Legislator Case Law & Legislation
1049/2016 AI generated

1049/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1049/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1049/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π.Δ. 27/1996), η οποία εποπτεία "έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση". Ο νομοθέτης για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων προς κάλυψή τους.

Keywords

AI generated
termination of insurance benefits justified insurer position reinstatement of insured status insurance downgrading waiver of insurance benefits redundancy
AI generated
1342/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
22/2015
Επειδή, στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010).
167/2019
Η από 1-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης 765/2-9-2016 αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της 5521/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της 1522/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 10-9-2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 2-9-2016 με αριθμό 765/2016 (ΟλΑΠ 10/2018).
1135/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
677/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2601/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4942/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/10/2012 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1049/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΑΤ4283/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Mε πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Θωμαΐδα Κουρτέση.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24 Φεβρουαρίου 2015 και στους από 20 Οκτωβρίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Ν.Δ. 400/1970 "Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως" ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 1, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 118/1985 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 76/580/ΕΟΚ κ.λπ.", ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο έχει ήδη συγχωνευθεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης (βλ.

Π.Δ. 27/1996), η οποία εποπτεία "έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση". Ο νομοθέτης για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων προς κάλυψή τους.

Ειδικότερα, ορίζονται: Στο άρθρο 7 παρ. 1 "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν...επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν...τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη-μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών...", παρ. 4. "Τα τεχνικά αποθέματα αντικρίζονται από ισοδύναμα ή εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία..." και παρ. 6. "Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής".

Στο άρθρο 8 παρ. 1 "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιοσδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση.

Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.

Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελάχιστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε’ του εδ. Α της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του παρόντος", παρ. 3 "Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

Α. Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος- μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: α) Μετρητά σε δραχμές ή συνάλλαγμα...", παρ. 4 εδ. α) "Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία, που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων...", παρ. 5 "Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ισχύουν τα ακόλουθα:...", παρ. 9 "Ειδικότερα για τα χρεόγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι:

α) Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θα αναλάβουν την διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεών της. Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους.

β) Οι ανωτέρω τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων", παρ. 10 "Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση...Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών", παρ. 11 εδ.

α) "...Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών", παρ. 12 εδ. δ) "Η ασφαλιστική τοποθέτηση που διαμορφώνεται οριστικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους μετά τον έλεγχο της εποπτεύουσας αρχής, διατηρείται υποχρεωτικά μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου χρόνου, εκτός και αν σύμφωνα με τις καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου έτους η ασφαλιστική τοποθέτηση διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο ύψος οπότε και η αύξησή της πρέπει να συντελείται κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια β’ και της παραγράφου αυτής".

Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 400/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Π.Δ. 252/1996 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Κοινοτικών ασφαλιστικών οδηγιών κ.λπ.", επί παραβάσεως, εκ μέρους ασφαλιστικής επιχειρήσεως, των κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν.Δ. 400/1970 υποχρεώσεών της για σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων και διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε ασφαλιστική τοποθέτηση "ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι στα πλαίσια της κρατικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που ασκείται επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ο νομοθέτης, για τον προαναφερθέντα σκοπό της προστασίας και εξασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημιώσεως από ασφαλιστική σύμβαση, έχει θεσπίσει μία σειρά ειδικών υποχρεώσεων για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διαθέσεως ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, που θα καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα υπό τη μορφή ασφαλιστικής τοποθετήσεως.

Η ανταποδοτικότητα της ασφαλίσεως επιβάλλει αυξημένη προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικής αποζημιώσεως, αλλά και του ανταποδοτικού χαρακτήρα της ασφαλίσεως. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται από το νόμο να υπάρχουν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία διατεθειμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση (βλ.

και άρθρ. 18 παρ.1, Α vi, Οδηγίας 92/96/ΕΟΚ, άρθρ. 56 Οδηγίας 91/674). Η ασφαλιστική τοποθέτηση, στο βαθμό που αποβλέπει στη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση, αποτελεί περιουσία σκοπού και επιβάλλεται η διατήρησή της κατά πάντα χρόνο, από Οκτώβριο έως τον επόμενο Οκτώβριο κάθε έτους, οπότε επαναλαμβάνεται η αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων εκ των υποχρεωτικών κατηγοριών, που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, ώστε να εκπληρώνεται ο ασφαλιστικός σκοπός της διαρκούς και επαρκούς καλύψεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που είναι αναγκαστικού δικαίου, ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής ελάχιστης παρακαταθήκης χρηματικού ποσού σε τράπεζα και, ακολούθως, απαγορεύεται η εξάλειψη, καταστροφή ή αλλοίωση της χρηματικής αυτής εξασφαλίσεως κάτω του ελάχιστου ορίου. Η συμπεριφορά αυτή, δηλαδή η εξάλειψη, καταστροφή ή αλλοίωση της χρηματικής αυτής εξασφαλίσεως κάτω του ελάχιστου ορίου από μέρους οποιασδήποτε ασφαλιστικής εταιρείας, συνιστά παράβαση του νόμου, διότι καταργεί την ίδια την εξασφάλιση, όταν η κατάργηση αυτή δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονη αντικατάσταση της χρηματικής καταθέσεως με άλλη ισάξια παροχή ασφαλείας, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 εδ. α’ του Συντάγματος και 1 του Π.Κ., που ορίζουν, η μεν πρώτη ότι έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξεως και να ορίζει τα στοιχεία της, η δε δεύτερη ότι ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες για τις οποίες ο νόμος την είχε ρητά ορίσει πριν από την τέλεσή τους, προκύπτει η βούληση του συνταγματικού και του κοινού νομοθέτη για διπλή κατοχύρωση του ποινικού φαινομένου χάριν της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών και επιβάλλεται από το Σύνταγμα στον κοινό νομοθέτη η υποχρέωση κατά τη θέσπιση των ποινικών νόμων να είναι σαφής και ακριβής, ώστε κάθε νέα πράξη -έγκλημα (άρθρ. 14 Π.Κ.) να περιέχει τα στοιχεία της γενικής δομής του εγκλήματος, δηλαδή πράξη, άδικη, καταλογιστή και τιμωρούμενη με ποινή.

Συνεπώς, κάθε νέα πράξη ή παράλειψη, για να είναι έγκλημα, πρέπει, παράλληλα με τα ειδικότερα στοιχεία που προσιδιάζουν στη νέα πράξη ή παράλειψη και που περιγράφονται με σαφήνεια και ακρίβεια στο νόμο, να περιέχει και τα ως άνω γενικά ελάχιστα στοιχεία γενικής δομής του εγκλήματος και με την τιμωρία της ο νομοθέτης να θέλει να προστατεύσει ορισμένο έννομο αγαθό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 44 του Ν.Δ. 400/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 2170/1993 και το στοιχείο δ’ αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 26 παρ. 3 του Π.Δ. 252/1996, "Με φυλάκιση και με χρηματική ποινή μέχρι το σε δραχμές ισόποσο 4.000 ECU τιμωρείται κάθε πρόσωπο που άμεσα ή έμμεσα ασκεί διοίκηση ή διαχείριση σε ασφαλιστική επιχείρηση ή αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό, όταν με γνώση του έπραξε τα εξής:

α) .... β) Παραβίασε τις διατάξεις περί υπολογισμού και διαχείρισης των τεχνικών αποθεμάτων και περιθωρίου φερεγγυότητας. γ) .... και δ) Παραβίασε τις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού σχετικά με τη διάθεση της εγγύησης ή την κατανομή των κατά τα άρθρα 7, 8, 13γ, 15, 17, 17α’ , 17β’ , 17γ’ , 18, 20, 24 και 36 διατιθέμενων χρηματικών ποσών".

Οι τελευταίες αυτές διατάξεις του άρθρου 44 περ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/1970, για την παράβαση των οποίων καταδικάστηκε ο αναιρεσείων στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεμελιώνουν έγκλημα με νομικό αντικείμενο την εγγυητική ασφαλιστική τοποθέτηση, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποτελεί περιουσία σκοπού, την ακεραιότητα της οποίας προστατεύουν και υπό το προαναφερθέν περιεχόμενό τους συνιστούν μεν διατάξεις λευκού ποινικού νόμου, γιατί προβλέπουν την κύρωση της πράξεως με επιβολή των αναφερόμενων ποινών χωρίς να περιγράφουν τις προϋποθέσεις της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς, πλην όμως ως προς τα ειδικότερα στοιχεία του εγκλήματος παραπέμπουν σε άλλο νόμο ή στο καταστατικό της ασφαλιστικής εταιρίας, που ορίζουν σαφώς και με ακρίβεια τα στοιχεία αυτά και ειδικότερα που ορίζουν περί του υπολογισμού και της διαχειρίσεως των τεχνικών αποθεμάτων και του περιθωρίου φερεγγυότητας της ασφαλιστικής εταιρίας, ως και περί της διαθέσεως της εγγυήσεως ή της κατανομής των κατά τα προαναφερθέντα άρθρα διατιθέμενων χρηματικών ποσών και έτσι, ως πληρούσες την ως άνω συνταγματική επιταγή του άρθρου 7 παρ.1 εδ.

α’ του Συντάγματος, δεν είναι αντισυνταγματικές, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων και ο περί του εναντίου τρίτος (3ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από τα άρθρα 68 επ.

του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 63, 64, 65 και 68 του Κ.Ποιν.Δ. και τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ασκείται από τον αμέσως παθόντα από το διωκόμενο αδίκημα στο ποινικό δικαστήριο, με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του έως ότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που διαπράχθηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 του Κ.Π.Δ.

να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Όταν πρόκειται για παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στη σχετική δήλωση ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεώς της, αφού η πρόκλησή της είναι άμεσο αποτέλεσμα της περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης και συμπεριφοράς που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη άδικη πράξη. Όταν δε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.

Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 44 εδ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/1970 ορίζουν: "...Με φυλάκιση και με χρηματική ποινή μέχρι το σε δραχμές ισόποσο 4.000 ECU τιμωρείται κάθε πρόσωπο που άμεσα ή έμμεσα ασκεί διοίκηση ή διαχείριση σε ασφαλιστική επιχείρηση ή αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό, όταν με γνώση του έπραξε τα εξής: ...

β) Παραβίασε τις διατάξεις περί υπολογισμού και διαχείρισης των τεχνικών αποθεμάτων και περιθωρίου φερεγγυότητας. ... δ) Παραβίασε τις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού σχετικά με τη διάθεση της εγγύησης ή την κατανομή των κατά τα άρθρα 7, 8, 13γ, 15, 17, 17α, 17β, 17γ, 18, 20, 24 και 36 διατιθέμενων χρηματικών ποσών".

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3867/2010 που κατάργησαν το αρμόδιο για την εποπτεία της ιδιωτικής ασφάλισης ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΠ.Ε.Ι.Α. ορίζονται τα εξής: "Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που συνεστήθη με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α) καταργείται από την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα μετά τη δημοσίευση αυτού του νόμου. ... 9) Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις της καταργούμενης Επιτροπής αναλαμβάνονται από το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

Αξιώσεις που αφορούν το προ της κατάργησης της ΕΠ.Ε.Ι.Α. χρονικό διάστημα ασκούνται υπό ή κατά του Ελληνικού Δημοσίου". Κατά συνέπεια, οι αξιώσεις από ηθική βλάβη που υπέστη η ΕΠ.Ε.Ι.Α., πριν από την κατάργησή της με την ως άνω διάταξη, από αξιόποινες πράξεις παραβάσεως του άρθρου 44 του Ν.Δ. 400/1970, περιέρχονται εκ του νόμου στο Ελληνικό Δημόσιο και ασκούνται απ’ αυτό, το οποίο, μετά την κατάργηση του Ν.Π.Δ.Δ.

της ΕΠ.Ε.Ι.Α., νομιμοποιείται ως αμέσως παθόν σε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου που παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα ως άνω αδικήματα, συνεπεία μειώσεως του κύρους των υπηρεσιών του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ’ αριθμό ΑΜ-9041/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, το νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο, ως εκ του νόμου καθολικό διάδοχο του Ν.Π.Δ.Δ.

της "Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης - ΕΠ.Ε.Ι.Α.", είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου και δήλωσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 5.000 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος της παραβάσεως του άρθρου 44 περ.

β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/1970 που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Ρητέον ότι στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για ηθική βλάβη, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, διότι αυτή αναφέρεται στην προσβολή του κύρους, της πίστεως και της φήμης του έναντι τρίτων.

Με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, αφού απορρίφθηκαν με παρεμπίπτουσα αιτιολογημένη απόφαση οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί μη νομιμοποιήσεως ως πολιτικώς ενάγοντος του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, έγινε δεκτό το αίτημα του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να του πληρώσει το αιτηθέν ως άνω ποσό.

Ακολούθως, κατόπιν της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά, στην κατ’ έφεση δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ’ αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε και πάλι το πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και επανέλαβε τη δήλωση ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 5.000 ευρώ, με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις κρινόμενες άδικες πράξεις, παρόλο που η δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, ενώ από την πλευρά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δεν προβλήθηκε στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο καμμιά αντίρρηση ως προς την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου στο δεύτερο βαθμό.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 44 εδ. β και δ του Ν.Δ. 400/1970, προχώρησε στην έρευνα του κεφαλαίου των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και επιδίκασε σ’ αυτό ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ που του είχε επιδικασθεί και πρωτόδικα.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι νομιμοποιείτο να παραστεί το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον στην κατ` έφεση δίκη και του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, δεν υπέπεσε σε παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων που να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού το Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείτο σε παράσταση πολιτικής αγωγής σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου, 1 του Ν. 3867/2010 κατά την οποία "...

Αξιώσεις που αφορούν το προ της κατάργησης της ΕΠ.Ε.Ι.Α. χρονικό διάστημα ασκούνται υπό ή κατά του Ελληνικού Δημοσίου" και η οποία ως ειδική κατισχύει της διατάξεως του άρθρου 933 του Α.Κ., κατά την οποία η αξίωση του προηγούμενου άρθρου (χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη) δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι’ αυτήν αγωγή.

Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε αυτεπαγγέλτως να αποφανθεί ότι υπέπεσε σε παραγραφή η αστική (πολιτική) αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και τούτο διότι στο αστικό δίκαιο η παραγραφή της αξιώσεως δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη υπό του δικαστηρίου, αλλά προτείνεται κατ’ ένσταση (βλ.

άρθρα 247, 272 και 277 του Α.Κ.) και τέτοια ένσταση, ότι δηλαδή έχει υποπέσει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη από τον κατηγορούμενο (πολιτικώς εναγόμενο), όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών τόσον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν πρότεινε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων.

Κατά συνέπεια, αφού το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε εκ του νόμου αξίωση του καταργηθέντος και αμέσως παθόντος ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. νομιμοποιείτο να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγον εναντίον του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και αφού η παραγραφή της πολιτικής αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά πρέπει να προταθεί κατ’ ένσταση και ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε ένσταση παραγραφής της πολιτικής αξιώσεως του Ελληνικού Δημοσίου για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις που κατηγορείτο ο αναιρεσείων, ο πρώτος (1ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, τόσο κατά το σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του Κ.Ποιν.Δ. για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη σύννομης παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησής του, όσο και κατά το σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. για υπέρβαση εξουσίας λόγω παραλείψεως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί της παραγραφής της αστικής (πολιτικής) αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος και επί της απόλυτου ακυρότητας λόγω μη νομιμοποιήσεως του Ελληνικού Δημοσίου να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως του γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τον κανόνα του άρθρου 17 του Π.Κ., χρόνος τελέσεως της πράξης θεωρείται αυτός που ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά επακριβώς του χρόνου τελέσεως της αξιόποινης πράξης στην καταδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για τον έλεγχο της παραγραφής της πράξεως και της εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου ή για τον καθορισμό της ταυτότητας της πράξεως.

Όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξης, η οποία ως θεσμός εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν στην έναρξη και στην συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, διαφορετικά η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Ακόμη, η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου κατά τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του Κ.Ποιν.Δ. περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, παρόλο που εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή, εφόσον κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την δικανική του πεποίθηση, πρέπει να είναι αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, οπότε και μόνον έχει υποχρέωση να απαντήσει το δικαστήριο, διαφορετικά ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.

ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ’ είδος αναφερομένων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, επί λέξει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ότι στον Πειραιά κατά τα έτη 2007 και 2008 ο κατηγορούμενος με την .ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "..." παραβίασε από πρόθεση τις διατάξεις περί υπολογισμού και διαχείρισης των τεχνικών αποθεμάτων και τις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού σχετικά με τη διάθεση της εγγύησης ή την κατανομή των κατά τα άρθρα 7, 8. . 3γ. 15. 17. 17°. 17β. 17γ. 18. 20. 24 και 36 διατιθεμένων χρηματικών ποσών.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο με την προαναφερόμενη ιδιότητα του δεν μερίμνησε ώστε το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας της ως άνω εταιρείας να μην υπολείπεται του ποσού των 6.709.535,67 ευρώ για την κάλυψη του εγγυητικού κεφαλαίου κατά ποσό 293.496,95 ευρώ και του ποσού των 20.128.607,02 ευρώ για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας κατά ποσό 13.419.071,35 ευρώ, καθιστώντας έτσι αναγκαία την λήψη άμεσων μέτρων εξυγίανσης κατ’ άρθρο 17γ παρ. 4 και 5 Ν.Δ. 400/70 ήτοι την καταβολή συνολικού ποσού 13.712.568,29 ευρώ, δηλαδή πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης για κάλυψη έως το εγγυητικό κεφάλαιο ποσού 293.496,95 ευρώ και επίσης ποσού 13.419.071,35 ευρώ για την οικονομική ανασυγκρότηση και συμπλήρωση έως το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που συστήθηκε ως ν.π.δ.δ το έτος 2004 και στελεχώθηκε το έτος 2007 ήταν αρμόδια για τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης υπ’ αρ. 46511/Β2147/29.10.2007.

Ότι η ως άνω επιτροπή διενήργησε, εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 2008 διαχειριστικό έλεγχο στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία ο οποίος έλεγχος στηρίχθηκε στα οικονομικά στοιχεία του έτους 2007, ανακεφαλαιωτικά από προηγούμενα χρόνια. Κατά το έτος 2008 οπότε διενεργήθηκε ο εν λόγω έλεγχος νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας ήταν ο κατηγορούμενος.

Κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες παραλείψεις για τις οποίες οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αρχής ενημέρωναν συνεχώς προφορικά τον κατηγορούμενο, προκειμένου να τις διευθετήσει. Μετά τον έλεγχο η ΕΠ.Ε.Ι.Α. γνωστοποίησε και επίσημα με την υπ’ αρ. πρωτ. 14526/30.12.2008 επιστολή του Γενικού Διευθυντή της προς την ως άνω Ασφαλιστική εταιρία την έκθεση χρηματοοικονομικού ελέγχου χρήσης 2007 της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της ΕΠ.Ε.ΙΑ.

με την οποία τέθηκε προθεσμία μέχρι την 15.1.2009 προκειμένου η ως άνω ασφαλιστική εταιρία να γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της, τις οποίες και υπέβαλε με την υπ’ αρ. πρωτ. εισερχομένου εγγράφου της ΕΠ.Ε.ΙΑ. .../26.1.2009 επιστολή της. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των υποθεματοποιήσεων που αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ασφαλιστικές εταιρίες που θα είχε ως συνέπεια να ανακληθούν οι άδειες τους, προβλέφθηκε μία μεταβατική διάταξη σύμφωνα με την οποία ελήφθη απόφαση οι σχετικές υποαποθεματοποιήσεις και τα αποθέματα των εκκρεμών ζημιών να καλυφθούν μέσα στον ορίζοντα μίας τριετίας κατά τα ακόλουθα ποσοστά α) έως την 31.12.2009 σε ποσοστό τουλάχιστο 40%, β) έως την 31.12.2010 σε ποσοστό τουλάχιστο 70% και γ) από την 1.1.2011 σε ποσοστό 100%, γεγονός που προβλέφθηκε και για την ως άνω ασφαλιστική εταιρία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος κατά την ελεγχόμενη περίοδο ήταν ο κατηγορούμενος.

Ότι στις 2.2.2009 ο κατηγορούμενος μεταβίβασε και παράδωσε στον Π. Ψ. τις μετοχές της εταιρίας αυτής και παρέδωσε και το ποσό του 1.505.466,89 ευρώ σε μετρητά, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και της ίδιας ημεροχρονολογίας πράξης παράδοσης και παραλαβής μητρώου και κατάστασης αξιόγραφων μετρητών χρημάτων της ως άνω εταιρίας ενώ σημειώνεται ότι στον όρο 2.8 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης γινόταν ρητά μνεία της υπ’ αρ. 3/133/18.11.2008 απόφασης της Ε.Π.Ε.Ι.Α, της οποίας ο κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση.

Κατόπιν του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού των μετοχών της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας έγινε αυτόκλητη συνέλευση στην ως άνω εταιρία, όπου μεταξύ των άλλων αποφασίστηκε η ανάκληση των μελών των παλαιών Διοικητικών Συμβουλίων και ο διορισμός νέων και διορίστηκαν οι: Χ. Α. ως Πρόεδρος ΔΣ, Π. Ν., Ψ.

Δ. (υιός του Π. Ψ.), Π. Β. και Π. Ν., αντίγραφο των πρακτικών των οποίων υποβλήθηκε την 16/2/2009 στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., και κατά τη συνεδρίαση τους την 19/2/2009 ρύθμισαν τα θέματα λειτουργίας των εταιρειών, δέσμευσης τους, ανάληψης χρημάτων από Τράπεζες κ.λπ.. Περαιτέρω με τα ...19.02.09, .../19.02.09 και .../19.02.09 έγγραφα της, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. γνώρισε στις εταιρείες "Γενική Ένωση Α.Ε.Ε.Γ.Α", "....", στο Π.

Ψ. και στα μέλη των διορισθέντων Δ.Σ. ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15α παρ.1 και παρ.5 του ν. 400/1970, η απόκτηση ειδικής συμμετοχής του Π. Ψ. στις παραπάνω εταιρείες δεν έχει υποβληθεί σαν αίτημα γραπτά και δεν έχει εγκριθεί από την ΕΠ.Ε.Ι.Α., με συνέπεια, σύμφωνα, με τα δήθεν οριζόμενα στα παραπάνω άρθρα η άσκηση από αυτούς διοίκησης δεν παράγει σύννομα αποτελέσματα.

Περαιτέρω επειδή ο Π. Ψ. θεωρήθηκε από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις να είναι μέτοχος στην ως άνω εταιρία καθόσον οι άλλες ασφαλιστικές εταιρίες των οποίων ήταν μέτοχος όφειλαν πολλά χρήματα στο Ελληνικό Δημόσιο και είχαν ελλιπέστατα αποθεματικά, αποφασίσθηκε την 19.2.2009 από την ΕΠ.Ε.Ι.Α.

να μην επιτραπεί η συμμετοχή του στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία αφού ήταν αφερέγγυος μέτοχος. Ωστόσο η πώληση των μετοχών της ως άνω εταιρίας στον Π. Ψ. είχε συντελεστεί και βάση του όρου 7 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης δεν επιτρεπόταν η αναστροφή της πώλησης και έτσι κατόπιν της ανωτέρω απόφασης της ΕΠ.Ε.Ι.Α.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας παραιτήθηκε την 19.3.2009 και η εταιρία έμεινε ακέφαλη διοικητικά, ενώ και ο βασικός μέτοχος της, Π. Ψ., δεν είχε δικαίωμα ψήφου στις Γενικές Συνελεύσεις. Με τα δεδομένα ο κατηγορούμενος αποφάσισε από κοινού με τους υπόλοιπους που αποτελούσαν το παλαιό ΔΣ της εταιρίας να αναλάβει εκ νέου ως προσωρινή διοίκηση τον έλεγχο αυτής.

Έτσι με το υπ’ αρ. …/31.3.2009 πρακτικό ΔΣ ανέλαβε ξανά την Διοίκηση της ως άνω εταιρίας προκειμένου να μπορεί να συνεχίσει την λειτουργία της και την συναλλακτική της δράση και αποφάσισε την αποστολή πρόσκλησης προς σύγκληση γενικής συνέλευσης για να διοριστεί νέα Διοίκηση. Επειδή όμως στις Γενικές Συνελεύσεις δεν μπορούσε να λάβει μέρος ο Π.

Ψ., γιατί είχε κριθεί αφερέγγυος μέτοχος, μεταβίβασε ο τελευταίος στον Δ. Ψ. μετοχές για να εκλέξει αυτός Διοικητικά Συμβούλια. Την 15.5.2009 με το υπ’ αρ. … πρακτικό έγινε επαναληπτική Γενική Συνέλευση και εκλέχτηκε νέο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από τα εξής πρόσωπα: Κ. Γ. (Πρόεδρος ΔΣ), Π. Θ., Μ. Τ., Λ.

Φ., Μ. Σ.. Πλην όμως η ως άνω εταιρία δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και η τελευταία δυνάμει του υπ’ αρ. … πρακτικού Δ.Σ. των 16.9.2009 και 21.9.2009 αποφάσισε την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται καθόσον αυτή έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα που είχε ήδη την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και είχε ήδη λάβει γνώση αυτής προ της μεταβίβασης των μετοχών της στον Π.

Ψ., απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου εκκαλούντος. Πλην όμως πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, όπως πρωτοδίκως". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, αποφάνθηκε, επί λέξει, ως εξής: "

Απορρίπτει αίτημα αναβολής για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στον Πειραιά κατά τα έτη 2007 και 2008, παραβίασε τις διατάξεις περί υπολογισμού και διαχείρισης των τεχνικών αποθεμάτων και τις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού σχετικά με τη διάθεση της εγγύησης ή την κατανομή των κατά τα άρθρα 7, 8, 13γ, 15, 17, 17α, 17β,17γ, 18, 20, 24 και 36 διατιθεμένων χρηματικών ποσών και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "..." δεν μερίμνησε ώστε το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας της προαναφερόμενης εταιρείας να μην υπολείπεται του ποσού των 6.709.535,67 ευρώ για την κάλυψη του εγγυητικού κεφαλαίου κατά ποσό 293.496,95 ευρώ και του ποσού των 20.128.607,02 ευρώ για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας κατά ποσό 13.419.071,35 ευρώ, καθιστώντας έτσι αναγκαία την λήψη άμεσων μέτρων εξυγίανσης κατ’ άρθρο 17γ παρ. 4 και 5 Ν.Δ. 400/70 ήτοι την καταβολή συνολικού ποσού 13.712.568,29 ευρώ, δηλαδή πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης για κάλυψη έως το εγγυητικό κεφάλαιο ποσού 293.496,95 ευρώ και επίσης ποσού 13.419.071,35 ευρώ για την οικονομική ανασυγκρότηση και συμπλήρωση έως το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας".

Με το ως άνω σκεπτικό και το ως άνω διατακτικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 44 περ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/70 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με το ως άνω σκεπτικό και διατακτικό, όπως αυτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 44 περ.

β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/70, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε να στερήσει την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 44 περ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/70 καθίσταται αξιόποινη η από τους υπεύθυνους εκπροσώπους ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρίας παραβίαση των διατάξεων του νόμου σχετικά με την κατανομή των τεχνικών αποθεμάτων και του περιθωρίου φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιριών και στην κρινόμενη περίπτωση η κατηγορία που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο είναι σαφής και συγκεκριμένη ως προς τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν και ως προς τα χρηματικά ποσά που αφορά και που υπολείπονταν κατά 293.496,95 ευρώ για την κάλυψη έως το εγγυητικό κεφάλαιο και κατά 13.419.071,35 ευρώ έως το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής εταιρείας και συνολικά κατά (293.496,95 + 13.419.071,35) 13.712.568,29 ευρώ.

Μάλιστα, όσον αφορά την γνώση και τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος που συνίσταται στην παραβίαση της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σχετικά με την κατανομή των τεχνικών αποθεμάτων και του περιθωρίου φερεγγυότητας της ασφαλιστικής εταιρίας "...", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, κατά τα έτη 2007 και 2008, υπάρχει ιδιαίτερη αιτιολογία, με αναλυτική παράθεση των ενεργειών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σε σχέση με τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, η δε εσφαλμένη αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως της επωνυμίας της ως άνω εταιρείας ως "...", αντί του ορθού "...", που αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση, αφού από τα ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία ότι πρόκειται για την αναφερόμενη στο διατακτικό εταιρεία "...".

Τέλος, από την αναφορά στο διατακτικό ως χρόνου τελέσεως του ως άνω εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 44 περ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/70 των ετών 2007 και 2008, δηλαδή του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2008 δεν δημιουργείται ασάφεια και δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής του ως άνω πλημμελήματος που είναι οκτώ (8) έτη, συνυπολογιζόμενου κατά το άρθρο 113 παρ. 3 του Π.Κ.

και του χρόνου αναστολής της παραγραφής (5 + 3), αφού το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 18-6-2011, ήτοι πριν τη συμπλήρωση πενταετίας (βλ. το από 18/11/2011 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος, στον κατ/νο του Ν. Κ. Ειδικού Φρουρού του Α.Τ. ...), η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 15-9-2014, οπότε από του χρόνου τελέσεως του ως άνω πλημμελήματος (1-1-2007 έως 31-12-2008) δεν είχε συμπληρωθεί ούτε οκταετία και δεν είχε παραγραφεί το αξιόποινο της ως άνω πράξεως και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του ακριβούς χρόνου που έπρεπε να καλυφθεί το κάθε επιμέρους χρηματικό ποσό, διότι δεν ασκούσε ο ακριβής χρόνος καλύψεως του κάθε χρηματικού ποσού επιρροή στο θέμα της παραγραφής.

Επομένως, ενόψει τούτων, ο τέταρτος (4ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και για ευθεία και εκ πλαγίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 44 περ. β’ και δ’ του Ν.Δ. 400/1970, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την ενοχή του, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ύψος των ποσών που δέχθηκε ότι υπολείπονταν τα τεχνικά αποθέματα και το περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής εταιρίας "...", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την ολοκλήρωση της καταθέσεως της μάρτυρος υπερασπίσεως Κ. Π., ζήτησε και πήρε το λόγο ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και υπέβαλε αίτημα περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "Να κληθούν Αναλογιστές για να εξηγήσουν τη διαφορά του υπολογισμού και για να κρίνουν αν με τον καινούργιο τρόπο που εφαρμόστηκε αν θα πρέπει οι εταιρείες να έχουν κεφάλαια".

Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει επί του ως άνω αιτήματος. Ακολούθως, αφού εξετάστηκε και η δεύτερη μάρτυρας υπερασπίσεως και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, ο εισαγγελέας ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

δ’ του Π.Κ. και το Δικαστήριο εξέδωσε την κατά τα ανωτέρω προσβαλλόμενη επί της ουσίας απόφασή του, στο τέλος του σκεπτικού της οποίας, σε σχέση με το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διέλαβε τα εξής: "... απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου - εκκαλούντος ..." και στο διατακτικό της οποίας, πριν κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, διέλαβε διάταξη με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Όμως, το ως άνω αίτημα διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης: "Να κληθούν Αναλογιστές για να εξηγήσουν τη διαφορά του υπολογισμού και για να κρίνουν αν με τον καινούργιο τρόπο που εφαρμόστηκε αν θα πρέπει οι εταιρείες να έχουν κεφάλαια", όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, αφού δεν ζητείτο με σαφήνεια η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά να κληθούν αναλογιστές να καταθέσουν και δεν προσδιοριζόταν ποιο θα ήταν το αντικείμενο της καταθέσεώς τους, σε σχέση με την κατηγορία και σε τι θα συνέβαλαν οι καταθέσεις στη διαλεύκανση της υποθέσεως και ποιοι θα ήταν οι αναλογιστές, ενόψει μάλιστα και των όσων είχε καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας Γ.

Π. που ήταν Αναλογιστής στην ΕΠ.Ε.Ι.Α Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ως άνω αόριστου αιτήματος. Εντούτοις, απάντησε και το απέρριψε με την κρίση του ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και εξετάστηκαν από το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου και δεν χρειαζόταν να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη.

Έτσι, η αιτιολογία περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που είναι και αιτιολογία για την απόρριψη του κατά τα ανωτέρω αόριστου αιτήματος αναβολής για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, στο οποίο άλλωστε λόγω της αοριστίας του μπορούσε να μην απαντήσει το δικαστήριο, είναι πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού όπως προαναφέρθηκε αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη του άλλωστε αόριστου αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις με διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στην επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του με τις υπάρχουσες αποδείξεις.

Επομένως και ο τρίτος (3ος) λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Η’ του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και για υπέρβαση εξουσίας λόγω παραλείψεως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.

δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ.), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη.

Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα το δικαστήριο στήριξε την κρίση του και αν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι αλλιώς, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα εξής έγγραφα: 1) την με αριθμ. πρωτ.

εισερχομένου εγγράφου της ΕΠ.Ε.Ι.Α. .../26-1-2009 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρείας ...., 2) την υπ’ αριθμ. 3/133/18- 11-2008 απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και 3) το πρακτικό …/31-3-2009 του Δ.Σ. της ασφαλιστικής εταιρίας ..... Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται σ’ αυτά (σελ. 133) ότι αναγνώστηκαν τα αναγνωστέα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και αυτά που προσκομίστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία από τους συνηγόρους υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής.

Μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν αναφέρεται υπό αύξοντα αριθμό (…) το με αρ. πρωτ...26-1-2009 έγγραφο της ... προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α., από την επιτρεπτή δε επισκόπηση του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι έχει τεθεί επ’ αυτού η σφραγίδα της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και έχουν συμπληρωθεί ο αριθμός πρωτοκόλλου "..." και η χρονολογία "26-1-2009" και κατά συνέπεια αυτή είναι η με αριθμ.

πρωτ. εισερχομένου εγγράφου της ΕΠ.Ε.Ι.Α. .../26-1-2009 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρείας .... που έλαβε υπόψη στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι κάποιο έγγραφο που δεν αναγνώστηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη περιλαμβάνονται υπό αύξοντα αριθμό (6) η υπ’ αριθμ.3/133/18-11-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α.

και υπό αύξοντα αριθμό (…) το με ημερομηνία 31-3-2009 ΠΡΑΚΤΙΚΟ συνεδρίασης … του ΔΣ της ...., τα οποία μάλιστα μνημονεύονται και στο σκεπτικό της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της ΑΜ-9041/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Κατά συνέπεια η ταυτότητα των δύο αυτών εγγράφων προέκυπτε από την πρωτοβάθμια απόφαση και τα πρακτικά που αναγνώστηκαν και ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και στο συνήγορό του, οι οποίοι είχαν την δυνατότητα να προβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις και εξηγήσεις τους επί των εγγράφων αυτών, ασκώντας το κατ’ άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ.

δικαίωμα τους, το οποίο και δεν έπραξαν. Επομένως, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου από παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να μπορεί να ασκήσει αυτός το δικαίωμα του για παρατηρήσεις και εξηγήσεις και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, ούτε παραβιάστηκαν οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους από 20-10-2015 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως και οι περί του εναντίου πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ και Γ’ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και παραβίασης των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ) και να καταδικασθεί αυτός και στην από τριακόσια (300) ευρώ μειωμένη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ.1 Ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. του Γ. και Ε., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-2-2015, καθώς και τους από 20-10-2015 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 26-10-2015, για αναίρεση της ΑΤ-4283/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ