Legislator Case Law & Legislation
1049/2008 AI generated

1049/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1049/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1049/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1049/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ .......", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ......, ενεργούντος ατομικά και ως μέλους της ανωτέρω Κοινοπραξίας και 3) ......, ενεργούντος ατομικά και ως μέλους της ανωτέρω Κοινοπραξίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Καλογερά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 563/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 19-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος, τέταρτος και εν μέρει ο τρίτος, λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, υπ' αρ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 2-10-2007 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί κατ' αυτήν. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτού (αρθρ. 227 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση αυτής παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 11 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή καθ' εκάστη εβδομάδα, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα, διότι ουδόλως έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτοκόλλου .....

έγγραφο του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) Κορίνθου, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου ο αναιρεσίβλητος έλαβε κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 από την εν λόγω υπηρεσία οικοδομικό βοήθημα, το οποίο δικαιούνται όσοι οικοδόμοι εργάζονται σε οικοδομικές εργασίες και πραγματοποιούν 95 έως 210 ημέρες ασφάλισης, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η προσαύξηση 20%, καθώς και οι αναλογούσες ημέρες άδειας, συνεπώς όσοι εργάζονται πραγματικά μέχρι 163 ημέρες ετησίως, γεγονός που αποδεικνύει κατά τους αναιρεσείοντες ότι η απασχόλησή του δεν ήταν καθημερινή, αλλά ότι αυτός εργαζόταν κατά καιρούς ανάλογα με την εξέλιξη των οικοδομικών εργασιών που διεξάγονταν.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται μεν στο σκεπτικό αυτής ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσία της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις τρίτων και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, πλην όμως ουδόλως γίνεται μνεία για το πιο πάνω υπ' αριθμ. .....

έγγραφο του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού Κορίνθου, το οποίο νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους στην κατ' έφεση δίκη. Έτσι όμως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν έλαβε υπόψη το Εφετείο και το προαναφερόμενο έγγραφο, αφού δεν γίνεται καθόλου λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα προκύπτοντα από αυτό γεγονότα, ούτε δίδεται εξήγηση για την αντίθετη προς αυτά κρίση του Δικαστηρίου.

Επειδή, με το νόμο 4321/1963, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4469/1965, συστήθηκε στο ΙΚΑ ειδικός λογαριασμός χορηγήσεως δώρων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους απασχολούμενους σε οικοδομικές ή τεχνικές εν γένει εργασίες εργατοτεχνίτες, από την εισφορά που καταβάλλεται υπέρ του ειδικού λογαριασμού από τον εργολήπτη του έργου, ο οποίος προσλαμβάνει ή αμείβει τους ασφαλισμένους (άρθρο 40 ν.δ. 2698/1953) και η οποία ισούται με το 17% των αποδοχών, επί των οποίων υπολογίζονται οι υπέρ του ΙΚΑ εισφορές και εισπράττεται μαζί με τις εν λόγω εισφορές (άρθρα 1-3).

Οι παροχές που καταβάλλονται από τον ειδικό λογαριασμό είναι ίσες με την αξία των ενσήμων (δωροσήμων και αδειοσήμων) που επικολλήθηκαν μέχρι την ημέρα της καταβολής (άρθρο 4 παρ, 1 ν. 432/1963, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 13 του άρθρου 2 ν. 1759/1988), ενώ οι υπόχρεοι σε καταβολή της εισφοράς υπέρ του Ειδικού λογαριασμού δεν υποχρεούνται πλέον σε απευθείας καταβολή επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδόματος άδειας στους καλυπτόμενους από τον ειδικό λογαριασμό.

Οι τελευταίοι (μισθωτοί), εφόσον συμπληρώνουν τις προβλεπόμενες από τον α.ν. 539/1945 προϋποθέσεις, δικαιούνται την από αυτόν προβλεπόμενη άδεια αναπαύσεως, χωρίς δικαίωμα απολήψεως από τον εργοδότη και των αντιστοιχουσών σ' αυτήν αποδοχών (άρθρο 4 παρ. 2 ν. 4321/1963). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι μισθωτοί στους οποίους αναφέρονται μετά από συνεχή ενιαύσια υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη δικαιούνται κατ' έτος την άδεια που ορίζεται στο ν. 539/1945.

Εάν δε ο εργοδότης αρνηθεί τη χορήγηση της αιτηθείσας ετήσιας άδειας, η με απροειδοποίητη καταγγελία και με αφορμή που βαρύνει τον εργοδότη ματαιώσει την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του μισθωτού που απορρέουν από τη λήψη της άδειας, υποχρεούται μετά τη λήξη του έτους κατά το οποίο ήταν χορηγητέα η άδεια, να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας ως προσαύξηση κατά ποσοστό 100%, πέραν εκείνων οι οποίες καταβλητέες από τον ειδικό λογαριασμό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα Κοινοπραξία, η οποία συστήθηκε από τους λοιπούς, είχε αναλάβει την εκτέλεση οικοδομικών έργων εντός του χώρου των εγκαταστάσεων διυλιστηρίων της εταιρίας ".......", για το λόγο αυτό προσέλαβαν τον αναιρεσίβλητο την 20-9-1999 ως εργάτη χωματουργικών εργασιών και ότι έκτοτε αυτός εργάστηκε από Δευτέρα έως Παρασκευή επί οκτάωρο ημερησίως μέχρι 31-8-2002 που απολύθηκε.

Ότι κατά τα έτη 2000 και 2001, καίτοι ζήτησε από την πιο πάνω κοινοπραξία να του χορηγήσει την δικαιούμενη άδεια απουσίας από την εργασία του επί 20 και 21 ημέρες αντιστοίχως, εκείνη δεν την χορήγησε λόγω ελλείψεως αντικαταστάτη, επεδίκασε δε σ' αυτόν: Α) για το έτος 2000, α) 1.342,8 ευρώ για αποζημίωση άδειας, ίση με 20 ημερομίσθια προσαυξημένη σε ποσοστό 100% και β) για επίδομα άδειας 436,41 και συνολικά 1779,21 ευρώ και Β) για το έτος 2001, α) 1591,8 ευρώ ως αποζημίωση άδειας ίση με 21 ημερομίσθια προσαυξημένη σε ποσοστό 100% και β) 462,67 ευρώ για επίδομα άδειας.

Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο, και δη κατά το μέρος που επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις προεκτεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 563/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ