Legislator Case Law & Legislation
1049/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor contract classification, remanding for holiday allowance claims.

Case Number 1049/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially overturned the lower court's decision regarding the classification of a labor contract between a local authority and an employee. The court found the lower court erred in applying unjust enrichment laws and mischaracterized the employment relationship, ruling that the contract was actually a regular employment agreement rather than an apprenticeship. Consequently, the case was remanded for the lower court to recalculate holiday and leave allowances based on the correct legal characterization of the employment relationship.

Legislator headnote

AI generated

Art. 904 A.C.; Art. 559 para. 1 C.Pol.D.: The Supreme Court held that a lower court erred in applying unjust enrichment provisions to an invalid employment contract and misclassified the relationship as an apprenticeship when it was actually a regular employment contract, necessitating a remand for proper calculation of statutory allowances.

Keywords

AI generated
labor contract classification unjust enrichment application apprenticeship vs employment holiday allowances calculation remand for retrial local authority employment statutory leave benefits

Cited Legislation

AI generated
Art. 103 para. 8 of the Constitution
Art. 21 of Law 2190/1994
Art. 11 para. 1 of Presidential Decree 164/2004
Art. 904 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1049/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Βογιατζή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../3-5-2011.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3115/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ’ εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/ 1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). 2.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, την 1-2-2008, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) κατήρτισε με τον πρώτο εναγόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (στο εξής: ΟΤΑ) με την επωνυμία "..." και το τρίτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στους ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού, στο οποίο οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν με την ιδιότητα του υπευθύνου φορέα και του φορέα υλοποίησης του προγράμματος, αντίστοιχα.

Ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα, για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, με έναρξη την 12-2-2008 και λήξη την 12-8-2009, στο Τμήμα Προσόδων και Δημοτικής Περιουσίας της Διεύθυνσης Δημοτικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του, η δε ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, τόσο στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.

Ότι το ωράριο συμφωνήθηκε να μην υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, όχι όμως πλέον των είκοσι δύο (22) ημερών ανά μήνα, ενώ η ημερήσια αποζημίωση της ενάγουσας καθορίστηκε στο ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ, δυνάμει της 2041/30/26-6-2007 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕΔ, με την οποία ανέλαβε τη χρηματοδότηση του προγράμματος και συνακόλουθα την υποχρέωση καταβολής του ανωτέρω ποσού στην ενάγουσα.

Ότι η τελευταία, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος συμφωνητικού συνεργασίας, την 12-2-2008, τοποθετήθηκε στην προαναφερόμενη υπηρεσία του πρώτου εναγομένου και παρά την προβλεπόμενη από το συμφωνητικό αυτοδίκαιη λήξη του προγράμματος την 12-8-2009, αυτό, με την .../19-5-2009 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕΔ, παρατάθηκε για δώδεκα (12) ακόμη μήνες.

Ότι την 1-4-2010 η ενάγουσα τοποθετήθηκε, κατόπιν σχετικής αίτησής της, στον δεύτερο εναγόμενο ΟΤΑ με την επωνυμία "...", στο Τμήμα Εσόδων της Διεύθυνσης Δημοτικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, στο οποίο και παρέμεινε μέχρι την 3-9-2010, οπότε ο ανωτέρω Δήμος έπαυσε να την απασχολεί. Ότι, παρά τον αναγραφόμενο στο από 1-2-2008 συμφωνητικό σκοπό κατάρτισής του, ο οποίος συνίστατο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, απόφοιτος ενιαίου Λυκείου, με γνώσεις αγγλικής γλώσσας και χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, απασχολήθηκε σε αμφοτέρους τους Δήμους, όχι ως μαθητευόμενη, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι αυτών, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της, υπαγόμενη και στον έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης από μέρους της στις οδηγίες και εντολές τους.

Ότι, συγκεκριμένα, κατά το διάστημα των τριάντα (30) μηνών της απασχόλησής της, μετέβαινε καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, αρχικά στο δημαρχιακό κατάστημα το ... και από 1-4-2010 στο δημαρχιακό κατάστημα του ... και ασκούσε, με την ειδικότητα υπαλλήλου "ΔΕ διοικητικού", τα ανατιθέμενα καθήκοντά της. Ότι η ημερήσια απασχόλησή της ήταν από ώρα 08.00’ έως 15.00’ , που αποτελεί και το νόμιμο ωράριο των δημοτικών υπαλλήλων, τα δε καθήκοντά της συνίσταντο στη χορήγηση πιστοποιητικών ΔΕΗ και βεβαιώσεων ΤΑΠ, στην ενημέρωση αρχείων πιστοποιητικών ΔΕΗ και βεβαιώσεων ΤΑΠ, στην έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων, στον έλεγχο δικαιολογητικών για έκδοση αδειών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και απόδοσης τέλους 0,5% των καταστημάτων αυτών και στη χορήγηση βεβαιώσεων τελών ύδρευσης.

Ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η "άσκησή της", καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτήν, αρχικά με τον πρώτο εναγόμενο και ακολούθως με τον δεύτερο, είχε τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.

Ότι η επίμαχη σύμβαση, έστω και εάν επιγραφόταν ως μαθητείας, λειτούργησε στην πραγματικότητα ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και η ενάγουσα να δικαιούται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκε στους εναγομένους Δήμους, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που αυτοί θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν η ενάγουσα γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων της ενάγουσας έναντι του πρώτου εναγομένου (ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση), που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 12-2-2008 έως 16-5-2009, οι οποίες είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται και επί των ΟΤΑ, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 17-5-2009 έως 31-3-2010 δικαιούται, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του πρώτου εναγομένου και αυτών που έλαβε η ενάγουσα και ευθέως από τις διατάξεις των νόμων που τα προβλέπουν επιδόματα εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 6.216 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 3115/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, μόνο κατά το μέρος που αφορά την τρίτη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής κατά τη βάση αυτή, σε σχέση με τον πρώτο εναγόμενο ... (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), τη δέχθηκε εν μέρει ως προς αυτόν και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό των 6.216 ευρώ, µε το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής. 3.

Με την κρίση αυτή και με την επιδίκαση στην ενάγουσα διαφορών αποδοχών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το Εφετείο παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω (αρ.1), ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως την ενάγουσα και αφετέρου τις διατάξεις που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη και ήσαν εφαρμοστέες, με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος λόγος της αίτησης, αληθώς μόνο από το άρθρο 559 αρ.1 (και όχι τον αρ.8) ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με τον πρώτο εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, έστω και αν επιγραφόταν ως μαθητείας, στην πραγματικότητα λειτούργησε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης από σύμβαση μαθητείας σε απλή εργασιακή σχέση, είναι αβάσιμος. 4.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον πρώτο εναγόμενο ..., μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 17-5-2009 έως 31-3-2010 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις της ενάγουσας για καταβολή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του χρονικού διαστήματος της απασχόλησής της στην υπηρεσία του πρώτου εναγομένου από 17-5-2009 έως 31-3-2010, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο εναγόμενο ..., μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ