντες γνώσιν του περιεχομένου του άνω υπ' αριθμ. 14938/1973 προσυμφώνου εγκρίνουν την δι' αυτού λαβούσαν χώραν προσυμφωνίαν μεταβιβάσεως εις τον ήδη ενάγοντα του εν αυτώ περιγραφομένου διαμερίσματος, μετά του αντιστοιχούντος αυτώ εξ αδιαιρέτου ποσοστού οικοπέδου, διορίζουν δε συγχρόνως και αποκαθιστούν ειδικόν των πληρεξούσιον τον, ως άνω, (ενάγοντα) προς ον παρέχουν την εντολήν και πληρεξουσιότητα ίνα πωλήσει και μεταβιβάσει το άνω διαμέρισμα και το αντιστοιχούν αυτώ εξ αδιαιρέτου ποσοστόν οικοπέδου προς εαυτόν δι' αυτοσυμβάσεως του άρθρου 235 του ΑΚ......
υπό την απαιραίτητον προϋπόθεσιν ότι θα περιληφθούν εις το συνταγησόμενον συμβόλαιο της μεταβιβάσεως άπαντες οι όροι οι τεθειμένοι εις το άνω υπ' αριθμ. 13722/1972 εργολαβικόν συμβόλαιον...και υπό την προϋπόθεσιν ότι η σύνταξις και υπογραφή του συμβολαίου πωλήσεως θα λάβει χώραν μόνο μετά την πλήρη αποπεράτωσιν ολοκλήρου του εκ μπετόν-αρμέ σκελετού της οικοδομής...".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, διέγνωσε κενό και ασάφεια στην άνω δήλωση των οικοπεδούχων, περί εγκρίσεως του προσυμφώνου μεταξύ εργολάβου και ενάγοντος και παροχής στον τελευταίο της ανέκκλητης πληρεξουσιότητας, ως προς την τύχη των εκ του προσυμφώνου αξιώσεων του ενάγοντος ενόψει της επακολουθήσασας έκπτωσης του εργολάβου και γι' αυτό ερμήνευσε την άνω δήλωση σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και έκρινε, ότι από τη δήλωση αυτή των εναγομένω οικοπεδούχων προκύπτει α) ότι αυτοί παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να προτείνουν κατά του ενάγοντος τις ενστάσεις τους από την εργολαβική σύμβαση και από την υπαναχώρησή τους από αυτή και β) ότι αυτοί αναδέχθηκαν σωρευτικώς την υποχρέωση του εργολάβου προς μεταβίβαση του διαμερίσματος στον ενάγοντα.
Αυτά, προκύπτουν κατά την κρίση του Εφετείου, 1) εκ του ότι το προσύμφωνο μεταξύ ενάγοντος και εργολάβου ήταν έγκυρο και δεν χρειαζόταν καμία έγκριση, συναγομένου εντεύθεν ότι ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε αυτή ήταν η δέσμευση των εναγομένων προς καταχύρωση του ενάγοντος, με αποκλεισμό προβολής κατ' αυτού ενστάσεως από την εργολαβική σύμβαση, 2) εκ του ότι συγχρόνως παρασχέθηκε στον ενάγοντα και ειδική ανέκκλητη πληρεξουσιότητα προς αυτοσύμβαση, η οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα παρείχετο και 3) εκ του ότι η αυτοσύμβαση αυτή εξαρτήθηκε από τον όρο κατασκευής του εκ μπετόν αρμέ σκελετού της οικοδομής.
Κατόπιν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού απέρριψε την προσβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, κατά το προαναφερθέν αίτημα καταδίκης των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως ποσοστού οικοπέδου τους. Αντιθέτως το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την κυρία παρέμβαση που είχε ασκήσει στη δίκη η Ψ3, αποβιώσασα κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομοθείσα από τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβήτους, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη, με την οποία αυτή, επικαλουμένη προσύμφωνο αγοράς του διαμερίσματος της αγωγής από τη νέα εργολαβική εταιρεία, η οποία δυνάμει νέας συμβάσεως εργολαβίας με τους οικοπεδούχους, ανέλαβε να περατώσει την ημιτελή οικοδομή, ζήτησε να υποχρεωθούν οι οικοπεδούχοι να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα, κρίνοντας ότι η σύμβαση εργολαβίας για την αποπεράτωση της οικοδομής εάν είναι γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση και συνεπώς αυτή, ως προσυμφωνήσασα την αγορά, του διαμερίσματος από την εργολαβική εταιρεία, δεν δικαιούται να στραφεί κατά των οικοπεδούχων για την ικανοποίηση της αξιώσεώς της.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχθέν ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την επί των διατάξεων των άρθρων 166, 411 επ, 477 513 ΑΚ και 949 ΚΠολΔικ αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, και ειδικότερα α) δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 381 Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, ούτε υπήρχε έδαφος εφαρμογής της, αφού δεν έκρινε περί της αδυνάτου κατάστασης παροχής του εργολάβου προς τον ενάγοντα, αλλά περί του δικαιώματος του τελευταίου έναντι των οικοπεδούχων, εκ της συμβολαιογραφικώς διατυπωθείσης δηλώσεως των τελευταίων και β) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αφού έκρινε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμησή, του ότι η άνω δήλωση των οικοπεδούχων, διαλαμβανομένη στο υπ' αριθμ. 15070/30-11-1973 συμβολαιογραφικό έγγραφο, χρειαζόταν διευκρίνιση και ερμηνεία.
Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔικ, γιατί παραβίασε το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4/1976 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως διαιτητικό δικαστήριο και αναγνώρισε, ότι η μεταξύ οικοπεδούχων και εργολάβου σύμβασης εργολαβίας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 13722/11-2-1972 συμβολαίου, λύθηκε κατόπιν υπαναχωρήσεως των οικοπεδούχων, που ασκήθηκε με την από 15-7-1975 δήλωσή τους, είναι απαράδεκτος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση συνάγεται, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε, ούτε κατά πρόταση κάποιου διαδίκου, ούτε αυτεπαγγέλτως, τις προϋποθέσεις συνδρομής δεδικασμένου εκ της άνω διαιτητικής αποφάσεως, ώστε να κριθεί αν παρά το νόμο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε την ύπαρξη αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, ο αυτός λόγος αναιρέσεως εξεταζόμενος ως πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚπολΔικ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται, ότι πρότειναν σχετική ένσταση στο Εφετείο, το οποίο παρέλειψε να την ερευνήσει, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το δεδικασμένο εκ της άνω διαιτητικής αποφάσεως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αγωγή έγινε δεκτή, λόγω παραιτήσεως των οικοπεδούχων από το δικαίωμα τους να προτείνουν ενστάσεις από την εργολαβική σύμβαση και από την υπαναχώρηση, κατά του ενάγοντος και λόγω αναδοχής σωρευτικής από αυτούς της υποχρεώσεως του εργολάβου προς μεταβίβαση του διαμερίσματος στον ενάγοντα.
Η διαπίστωση ύπαρξης κενού στη σύμβαση και το συμπέρασμα που καταλήγει το δικαστήριο της ουσίας, ερμηνεύοντας, συνεπεία τούτου, τη σύμβαση, κατά τις αρχές που προκύπτουν από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, που πρέπει να προταθούν από το διάδικο.
Συνεπώς, το Εφετείο, που, ερμηνεύοντας την άνω δήλωση των οικοπεδούχων, έκρινε, ότι αυτοί παραιτήθηκαν των ενστάσεων, που μπορούσαν να προτείνουν κατά του ενάγοντος από την εργολαβική σύμβαση και από την υπαναχώρηση και ότι αναδέχθηκαν σωρευτικώς την υποχρέωση του εργολάβου προς μεταβίβαση του διαμερίσματος στον ενάγοντα, χωρίς αυτά να έχουν προταθεί από τον τελευταίο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ο δε τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απαράδεκτος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν, τη λύση της εργολαβικής συμβάσεως, την κατάργηση εντεύθεν των δικαιωμάτων του ενάγοντος και την δυνατότητα αυτού να στραφεί κατά του πτωχεύσαντος εργολάβου, είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους απέρριψε.
Οι άνω παραδοχές του Εφετείου είναι επαρκείς και στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, χωρίς, όμως, οι αιτιάσεις να αναφέρονται στις άνω ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως και το σαφές αποδεικτικό πόρισμα που διαλαμβάνεται σ' αυτήν, αλλά, αντιθέτως, αυτές αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος.
Το Εφετείο, για να σχηματίσει το άνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, μεταξύ άλλων, αποδεικτικών στοιχείων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, όπου διαλαμβάνονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την διεξαχθείσα συντηρητικώς απόδειξη, την οποία επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Από την προσβαλλομένη απόφαση συνάγεται, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτίμησε ανελέγκτως και όλα τα αποδεικτικά μέσα -έγγραφα κατά τα άρθρα 339, 432 επ. ΚΠολΔικ και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, υπό τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, καθώς και αιτιάσεις παραμορφώσεως διαδικαστικών εγγράφων, που δεν εμπίπτουν στον αναιρετικό αυτό λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται, ότι απορρίφθηκε η από 22-10-1980 κυρία παρέμβαση, που είχε ασκήσει στη δίκη η Ψ3, την οποία, αποβιώσασα κατά τη διάρκεια της δίκης, διαδέχθηκαν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, που συνέχισαν τη δίκη.
Συνεπώς, έναντι των τελευταίων, οι εναγόμενοι δεν ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει, στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει τούτου, η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Ψ1, και Ψ2 είναι απαράδεκτη. Κατόπιν όλων αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.4.2004 αίτηση των ..... κ.λ.π. για αναίρεση της 346/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ