1049/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1049/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Full text
Απόφαση 1049 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1049/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα - Μαρία Νταϊλάκη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ’ αριθμ. 102/2015 Πράξη της Προέδρου του Πρωτοδικείου Δράμας, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό ειδικής εκκαθάρισης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ως ειδικής διαδόχου της ... Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...
LTD", που εδρεύει στη ..., η οποία κατέστη ειδική διάδοχος των έννομων σχέσεων που απορρέουν από τις ... συμβάσεις, που μεταβιβάστηκαν στην "... ΑΕ" από την "... LTD", όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και β) ως καθολικής διαδόχου της "... BANK ΑΕ", λόγω συγχώνευσης δι’ απορροφήσεως, 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ... κατάστημα Ελλάδος, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ανδρίτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 4η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου κύρια παρέμβαση της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με ημερ. καταθ. 25-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 23-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-6-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 77/2015 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-6-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ’ αρ. 77/2015 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Ν. 3869/2010), ερήμην των και σήμερα απολειπομένων 2ης, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, που δικάστηκαν ερήμην. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 12/2011 πρβλ.
επίσης ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος και αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ... ΑΕ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ και ... (2η, 6η και 7η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητες), οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2 και 3 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 3-2-2015 ενώπιον του Εφετείου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε, πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 2η, 6η και 7η των αναιρεσιβλήτων, (κατ’ ορθή αρίθμηση για τις δύο τελευταίες τούτων, αντί του εσφαλμένου 5η και 6η αναιρεσίβλητες) η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ’ άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τον εισαγωγικό φάκελο της δικογραφίας, από το αναιρετήριο και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η κρινόμενη από 25-6-2015 αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 1-4-2015, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, με αριθμό πινακίου 1, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο κατ’ άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 2η, 4η, 6η και 7η αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, (...), αλλά παραστάθηκαν νόμιμα και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η 1η, 3η και 5η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση του πινακίου της αρχικής δικασίμου (1-4-2016) προκύπτει ότι οι ως άνω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες τράπεζες (2η, 4η, 6η και 7η) δεν είχαν επίσης παρασταθεί τότε, διότι εάν είχαν παρασταθεί και δεν είχαν εναντιωθεί στην αναβολή από το πινάκιο, για τη σημερινή δικάσιμο, τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής τους θα είχε καλυφθεί.
Επίσης, δεν αποδεικνύεται, ότι είχαν κλητευθεί για να παραστούν στην αρχική δικάσιμο, οπότε, δεν θα απαιτείτο νέα κλήτευσή τους για τη σημερινή δικάσιμο, εφόσον η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση νόμιμης κλήτευσης. Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη σημερινή δικάσιμο, ούτε ότι κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι ως άνω απολειπόμενες σήμερα τραπεζικές εταιρείες έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ανακύπτει ζήτημα κατά πόσον μπορεί να χωριστεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτησή της ως προς τους παρισταμένους λοιπούς διαδίκους. Είναι δεδομένο ότι από τη στιγμή που στην αίτηση του οφειλέτη για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του με τον Ν. 3869/2010 αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, η μη επίδοση της αίτησης και συνακόλουθα και της αναίρεσης σε κάποιον ή σε κάποιους πιστωτές εμποδίζει την περαιτέρω διαδικασία και ως προς τους πιστωτές εκείνους, για τους οποίους έχει χωρήσει κανονικά η επίδοση.
Και τούτο, διότι ο οφειλέτης επιθυμεί την έναντι όλων των πιστωτών του ρύθμιση των χρεών του και την απαλλαγή του από αυτά. Άλλωστε το Δικαστήριο, σε περίπτωση ρύθμισης, θα ορίσει καταβολές σε όλους τους πιστωτές και όχι σε ορισμένους από αυτούς. Επομένως δεν νοείται ο χωρισμός της διαδικασίας και η έρευνα της υπόθεσης, μόνον έναντι των πιστωτών, ως προς τους οποίους έγινε νόμιμη επίδοση και στην περίπτωση, που δεν μετέχουν στη διαδικασία οι πιστωτές που αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους πιστωτές, διότι συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 περ. α’ ΚΠολΔ, που αφορά τις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας στην αναιρετική δίκη, ορίζει ότι "αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους". Κατόπιν τούτου και εφόσον, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, οι αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες συνδέονται με το δικονομικό δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλες τις αναιρεσίβλητες. Διάταξη για δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-6-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αρ. 77/2015 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Ν. 3869/2010).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ