104/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated104/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Full text
Απόφαση 104 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 104/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Β., 2) Σ. Γ. και 3) Γ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Απριλίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1626/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 8205/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 2 Ιουνίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος-Φιλητάς Περίδης ανέγνωσε την από 22 Οκτωβρίου 2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Σταυρουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.2 ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και 1) τις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμως όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές διαφορές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στα ίδια δικαστήρια υπάγονται και οι διαφορές από παρανομία των οργάνων του Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) όταν η παρανομία συντελέστηκε μέσα στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών ή έχει ως υπόβαθρο τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που συνδέει το νομικό πρόσωπο με τον εργαζόμενο που ζημιώθηκε (Ολ.ΑΠ 7/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον ΗΛΠΑΠ μετετάγησαν χωρίς αίτησή τους στην υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπου το αναιρεσείον τους μισθοδότησε παράνομα και καταχρηστικά με μειωμένες αποδοχές σε σχέση με αυτές που λάμβαναν στον ΗΛΠΑΠ.
Ζήτησαν δε με την αγωγή τους την καταβολή των αναφερόμενων μισθολογικών διαφορών του ένδικου χρονικού διαστήματος, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς τους. Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισάγει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση, από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.4 ΚΠολΔικ με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ως "πράγματα" των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης προβολής τους, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναφερόμενη πλημμέλεια, αφού έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους - εκκαλούντες και συγκεκριμένα την απορριφθείσα με την πρωτόδικη απόφαση και μη προσβληθείσα από αυτούς με λόγο έφεση, βάση της αγωγής τους, για μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής τους σχέσης, συνιστάμενη στη μείωση των αποδοχών τους.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης τους, οι αναιρεσίβλητοι με το δεύτερο λόγο της πλήττουν την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού τους για βλαπτική μεταβολή των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης με την, περί του αντιθέτου, αιτίαση, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ.1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογικού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο (κατά το β' μέρος του) τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 7 ν. 2112/1920, 361, 648, 281, 57, 59 ΑΚ και 105, 106 ΕισΝΑΚ απ' ευθείας και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή όχι εφαρμογή τους, όσον αφορά την επικαλούμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης των αναιρεσιβλήτων και τη συνέπεια αυτής μείωση των αποδοχών αυτών και προσβολή της προσωπικότητάς τους. Όμως στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και η άποψή του για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει τη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε. Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, είναι αόριστοι και απορριπτέοι οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και, κατ' άρθρο 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. Αυτά, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με την 134.423/8.12.1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, είναι οριστέα στο προσδιοριζόμενο στο διατακτικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2003 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 8205/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ