Supreme Court dismisses appeal on divorce appeal inadmissibility and evidence assessment grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the inadmissibility of a divorce appeal. The appellant argued that the lower court failed to examine all evidence and provided insufficient reasoning, claiming violations of procedural rules. The court ruled that since the lower court rejected the appeal based on lack of legal interest, it did not enter the substance of the case, thereby precluding the appellant's arguments regarding evidence evaluation and procedural violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 516 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot examine appeals challenging a decision on inadmissibility based on lack of legal interest, as such decisions do not involve an evaluation of evidence or entry into the substance of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1048/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Γκάβαλη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας ο δικηγόρος Θεόδωρος Παπαδάκης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/12/2016 και 10/2/2017 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/6/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ., κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο" εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον η παραπομπή με αυτό σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ.
δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ. προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 241 ΚΠολΔ.), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 576 ΚΠολΔ.).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσίβλητο .../4-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Ι.
Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8-6-2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη της Προεδρεύουσας του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα.
Η τελευταία κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαδάκη, ο οποίος όμως παραστάθηκε μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης και μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού από το Δικαστήριο τούτο, αποχώρησε.
Συνεπώς η αναιρεσείουσα θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (Α.Π.582/2016), η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι στον φάκελλο της δικογραφίας υπάρχει το .../8-6-2022 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς (Μολάων) Ιωάννας Γκιουζέπη, με το οποίο η αναιρεσείουσα παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στην δικηγόρο Πειραιά Παρασκευή Κουπλίδου, που υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης καθώς και στην δικηγόρο Ναυπλίου Ελένη Αποστολοπούλου, η οποία την κατέθεσε, να ασκήσουν είτε από κοινού είτε μεμονωμένα την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Με την κρινόμενη από 8-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 84/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά το κεφάλαιο που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 31-10-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 338/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμες την από 20-12-2016 αγωγή του αντιδίκου της και την από 2-5-2017 αγωγή της για λύση του μεταξύ τους γάμου.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσον ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι, ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, γιατί με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που καθένας τους επιδίωκε με εκείνη από τις αγωγές αυτές που έχει ασκηθεί απ' αυτόν.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπο του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε κατ' άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης (Α.Π.1262/2020, Α.Π. 1532/2011).
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος με την από 20-12-2016 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αγωγή του, ζήτησε να κηρυχθεί λυμένος ο μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο της εναγομένης.
Η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2017 ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου ασκηθείσα αγωγή της, ζήτησε και αυτή, μεταξύ άλλων, να κηρυχθεί λελυμένος ο ίδιος ως άνω υφιστάμενος μεταξύ αυτής και του εναγομένου γάμος λόγω ισχυρού κλονισμού, ο οποίος όμως επήλθε από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο του εναγομένου. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές, με την 338/2018 οριστική του απόφαση δέχθηκε αμφότερες ως βάσιμες κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα λύσης του γάμου και κήρυξε λυμένο το μεταξύ των διαδίκων γάμο, δεχόμενο ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων για λόγο που αφορά στο πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 31-10-2018 έφεσή της, με την οποία, και ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της, την εκκαλεί για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου της, παραπονούμενη ότι, για τους λόγους που επικαλείται, "έπρεπε να δεχτεί ότι οι σχέσεις τους έχουν κλονιστεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου".
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με την εκτεθείσα ανωτέρω νομική σκέψη, η έφεση είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας, αφού βάλλει μόνον κατά του κεφαλαίου της απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή του αντιδίκου της, ζητώντας την απόρριψή της, με την επίκληση ότι έτσι επιδιώκει, όχι την ανατροπή της διάπλασης της λύσεως του γάμου, αλλά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης διότι έπρεπε να δεχτεί ότι η έγγαμη σχέση κλονίσθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος.
Όμως, κατά τα προαναφερόμενα, για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, πράγμα που σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας. Αντίθετα, εάν με την έφεσή της, προσβάλλοντας την απόφαση επιδίωκε, απορριπτόμενης της αγωγής, να διατηρηθεί ο γάμος, αποτέλεσμα στο οποίο πρωτίστως θα απέβλεπε με την άσκησή της, τότε θα είχε έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποτροπή, της επικείμενης να ολοκληρωθεί με την τελεσιδικία, διάπλαση της λύσεως του γάμου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη 84/2022 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά το παραπάνω μέρος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 68 και 516 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τον αριθ.1 όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' και 19 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης ιδρύονται μόνο στην περίπτωση που ο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες από τους αριθ.11γ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του πορίσματός του για απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ελλείψει εννόμου συμφέροντος α)δεν έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι. Τούτο, διότι με τις επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αρ.11γ και 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναίρεσης καθ' όσον το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, οι δε αιτιάσεις αναφέρονται σε παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου (άρθρ.68 και 516 Κ.Πολ.Δ.). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2022 αίτηση της Δ. Π. για αναίρεση της 84/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ