Supreme Court dismisses appeal against default judgment in consumer credit dispute regarding usury and fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's default judgment in a consumer credit dispute. The appellant argued that the bank committed fraud by granting loans despite his inability to repay, but the court held that mere financial overextension without specific intent to conceal assets does not constitute fraud. Furthermore, the court ruled that the appellate court improperly infringed upon the First Instance Court's substantive findings regarding the debtor's conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 8 para. 6 of Law 3869/2010: An appeal is dismissed when the appellant fails to prove fraud or specific intent to conceal assets, and when the appellate court infringes upon the substantive findings of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1049 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1049/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Γ. Χ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τασία Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την 4104/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και το δ.τ. «PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Ειδικού Εκκαθαριστή της εταιρείας με την επωνυμία «SFS Hellas Finance Consumer Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων Υπό Ειδική Εκκαθάριση» και
6) εταιρείας με την επωνυμία «ΠΛΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ» και το δ.τ. «ΠΛΑΤΩΝ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20.12.2020 δήλωση, καθώς και στις από 08.01.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.09.2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις της ήδη 6ης των αναιρεσιβλήτων και της εταιρείας με την επωνυμία «ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ», μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2012 και 295/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11860/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 01.04.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμούς: α) .../12-7-2019, β) .../11-7-2019, γ) .../5-7-2019 και .../10-10-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Παναγιώτη Κοτσανίδη, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 01.04.2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 2η, 3η, 5η και 6ο κατά σειρά αναιρεσίβλητους, καλούμενους να παραστούν κατά τη συζήτηση, στις 22.05.2020, κατά την οποία όμως, η συζήτηση αναβλήθηκε (οίκοθεν), για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (08.01.2021). Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' Κ ΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ) αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήση τους. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Η κρινόμενη από 01.04.2019 (με αριθμό ειδ. κατάθεσης 38/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 11860/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 295/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων δεν κατέθεσε το προβλεπόμενο από την παρ.3 του άρθρου 495 παράβολο, διότι με την υπ’ αριθμ. 4104/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του έχει αναγνωρισθεί το ευεργέτημα πενίας, κατ' άρθρο 199 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ «Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου».
Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης όπως και αυτού από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και μοναδικό αναιρετικό λόγο με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚπολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι με το να κρίνει, εσφαλμένα:
(1) ότι αυτός δολίως έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που απαγορεύει την υπαγωγή στις διατάξεις του των οφειλετών, οι οποίοι περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμών και
(2) ότι οι πιστώτριες ήδη αναιρεσίβλητες, δεν απέδειξαν, αν και είχαν το βάρος αποδείξεως ότι αυτός περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης όλες οι αναγκαίες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση τις οποίες το ως άνω Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής της ένστασης δόλιας περιέλευσης του ήδη αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν παραβίαση ευθέως της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3869/2010, αλλά αναφέρεται μόνον το αποδεικτικό πόρισμα αυτής.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης αιτίαση, με την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειας, σύμφωνα με την οποία ο προβληθείς από την πρώτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμός , σύμφωνα με τον οποίο «δολίως έχω περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών μου, αφού γνώριζα, κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεών μου, ότι αδυνατώ να τις εκπληρώσω με βάση τις οικονομικές μου δυνάμεις, ενώ εξακολουθούσα να κάνω χρήση των χορηγούμενων τραπεζικών προϊόντων, για να εξασφαλίσω επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που μου επέτρεπε το εισόδημά μου» δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση δόλου στο πρόσωπο του, επειδή, όπως διατείνεται, «Μόνη η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλέτη ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, διά του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του, ενέργειες, όμως, που στην προκειμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται», δεν είναι νομικά βάσιμος, καθόσον το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει και όταν ο οφειλέτης προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (ΑΠ 153/2017).
Παρεκτός και επιπλέον του ότι, με τα όσα, κατά τα λοιπά, αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
[IV] Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 11860/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν.3869/2010, κατά το οποίο «Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019), ενώ τέλος, δεν περιλαμβάνεται διάταξη για παράβολο, αφού δεν έχει καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα, λόγω του ευεργετήματος πενίας, που του έχει αναγνωρισθεί, κατά τα προαναφερόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.04.2019 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 38/2019 αίτηση τoυ Γ. Χ. του Δ. για αναίρεση της με αριθμό 11860/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης
αποχωρησάσης από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2021.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ