Legislator Case Law & Legislation
1049/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling second-instance court did not exceed discretion or violate proportionality.

Case Number 1049/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance court's final decision regarding tort damages. The lower court awarded 4,500 euros to one plaintiff and 1,500 euros to another for moral harm caused by the appellant's unlawful conduct. The court found the second-instance judgment did not exceed its discretionary limits or violate the principle of proportionality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a second-instance court's determination of tort damages does not constitute an error of law if it remains within the bounds of judicial discretion and adheres to the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
tort damages moral harm judicial discretion proportionality principle appeal admissibility civil procedure discretionary limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1049/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σκαρλάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) I. (Η.) T. (Τ.) του Δ., 2) Γ. Μ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μικροπανδρεμένο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4117/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15357/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 5620/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 17-9-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 15357/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 5620/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς τη διάταξή της περί επιδίκασης σε βάρος του εναγομένου-εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος, δικαστικών εξόδων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε η από 5-5-2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 4117/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 10-12-2007 αγωγή τους κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την τελευταία και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εκ νέου την αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της σε βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα και όταν με αυτόν υποβάλλεται παράπονο για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 248/2019, 7811/2017, 25/2003).

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε τούτο υπόψη του το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ανέφεραν την δήθεν τελεσθείσα σε βάρος τους απ' αυτόν αδικοπραξία κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περισστατικά, όταν αυτοί κλήθηκαν στην αστυνομία κατά τη διατύπωση απ' αυτόν παραπόνων σε βάρος τους, αλλά το πρώτο αναφέρθηκε απ' αυτούς η αδικοπραξία του εναγομένου με την κατάθεση της από 13-9-2007 έγκλησής τους εναντίον του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα ως άνω δεν συνιστούν πράγμα κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, αλλά αποτελούν πραγματικό επιχείρημα του εναγομένου σχετικά με την ιστορική βάση της επίδικης αγωγής.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Εξ άλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά άρθρο 561 παρ. 2 παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : Οι εκκαλούντες, από το έτος 1993 κατοικούσαν στην περιοχή της ... και επί της οδού .... Ο Χ. Κ. είναι, επίσης, κάτοικος ... και η οικία του βρίσκεται απέναντι από την οικία των εναγόντων, ενώ στο μεσοδιάστημα παρεμβάλλεται δημόσιος δρόμος.

Οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, διότι από το έτος 1993 δημιουργούντο μεταξύ τους επανειλημμένα επεισόδια κυρίως, λόγω του θορύβου και της φασαρίας που δημιουργούσαν τα παιδιά της γειτονιάς μεταξύ των οποίων και ανήλικος, εννεατής τότε, ενάγων - εκκαλών. Στις 17-6-2007 και περί ώρα 18,00 και ενώ ο Χ.

Κ. βρισκόταν στην ταράτσα της οικίας του, άρχισε απρόκλητα να εκσφενδονίζει πέτρες προς το μέρος του ανηλίκου (ηλικίας τότε 9 ετών) Γ. Μ. του Η., ο οποίος έπαιζε μαζί με άλλα παιδιά στο πεζοδρόμιο, έμπροσθεν της οικίας στην οποία διαμένει, επιχειρώντας να τον κτυπήσει. Η πράξη του αυτή από τον τρόπο που επιχείρησε να την τέλέσει, δηλαδή με τη ρίψη πετρών από ύψος, οι οποίες ήταν δυνατόν να πετύχουν τον ανήλικο σε κάποια από τα ευπαθή σημεία του σώματός του (κεφάλι, πρόσωπο) εάν ολοκληρωνόταν, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του ανηλίκου ή βαριά σωματική βλάβη, ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξαρτήτους της βουλήσεως του ανωτέρω και τούτο, διότι αφενός μεν καμία από τις πέτρες που έριχνε δεν πέτυχε τον ανήλικο, αφετέρου επειδή η μητέρα του τελευταίου επενέβη άμεσα και άρπαξε τον ανήλικο γιο της απομακρύνοντάς τον από το πεδίο βολής του εναγόμενου.

Η παραπάνω πράξη του Χ. Κ. ήταν παράνομη και υπαίτια, διότι ο εναγόμενος ενήργησε με πρόθεση και γνωρίζοντας τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα μπορούσε να επιφέρει δηλ. ότι θα μπορούσε να προκόψει κίνδυνος για τη ζωή του τέκνου ή βαριά σωματική του βλάβη. Αποτελεί δε προσβολή του προστατευόμενου αγαθού της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας του τέκνου που συνιστούν στοιχεία της προσωπικότητας αυτού.

Ακολούθησε φραστικό επεισόδιο μεταξύ της ενάγουσας και εκκαλούσας μητέρας του ανήλικου τότε, εκκαλούντα και ο εναγόμενος εφεσίβλητος, Χ. Κ., κατά τη διάρκεια του ανωτέρω περιστατικού εξύβρισε τον ανήλικο και επιδεικνύοντας ρατσιστική διάθεση, εκφράστηκε με τρόπο μειωτικό και απαξιωτικό για την εθνική καταγωγή τόσο αυτού, όσο και της μητέρας του με τις εξής φράσεις ; "Αλβανέ με τη μάνα σου την Αλβανίδα, να φύγετε στην Αλβανία γιατί σας έχουμε εδώ να φύγετε όλοι από εδώ και συ και τα κοπρόσκυλά σου" (εννοώντας το ανήλικο τέκνο της).

Προσέβαλε με τον τρόπο αυτό την τιμή και τη υπόληψη τόσο του ανηλίκου, όσο και της ενάγουσας και εκκαλούσας, μητέρας του με την καταφρονητική συμπεριφορά του ενώπιον του πλήθους των παρευρισκομένων που παρακολουθούσαν το περιστατικό και δημιούργησε απαξιωτική εικόνα γι' αυτούς στον κοινωνικό περίγυρο (της γειτονιάς).

Οι προαναφερόμενες πράξεις του εναγόμενου είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ο τότε ανήλικος διαταραχή οξέος στρες, καθόσον η ανάκληση του επεισοδίου του προκαλούσε δυσφορία, προσπαθούσε να αποφύγει το χώρο, τα άτομα (συνομηλίκους, γείτονες) και τις δραστηριότητες (παιχνίδι) που σχετίζονται με αυτό, το αποσπούσε από τις καθημερινές του συνήθειες και επιδρούσε αρνητικά στη διάθεσή του με αποτέλεσμα να περιορίζεται στο σπίτι, όπιος προκύπτει και από την από 20-7-2007 παιδοψυχιατρική έκθεση της Παιδοψυχίάτρου Σ.

Κ.. Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης σε βάρος του εφεσίβλητου, Χ. Κ. του Φ. την από 13-9-2007 και με στοιχεία Β.Μ Β2007 Εγχ/1716, ΒΩρ Β2007 έγκληση. Ο τελευταίος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τα αδικήματα της απόπειρας- επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της εξύβρισης κατά συρροή και της απειλής κατά συρροή και στις 22-2- 2013 καταδικάστηκε για το αδίκημα της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών που ανεστάλη επί τριετία, ενώ έπαυσε υφ' όρο την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου για τις πράξεις της εξύβρισης κατά συρροή και τ απειλής κατά συρροή όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 4220/2013 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο Χ. Κ. και, κατά τη δικάσιμο της 27-11 -2014 του επιβλήθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η ίδια ποινή, φυλάκιση έξι (6) μηνών που ανέσταλη επί τριετία, όπως υποδεικνύεται από προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμ. 3149/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη (όπως προκύπτει από την από 8-4-2015 βεβαίωση της Γραμματείας του Δικαστηρίου στο τέλος της προσκομιζόμενης απόφασης).

Από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά του Χ. Κ. υπέστησαν ηθική βλάβη τόσο ο Γ. Μ. του Η., όσο και η Ι. (Η.) Τ. (Τ.) του Δ. ατομικά, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, η ανηλικότητα του ενάγοντα και νυν εναγόμενου, ο βαθμός της υπαιτιότητας του εναγόμενου εφεσίβλητου, η ψυχική ταλαιπωρία που δοκίμασαν οι ανωτέρω και η οικονομική και κοινωνική θέση και κατάσταση των μερών, να επιδικαστεί το ποσόν των (4.530 ευρώ-30 ευρώ που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγοι ηθικής βλάβης από το ποινικό Δικαστήριο) 4.500 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και εκκαλούντα και το ποσό των (1.530 ευρώ-30 ευρώ) 1.500 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα και εκκαλούσα".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 5-5-2017 έφεση των εναγόντων και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4117/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τους ενάγοντες στα πιο πάνω ποσά δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης καθενός των εναγόντων στα ως άνω ποσά λόγω της σε βάρος τους αδικοπραξίας αυτού είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς κρίση, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναρεσείοντος λόγω της ήττας του κατά τα άρθρα 106, 176, 183, 191παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2020 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15357/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 5620/2020 απόφασή του.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ