1048/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1048/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1048/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στη Ν… και εκπροσωπείται εν προκειμένω από τον Κ… Σ… του Π… , κάτοικο Ν… , ειδικό εκπρόσωπό της. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κ… Σ… , ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Β…. Π…. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α…. Σ…. του Π…. , κατοίκου Γ… , 2) Δ… Τ…. του Γ… και 3) Ε… Ζ… του Δ… , κατοίκων Ι… και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ… ", που εδρεύει στην Α.. και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι 2ος και 3η αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανατάκη, ενώ η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3278/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31-5-2019 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, η από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 252/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-5-2019, λόγω διενεργείας των ευρωεκλογών και των Δημοτικών Εκλογών. Από την υπ' αριθ.449Β/26-9-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Π…. Σ…. Ε… -Γ… , προκύπτει ότι, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της.
Κατά το άρθρο.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015).
Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται κατ'εκτίμησιν του νοηματικού του περιεχομένου από το άρθρο 559 αρ.14 (και όχι από τον αριθμό 1 και 19) ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε αόριστο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο ως προς την τέταρτη εναγομένη και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη..
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από το μέτοχο της Κ… Σ…. που διορίσθηκε ως ειδικός εκπρόσωπος της με την υπ' αριθμ. 726/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, συστήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ…. /… 1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α… Τ… , από τον ως άνω Κ… Σ….
και Α… Σ…. (πρώτο εναγόμενο αδέλφια), με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο κάθε ένας εξ αυτών, 50%. Ως έδρα της ορίστηκε η Ν… Α…. , ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ο πρώτος εναγόμενος και ο σκοπός της η ίδρυση και εκμετάλλευση τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, για την επίτευξη του οποίου κατέστη φορέας ο ραδιοφωνικός σταθμός με το διακριτικό τίτλο "… FM ", που προϋπήρχε και του οποίου οι εγκαταστάσεις ήταν αρχικά στο όρος Α… και μετά τη σύστασή της στο όρος Υ… Ο παραπάνω ραδιοφωνικός σταθμός, έλαβε άδεια με την υπ' αριθμ. .. /… -1994 απόφαση χορήγησης προσωρινής άδειας της Νομαρχίας Α… Α… για την πραγματοποίηση δοκιμαστικών εκπομπών καθώς και την υ' αριθμ.
… /… -1994 έγκριση εγκατάστασης κεραίας από τη Δ/νση Δασών Α… Α… σε δημόσια δασική έκταση στον Υ…. 20 τ.μ., ενώ τον Ιανουάριο του έτους 1997, συμμετείχε στη διαγνωστική διαδικασία του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (Ε.Ρ.Σ.), υποβάλλοντας τη με αριθμό πρωτοκόλλου … /… -1997 αίτηση για χορήγηση αδείας του ανωτέρω ραδιοφωνικού σταθμού, όπως και τον ταυτάριθμο φάκελο αυτής με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα.
Ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας παράνομα, υπαίτια και με τρόπο αντίθετο με τα συμφέροντα της ενάγουσας εταιρείας σε συνεργασία με τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων (συζύγους) όπως πληροφορήθηκε στις … -2000, ο έτερος μέτοχος της, Κ… Σ… , συμφώνησαν τη μεταβίβαση χωρίς αντάλλαγμα των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας εταιρείας (εγκαταστάσεων, δικαιωμάτων κλπ) καθώς και του ως άνω φακέλου στο εικονικό σωματείο "Ρ… ", (που είχε ιδρυθεί στις … -1998 με πρωτοβουλία των τριών πρώτων των εναγομένων του οποίου αυτοί αποτέλεσαν ιδρυτικά μέλη, με φερόμενη ως εκπρόσωπο του την τρίτη εναγομένη) και ακολούθως την περαιτέρω πώληση αυτών στην εταιρεία με την επωνυμία "Μ… ", αντί τιμήματος 182.000.000 δραχμών, από το οποίο η τελευταία εταιρεία είχε προκαταβάλλει ως αρραβώνα το ποσό των 10.000.000 δραχμών, συντάσσοντας και τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, που αναφέρονται στην αγωγή με βάση ψευδή και πλαστά πρακτικά της Γ.Σ.
και Δ.Σ της ενάγουσας που επίσης αναφέρονται στην αγωγή, εν αγνοία του ετέρου μετόχου της εταιρείας (Κ… Σ… με απώτερο σκοπό, η εταιρεία και ο τελευταίος αυτός μέτοχος να στερηθούν κάθε περιουσιακό στοιχείο και δικαίωμα, ενώ οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι θα ελάμβαναν το τίμημα για την πώλησή της στο εικονικό σωματείο "Ρ… ", το οποίο αυτοί είχαν συστήσει.
Η εν λόγω μεταβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, όμως, στα πλαίσια του σχεδίου τους αυτού, στις 26- 11-1998, ο πρώτος εναγόμενος, είχε ζητήσει την προσωρινή διακοπή της ρευματοδότησης των εγκαταστάσεων του ως άνω ραδιοφωνικού σταθμού της επιχείρησης της ενάγουσας και εν συνεχεία, στις 22-10-1999, υπογράφηκε από το σωματείο "Ρ… ", νέο συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, με βάση το προσκομισθέν στη ΔΕΗ ως άνω συμφωνητικό μεταβίβασης, σύμφωνα με το οποίο, το ανωτέρω σωματείο έκανε χρήση της ίδιας παροχής, την οποία χρησιμοποιούσε ο ραδιοφωνικός σταθμός της (ενάγουσας) μέχρι το χρόνο διακοπής της ρευματοδότησής του.
Μετά, δε, την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου και συγκεκριμένα από τις 22-10-1999, χρήση των εγκαταστάσεων του ραδιοφωνικού της σταθμού έκανε ο ραδιοφωνικός σταθμός "R.. ", ιδιοκτησίας του σωματείου" Ρ… ". Ειδικότερα όσον αφορά την τέταρτη εναγομένη η ενάγουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (ο εκ των εταίρων μου Κ… Σ… ).... "Απευθύνθηκε κι άλλες φορές στη ΔΕΗ Π… όπου έλαβε τις υπ' αριθ.
βεβαιώσεις της, με τα αναφερόμενα και συνημμένα στη δεύτερη έγγραφα, από όπου προκύπτει ότι: Στις 18-3-2001 η τρίτη εναγομένη, Ε… Ζ…. ως εκπρόσωπος του σωματείου "Ρ… ", εξουσιοδότησε τον ηλεκτρολόγο Π… Σ… να ενεργήσει στη ΔΕΗ για την αλλαγή ονόματος της … παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην 4η εναγομένη εταιρία "Λ… ".
Στις 19-3-2001 η 4η εναγόμενη μέσω του εκπροσώπου της, Σ… Κ… του Κ… , εξουσιοδότησε τον ίδιο ηλεκτρολόγο για να προβεί στις ενέργειες αυτές. Στις 20-3-2001 η ΔΕΗ υπέγραψε με την 4η εναγομένη νέο συμβόλαιο για την εν λόγω παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία στο εξής άρχισε να ηλεκροδοτεί εγκαταστάσεις τηλεοπτικού σταθμού στον Υ… και συγκεκριμένα του σταθμού "… " τον οποίο εκμεταλλεύεται η 4η εναγομένη εταιρεία.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τουλάχιστον από 20-3-2001 και εντεύθεν χρήση των εγκαταστάσεων της εταιρείας μας άρχισε να κάνει ο τηλεοπτικός σταθμός της 4ης εναγομένης.....Στις 18-3-2001 η 3η εναγόμενη Ε… Ζ… , εικονικά ως εκπρόσωπος του Σωματείου "Ρ… ", αλλά στην πραγματικότητα ενεργώντας προς όφελος των τριών πρώτων εναγομένων, κατέχοντας ήδη παράνομα το δικαίωμα ρευματοδότησης των εγκαταστάσεων του ραδιοφωνικού σταθμού της εταιρείας μας, εξουσιοδότησε τον ηλεκτρολόγο Π… Σ… να ενεργήσει στη ΔΕΗ για την αλλαγή του ονόματος της … παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην 4η εναγόμενη εταιρεία "Λ…. ".
Στις 19-3-2001 η τέταρτη εναγομένη μέσω του εκπροσώπου της, Σ… Κ…. του Κ… , ο οποίος είχε ασφαλώς ελέγξει και γνώριζε την ανυπαρξία νόμιμου δικαιώματος του σωματείου "Ρ… " και την παρανομία του όλου εγχειρήματος, εξουσιοδότησε τον ίδιο ηλεκτρολόγο για να προβεί και εκ μέρους της στις ενέργειες αυτές. Κατόπιν αυτών, στις 20-3-2001 η ΔΕΗ υπέγραψε με την 4η εναγομένη νέο συμβόλαιο για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται στο όνομα της εταιρείας μας και η οποία στο εξής άρχισε να ηλεκτροδοτεί εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού "… " τον οποίο εκμεταλλεύεται η 4η εναγομένη εταιρεία...
Ωφελημένοι από την αλυσίδα των παράνομων αυτών ενεργειών είναι: α) Οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι (Α… Σ… , Δ…. Τ… και Ε… Ζ… ), οι οποίοι χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα τις εγκαταστάσεις του ραδιοφωνικού σταθμού μας. β) Η 4η εναγόμενη εταιρεία "Λ…. .", η οποία κάνει χρήση των εγκαταστάσεών μου εν γνώσει της παρανομίας...
Εν τέλει δε αποτυγχάνοντας να πωλήσουν συνολικά την περιουσία της εταιρείας μας , δηλαδή το ραδιοφωνικό της σταθμό και όλα τα δικαιώματα και εγκαταστάσεις του, προέβησαν σε παράνομη παραχώρηση των εγκαταστάσεών του (κοντέϊνερ, πυλώνα και παροχής ρεύματος) στην 4η εναγόμενη) (εν γνώσει της παρανομίας και από την τελευταία) και παράλληλη χρήση και εκμετάλλευση από τους ίδιους, στερώντας συγχρόνως τη δική μας εταιρεία από τη δυνατότητα αξιοποίησής της για τον εαυτό της, η οποία θα της απέφερε τουλάχιστον 9.000 ευρώ μηνιαίως....." Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη ως προς την τέταρτη εναγομένη διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, και μάλιστα αναφέρονται οι εκ μέρους της ανωτέρω εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ενέργειες, που συνιστούν παράνομη και υπαίτια σε βάρος της ενάγουσας συμπεριφορά και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση περιουσιακής ζημίας σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα), καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων αυτής και της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς την τέταρτη εναγομένη ως αόριστη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με Πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 59/2017).
Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 308/2015).
Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981).
Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απώλεσε εισοδήματα ποσού 350.000 ευρώ, μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, (2.651,51 ευρώ x 11 έτη χ 12 μήνες), το οποίο θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν χρησιμοποιούσε η ίδια τις εγκαταστάσεις της ή παραχωρούσε σε τρίτους, έναντι ανταλλάγματος το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσείουσας κρίθηκε, αόριστο και απορριπτέο, με συνέπεια ο έβδομος λόγος της έφεσής της κατά της πρωτόδικης, που περιείχε το σχετικό παράπονο της, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι " καθώς δεν γίνεται μνεία ειδικότερα των εσόδων, που η ίδια θα αποκόμιζε από τη λειτουργία του ραδιοσταθμού (π.χ.
από διαφημίσεις κλπ), ούτε (μνεία) συγκεκριμένων προσφορών από τρίτους για τα επίδικα χρονικά διαστήματα ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση των εγκαταστάσεων του, ή τυχόν αντίστοιχα ανταλλάγματα η μισθώματα , που ελάμβαναν άλλοι ραδιοσταθμοί". Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας κατά το αίτημά της το σχετικό με την αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη της, απαιτώντας η απόφαση για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα διαφυγόντα κέρδη που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει κατά το επίδικο διάστημα η αναιρεσείουσα από τη χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεών της ή την παραχώρηση του δικαιώματος της εκμετάλλευσης αυτών σε τρίτους, έναντι ανταλλάγματος όμως δεν εξειδικεύονται τα έσοδα, που η ίδια θα αποκόμιζε από τη λειτουργία του ραδιοσταθμού, ούτε εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες προσφορές από τρίτους για τα επίδικα χρονικά διαστήματα.
Η παραπάνω αναγκαία εξειδίκευση είναι ασφαλώς δυνατή με βάση το μέσο όρο των καθαρών εσόδων από τη λειτουργία του σταθμού και ποιες ήταν οι συγκεκριμένες προσφορές από τρίτους και συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό κατ'εκτίμηση 14 (και όχι 1 και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αβάσιμος συνακολούθως τυγχάνει και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενος στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το μέρος της αγωγής που αφορούσε την απώλεια των κερδών της εναγούσης, από την χρήση των εγκαταστάσεων του σταθμού, την οποίαν της αποστέρησαν οι εναγόμενοι, και τούτο διότι οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη και απερρίφθησαν ως αόριστοι, κατά ανωτέρω εκτεθέντα.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης.
Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είχαν προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ. 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Δηλαδή, δεν αρκεί οι ισχυρισμοί αυτοί να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχαν επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.με το οποίο ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν.
Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 1386/2009, ΑΠ 729/2006, ΑΠ 1417/2002, ΑΠ 433/1998).
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008), η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 619/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για την απόρριψη της αγωγής της κατά των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του κι έκρινε ως βάσιμο κατ' ουσία τον καταλυτικό ισχυρισμό των τελευταίων από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο με βάση τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα: Με την από 23.2.2012 αγωγή της, ζήτησε η αναιρεσείουσα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν, μετά από νόμιμο περιορισμό: 1) για αποθετική ζημία, την οποία υπέστη, α) οι τρείς πρώτοι από αυτούς, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 250.000 ευρώ και β) όλοι οι αναιρεσίβλητοι το ποσό των 350.000 ευρώ και 2) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, μετά από νόμιμο περιορισμό:
α) ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 10.000 ευρώ και β) ο καθένας από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη το ποσό των 10.000 ευρώ, εις ολόκληρο ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, ενώ ως προς τον πρώτο εναγόμενο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης εκείνης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 20-4-2016 έφεσή της, το δε Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής , μέχρι την εξόφληση.
Ειδικότερα το Εφετείο ήχθη στην ανωτέρω απόφασή του με βάση τις ακόλουθες παραδοχές του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος των: "....Με βάση όμως τα παραπάνω, η αγωγική εξ αδικοπραξίας αξίωση, που αφορά στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων... έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι αυτοί, στην ένσταση που προέβαλαν τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις τους όσο και με δήλωσή τους ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά αυτού, αλλά και με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Συγκεκριμένα, οι επικαλούμενες από την ενάγουσα πράξεις των εν λόγω εναγομένων, που στοιχειοθετούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, έλαβαν χώρα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια την αγωγή, από το έτος 1998 έως το έτος 2001 και ο Κ… Σ… έμαθε για αυτές κατά τα έτη 2000 και 2001, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το έτος 2012.
Δεν είχε χωρήσει, δε, αναστολή παραγραφής, όλο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα των δέκα και πλέον ετών, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Το γεγονός ότι δεν φρόντισαν οι μέτοχοι της ενάγουσας να διορισθούν εκκαθαριστές, μετά τη λύση της εταιρείας (2002), εφόσον δεν ήταν δυνατόν, λόγω της μεταξύ τους ασυνεννοησίας, να συγκληθεί προς τούτο Γ.Σ., δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας που οδηγεί σε αναστολή της παραγραφής.
Ο δε Κ… Σ… , θα μπορούσε, αντί να ασκήσει την προαναφερθείσα αγωγή του ατομικά το έτος 2003, να αιτηθεί νωρίτερα το διορισμό εκκαθαριστών της εταιρείας, πράγμα που έπραξε μόλις το έτος 2007 κι ακόμη, εφόσον αυτοί παραιτούνταν, να αιτηθεί έγκαιρα, πριν παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής, το διορισμό του ως ειδικού εκπροσώπου της εταιρείας, για να ασκήσει την ένδικη αγωγή, (ενέργεια στην οποία τελικά προέβη μόλις το έτος 2010).
Οι χρονικές αυτές καθυστερήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τα επικαλούμενα από την ενάγουσα περιστατικά, τα οποία δεν συνιστούν, όπως προαναφέρθηκε, γεγονότα ανωτέρας βίας, που αναστέλλουν το χρόνο της παραγραφής, διαρκούντα μάλιστα συνεχώς για διάστημα πλέον της δεκαετίας και τα οποία, εξάλλου, θα έπρεπε να ισχύουν κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ, πράγμα που ουδόλως προέκυψε, απορριπτομένης της σχετικής αντένστασης της ενάγουσας ως νομικά αβάσιμης.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως παραγεγραμμένη. Ειδικότερα, το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχτηκε την ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ των αναιρεσιβλήτων και τότε εφεσίβλητων και απέρριψε την αγωγή.
Πλην όμως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν επανέφεραν σ' αυτό με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους τον ισχυρισμό αυτό από τη διάταξη του άρθρου 937ΑΚ που είχαν προτείνει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και τον οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ μπορούσαν να προβάλουν παραδεκτά ακόμα και για πρώτη φορά στο Εφετείο, για την απόκρουση της εναντίον τους έφεσης.
Αρκέστηκαν δε ν' αναφέρουν στις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν στο Εφετείο, ότι αρνούνται τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας και ότι επαναφέρουν όλες τις υποβληθείσες ένστάσεις και ισχυρισμούς, όπως περιέχονται στις πρωτόδικες προτάσεις, τις οποίες και προσκομίζουν. Η γενική όμως και μόνο αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς του συγκεκριμένου μέρους τους, και συνακόλουθα νόμιμο τρόπο επαναφοράς του προαναφερομένου ισχυρισμού αφού δε δεν έγινε νόμιμη επαναφορά και επίκληση αυτού, με τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στη νομική σκέψη, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια. Εξάλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άϋλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη.
Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019).
Επομένως, τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά τους συγκεκριμένα περιστατικά πρέπει να επικαλείται ειδικά και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 382/2011, πρβλ.
ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 864/2014).Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011). Από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος νομικού προσώπου για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτό να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή προστασία στην εμπορική του πίστη, την επαγγελματική του υπόληψη ή το εμπορικό του μέλλον ή τη φήμη του χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος νομικού προσώπου, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενού ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "... Κατά τη χρόνο, όμως, που η άδεια σύστασης της ενάγουσας εταιρίας ήταν σε ισχύ, κι ενώ εξέπεμπε ο προαναφερθείς ραδιοφωνικός σταθμός από τις ως άνω εγκαταστάσεις, βάσει της, επίσης, προαναφερθείσας προσωρινής άδειας και είχε κατατεθεί ο παραπάνω φάκελος για τη λήψη οριστικής άδειας, ο πρώτος εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, προέβη στις παρακάτω ενέργειες: 1) Δυνάμει της από … -1998 " Συστατικής πράξης και καταστατικού" ιδρύθηκε σωματείο με την επωνυμία "Ρ… ", το οποίο αναγνωρίστηκε με την υπ'αριθμ. 5840/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό "να υπηρετεί την τέχνη και τον πολιτισμό μέσω ραδιοφώνου και ευρύτερα δια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης καθώς και κάθε άλλου οπτικοακουστικού μέσου".
Μεταξύ των ιδρυτικών μελών αυτού ήταν ο πρώτος εναγόμενος αλλά και οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων (υπεύθυνος και εκπρόσωπος, αντίστοιχα), οι οποίοι ήταν σύζυγοι. Πριν δε την ίδρυση του ως άνω σωματείου, είχε προηγηθεί το από 20-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανάμεσα στον πρώτο εναγόμενο, αφενός, και τους δεύτερο εναγόμενο και το Ν… Χ… , αφετέρου, με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος- μέτοχος της ενάγουσας και ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος αυτής, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει συμβολαιογραφικά το 50% των μετοχών της στους ως άνω αντισυμβαλλομένους, χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Δ.Σ, πράγμα που τελικά δεν έγινε, καθώς ο Ν… Χ… ενημέρωσε τον έτερο μέτοχο Κ… Σ… . 2) Στις 26- 11-1998 ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Π.. , την προσωρινή διακοπή της ηλεκτροδότησης της υπ'αρ.
… παροχής ηλεκτρικού ρεύματος που ηλεκτροδοτούσε τις εγκαταστάσεις του ως άνω Ρ/Σ "… " με το διακριτικό τίτλο "…. FM", η οποία πραγματοποιήθηκε στις … -1998, ενώ στις … 1998 προέκυψε πιστωτικός λογαριασμός ποσού 450.621 δρχ, το οποίο επιστράφηκε στις 20-5-1998 στον Α… Σ… . Ακολούθως, στις 22-10-1999, υπογράφηκε από τη ΔΕΗ, νέο "Συμβόλαιο Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος" με καταναλωτή το Αστικό μη κερδοσκοπικό Σωματείο "Α… "Ρ… " … , αφού προσκομίστηκαν στη ΔΕΗ τα απαραίτητα δικαιολογητικά μεταξύ των οποίων και η (από … -1999) "Σύμβαση Μεταβίβασης -Παραχώρησης Αδείας Ραδιοφωνικού Σταθμού και Εγκαταστάσεων"...
Από τις 22-10-1999 και μετά, χρήση των εγκαταστάσεων του ραδιοφωνικού σταθμού της ενάγουσας, έκανε ο ραδιοφωνικός σταθμός "R… ", ο οποίος ανήκε στο σωματείο "Ρ… ". 3) Στην αμέσως παραπάνω αναφερθείσα, από … -1999, "Σύμβαση Μεταβίβασης -Παραχώρησης Αδειας Ραδιοφωνικού Σταθμού και Εγκαταστάσεων", ο πρώτος εναγόμενος, ως πρόεδρος και δ/νων Σύμβουλος της ενάγουσας, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι δωρίζει, μεταβιβάζει και παραδίνει στο σωματείο "Ρ… ", εκπροσωπούμενο από την τρίτη εναγόμενη, όλα τα πράγματα μαζί με όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και τυχόν απαιτήσεις (...),που απορρέουν από την παραπάνω άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια, η ενάγουσα εταιρία (κι ο έτερος μέτοχος της Κ… Σ… ) να μη λάβουν τίποτα ως αντάλλαγμα.
Στη συνέχεια δε το σωματείο "Ρ… ", μέλος του οποίου ήταν και ο πρώτος εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, θα πωλούσε περαιτέρω τις εγκαταστάσεις και όλα τα δικαιώματά του στη "Μ… ", αντί τιμήματος, ενώ η ενάγουσα εταιρία, θα είχε απεκδυθεί κάθε περιουσιακού της στοιχείου και δικαιώματος. Αυτό προκύπτει και από την από 15-9-2000 "Σύμβαση Εκχώρησης Συχνότητας Ρ/Σ και Μηχανημάτων", με την οποία το ως άνω σωματείο (Ρ… ) συμφώνησε με την ως άνω Α.Β.Ε.Ε να της εκχωρήσει τη χρήση της συχνότητας … MHZ, σε συνδυασμό με την επικείμενη εκχώρηση του σταθμού της ενάγουσας, αντί συνολικού τιμήματος 180.000.000 δρχ, έναντι του οποίου καταβλήθηκε αρραβώνας ποσού 10.000.000 δραχμών.
Μάλιστα η προαναφερθείσα από 30-9-1999 "Σύμβαση Μεταβίβασης -Παραχώρησης" υποβλήθηκε σης … -10-1999, δυνάμει της υπ'αριθμ. … αίτησης του εν λόγω σωματείου, στη Δ/νη Εποπτείας Μ.Μ.Ε του Υπουργείου Τύπου... αλλά δεν ευδοκίμησε, διότι, όπως επίσης αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 11 και 13 του Ν. 2328/1995, οι προσωρινές άδειες δεν μεταβιβάζονται.
Οι παραπάνω ενέργειες, στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος ως διαχειριστής της ενάγουσας εταιρίας σε συνεργασία με τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, είναι προφανές ότι δεν ήταν προς την κατεύθυνση της επίτευξης του εταιρικού σκοπού, ούτε έδιναν προβάδισμα ή προήγαγαν τα συμφέροντα της εταιρίας, όπως είχε καθήκον ο ανωτέρω να πράττει ως εκ της ως άνω θέσης του σε αυτήν...
αλλά, κατά τα φαινόμενα, αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων ή συμφερόντων τρίτων. Δεν προέκυψε δε, ότι οι ενέργειες αυτές ήταν σε γνώση του Κ… Σ… , καθώς δεν προσκομίζεται σχετική απόφαση του Δ.Σ, τα δε πρακτικά (από … -1999 της Γ.Σ, όσον αφορά στη μεταβίβαση στο "Ρ… " και από …. -2000 του Δ.Σ, όσον αφορά στη μεταβίβαση της συχνότητας στη "Μ… "), δεν φέρουν την υπογραφή του Κ… Σ… , γι' αυτό άλλωστε δεν είναι πλαστά, όπως υποστηρίζεται στην αγωγή, έχει δε για την πράξη αυτή αθωωθεί αμετάκλητα ο πρώτος εναγόμενος.
Ανεξάρτητα, όμως, της μη πλαστότητας αυτών, εφόσον είναι ανυπόγραφα από τον έτερο μέτοχο, ο οποίος στο περιεχόμενο τους αναφέρεται ότι παρίσταται, δεν προκύπτει οτι υφίσταται συναίνεση του και νόμιμη απόφαση των ως άνω οργάνων της ενάγουσας για τη σύναψη των προαναφερθεισών συμβάσεων μεταβίβασης. Ο πρώτος εναγόμενος υποστηρίζει, πράγμα, άλλωστε, που δεν αρνείται κι η ενάγουσα διά του ειδικού ως άνω εκπροσώπου της, ότι δεν επήλθε καμία μεταβολή στο καθεστώς ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρίας, όπως διαπίστωσε κατά τον ενδελεχή έλεγχο που διεξήγαγε σε αυτήν, το Σ.Δ.Ο.Ε.
και όπως επίσης αναφέρεται στο από 22- 6-2012 και με αριθμ. πρωτ. … έγγραφο της Νομαρχίας Π… . Το γεγονός, όμως, ότι, τελικά, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του πρώτου εναγομένου, δεν επήλθε το επιδιωκόμενο με τις προαναφερθείσες πράξεις του αποτέλεσμα, ήτοι δωρεά των περιουσιακών και λοιπών δικαιωμάτων της εταιρίας στο σωματείο "Ρ… ", στο οποίο κι αυτός ήταν ιδρυτικό μέλος και ακολούθως πώληση από το τελευταίο στην ως άνω εταιρία (Μ… ), κι επομένως, δεν επήλθε, εξ αυτού του λόγου, συντελεσμένη αντίστοιχη (αποθετική) περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα και τον έτερο μέτοχο της (ο οποίος δεν ήταν μέλος του ως άνω σωματείου, οπότε δεν είχε να λαμβάνει κάτι από το τίμημα, αν πραγματοποιείτο η σκοπούμενη μεταβίβαση-πώληση, γεγονός που συνηγορεί περαιτέρω στην έλλειψη γνώσης αυτού, αντίθετα με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου ότι ήταν σε γνώση του οι ως άνω κινήσεις), δεν σημαίνει ότι οι ενέργειες του πρώτου εναγομένου δεν επέφεραν, σε κάθε περίπτωση ηθική βλάβη σε αυτήν (ενάγουσα εταιρία), αφού η σύγκρουση που προκλήθηκε, εξαιτίας των παραπάνω πράξεών του, με τον έτερο μέτοχο αυτής - αδερφό του, οδήγησε στην κάμψη αυτής, έπληξε τη φήμη της, αλλά και γενικότερα η έλλειψη συνεννόησης και ουσιαστικού ενδιαφέροντος για τα συμφέροντα της εταιρίας, που οι ως άνω κινήσεις σαφώς δείκνυαν εκ μέρους του πρώτου εναγομένου- διευθύνοντα συμβούλου της ενάγουσας, επέφερε δυσλειτουργία αυτής, απότοκος της οποίας ήταν και να μην επιμεληθούν τα διαχειριστικά της όργανα την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, όπως απαιτείτο από το νόμο (Ν. 2579/1998 και Ν. 2819/2000) και συνακόλουθα να ανακληθεί η άδεια σύστασής της...
Εξάλλου, δεν άλλαξε μεν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας, αλλά είχε διακοπεί η ηλεκτροδότησή της με πρωτοβουλία του πρώτου εναγόμενου, κατά τα προεκτεθέντα και είχε ακολούθως παραχωρηθεί αυτή στο σωματείο "Ρ… ", οπότε είχε πάψει να εκπέμπει πλέον από αυτήν τη συχνότητα ο ραδιοφωνικός σταθμός της ενάγουσας χάνοντας τα οφέλη, που είχε από την εκπομπή (διαφημιστικά κλπ) και μάλιστα σε χρόνο που εκκρεμούσε η εκτίμηση του κατατεθέντος από αυτήν φακέλου για τη χορήγηση της οριστικής αδείας εκπομπής...
Από τα ανωτέρω αναφερθέντα, συνάγεται ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ως διαχειριστής της ενάγουσας εταιρίας, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και δεν ενήργησε εντός του πλαισίου που όφειλε και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να ενεργήσει για την προαγωγή των εταιρικών συμφερόντων της εταιρίας, αντίθετα με τα όσα έκρινε η εκκαλουμένη και γενομένου εν μέρει δεκτού κι ως ουσιαστικά βάσιμου του όγδοου λόγου της ένδικης έφεσης.
Τουναντίον, προέβη, εν γνώσει του, σε ενέργειες, οι οποίες δεν ήταν σύμφωνες με τα συμφέροντά της κι έρχονταν σε αντίθεση με την καλή πίστη και το γενικό πνεύμα δικαίου... και δεν απέφεραν κέρδος σε αυτήν. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το παρόν δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ενάγουσα εταιρία υπέστη ηθική βλάβη από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια (αδικοπρακτική) συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ως μέλους του Δ.Σ, προέδρου και δ/ντα συμβούλου αυτής, ο οποίος, όχι μόνο δεν συμπεριφέρθηκε με τρόπο, ώστε να προάγει και να προασπίσει τα συμφέροντα της εταιρίας με την ως άνω ιδιότητά του, ως όφειλε, ευθυνόμενος για κάθε πταίσμα...
αλλά μεθόδευσε ενέργειες με τις οποίες αυτή θα απεμπολούσε τα δικαιώματά της, και εξ αιτίας των οποίων μειώθηκε η πίστη και η επαγγελματική της φήμη και υπόσταση. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της πράξης του (πρώτου εναγομένου), το βαθμό του πταίσματος του, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών και με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης πείρας και της λογικής, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίησή της, για την ως άνω αιτία το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, με βάση και το είδος και τη βαρύτητα της βλάβης, που υπέστη η εμπορική της πίστη και το (εμπορικό) μέλλον της γενικότερα, εκτιμώμενου και του γεγονότος ότι η χορήγηση στην ενάγουσα εταιρία οριστικής άδειας ήταν, ούτως ή άλλως, αβέβαιη".
Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν και περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα, πρέπει να ανέλθει σε τρείς χιλιάδες(3.000) ευρώ, σε βάρος του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, συνυπολογίζοντας, μεταξύ των άλλων και την οικονομική του κατάσταση.
Όπως εξάγεται από το σύνολο των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεχόμενο το ανωτέρω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι μικρότερο από το επιδικαζόμενο σε ανάλογες περιπτώσεις.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι και από τον αριθμό 19) έκτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, επειδή το επιδικασθέν ποσό υπολείπεται και δη καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις", είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίου) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό ο οποίος επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 υπό τον τίτλο "βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημοσίου τομέως με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου.
Από την διατύπωση της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό και προς τον σκοπό της, όπως εμφαίνεται και στον τίτλο της, συνάγεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται κατά την ενώπιον των δικαστηρίων, αποδεικτική διαδικασία, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς η κατά την διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.Α.Π.8/1987 ΑΠ6/2019,ΑΠ 1427/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ., πλημμέλεια, συνιστάμενη στο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις από 12-12-2001,16-12-2001,16-12-2001,24-12-2001, 16-12-2001,20-7- 2001,8-2-2002,15-2-2002,3-2-2002 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 των Δ… Γ… , Β… Μ… , Χ… Β… , Ν… Κ… , Χ… Ν… , Ν… Μ… Κ… Σ… , Α… Α… , Ν… Λ… .
τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αγωγής της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, αποκρούοντας τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρίες τρίτων, που έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια της έννομης σχέσης της δίκης υπό την ευρεία έννοια καθώς η προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, την ίδια δε αγωγή επανάσκησε κατά των ιδίων διαδίκων, με το αυτό περιεχόμενο και τα ίδια αιτήματα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/ 2011).
Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 1491/2009). Για να είναι όμως ορισμένος και, άρα, παραδεκτός λόγος αναίρεσης που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποίο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασής του (ΑΠ 1491/2009).
Σύμφωνα με το άρθρο 432 ΚΠολΔ, τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη όταν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, έχουν τα στοιχεία τα απαραίτητα για το κύρος τους, δεν είναι τεμαχισμένα, τρυπημένα ή διαγραμμένα, δεν έχουν ξυσίματαα ή εξαλείψεις ή δεν είναι με άλλο τρόπο αλλαγμένα σε ουσιώδη μέρη τους και μπορούν να διαβαστούν., σύμφωνα δε με το άρθρο 455 ΚΠολΔ Έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Με τους ίδιους όρους αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων". Κατά δε το άρθρο 447 ΚΠολΔ, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο (και τελευταίο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν προσέδωσε τη δύναμη της πλήρους απόδειξης στο " Προσύμφωνο για την αγορά ραδιοφωνικού σταθμού" που φέρει ημερομηνία 20-10-2000, ανάμεσα στον Κ… Σ… , ως αντιπρόεδρο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και τον Μ… Χ… , αντί ποσού 880.410,86 ευρώ με προθεσμία υπογραφής οριστικών συμβολαίων την 30-11- 2000., ώστε να δεχθεί ως βάσιμο το ως άνω κονδύλιο της αποθετικής ζημίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα αποδεικτικό μέσο που περιβλήθηκε τον τύπο του από 20-10-2000 προσυμφώνου, το οποίο συνιστά ιδιωτικό έγγραφο που περιέχει δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβαλλομένων δεν παράγει απόδειξη υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας αφού ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής τυγχάνει εκδότης μαζί με τον αντισυμβαλλόμενο Μ… Χ… του ιδιωτικού αυτού εγγράφου το οποίο ο ίδιος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να επικαλείται ότι το προσκόμισε ο αντίδικος (πρώτος εναγόμενος), ώστε να έχει καταστεί κοινό αποδεικτικό μέσο.
Παρά το γεγονός αυτό όμως, ότι δηλαδή δεν αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη, δεν παύει να είναι υποστατό ως έγγραφο, το οποίο εμπίπτει στην έννοια του μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 340ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 585/2013, ΑΠ 1128/2011, ΑΠ277/2010).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 100/2018).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1456/2018, ΑΠ 472/2017) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: " Δεν προέκυψε, όμως, ότι η ενάγουσα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά μεγάλη πιθανότητα, αν δεν λάμβαναν χώρα οι ως άνω ενέργειες του πρώτου εναγομένου- ενός από τους δύο μετόχους της, θα πωλούσε τη ραδιοφωνική αυτή επιχείρησή της σε τρίτο, αντί του τιμήματος των 300.000 ευρώ (κι όπως το περιόρισε 250.000 ευρώ), όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, ναι μεν προσκομίζεται από αυτήν, το "Προσύμφωνο για την αγορά του ραδιοφωνικού σταθμού", που φέρει ημερομηνία 20-10-2000... και το οποίο φέρεται να έχει συναφθεί, μεταξύ του Μ… Χ… , ως ενδιαφερόμενου αγοραστή και του Κ… Σ… , αλλά ο τελευταίος, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρείας,, το θέμα δε αυτό δεν τέθηκε ποτέ στο Δ.Σ.
αυτής. Πέραν δε τούτου και του γεγονότος ότι το προσύμφωνο αυτό δεν φέρει βεβαία χρονολογία, το ως άνω ποσό κρίνεται υπερβολικό για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της ραδιοφωνικής επιχείρησης της εταιρείας, που αναφέρονται σ' αυτό, ήτοι το σύστημα ακτινοβολίας, ο πομπός και το μέρος της εγκατάστασης του κέντρου εκπομπής στον Υ… , καθώς και ο φάκελος που είχε υποβληθεί στο Ε.Σ.Ρ για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του σταθμού (που τελικά δεν χορηγήθηκε ).
Σε κάθε δε περίπτωση, η συμφωνία αυτή ήταν σε πρώιμο στάδιο, που ποτέ δεν προχώρησε, ώστε να υπάρχει βάσιμη και σφόδρα πιθανή προσδοκία αποκόμισης του ως άνω οφέλους, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, παραχώρηση των δικαιωμάτων και της (προσωρινής) άδειας του Ρ/Σ δεν ήταν δυνατή, οπότε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο".
Με βάση τις πραγματικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παρατίθενται πιο πάνω και ειδικότερα με τις παραδοχές του αποδεικτικού της πορίσματος διέλαβε πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις, ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη μη συνδρομή των όρων της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε.
Επομένως ο έβδομος (και τελευταίος), κατά το δεύτερο μέρος, λόγος της αίτησης, ως προς το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης ένεκα ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, επικαλούμενη ειδικότερα ότι: α) το "επιχείρημα" ότι ο Κ… Σ… , που υπέγραψε το εν λόγω προσύμφωνο με το Μ… Χ… " δεν είχε τέτοιο δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρείας, το θέμα δε αυτό δεν τέθηκε ποτέ στο Δ.Σ.
αυτής", ενώ υπήρχε αποδεδειγμένη πρόθεση και υπόσχεση του Μ… Χ… να καταβάλει 300.000.000 δρχ. αλλά δεν υπήρχε ούτε η ανάγκη ούτε και ο χρόνος για σύγκληση Δ.Σ., β) το " επιχείρημα" ότι το ως άνω ποσό των 300.000.000 δρχ., κρίνεται υπερβολικό, αντιφάσκοντας με προηγούμενες παραδοχές της ότι η αξία του ενεργητικού της ανερχόταν τουλάχιστον σε 180.000.000 δρχ.
και γ) το "επιχείρημα" ότι η συμφωνία ήταν σε πρώιμο στάδιο που ποτέ δεν προχώρησε ώστε να υπάρχει βάσιμη και σφόδρα πιθανή προσδοκία αποκόμισης του ως άνω οφέλους, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτός αναιρετικός λόγος τυγχάνει επιπλέον και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετη εκτίμηση της αναιρεσείουσας προς το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπησή της, δεν στερείται αιτιολογιών.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 298 ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμος, διότι οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, την οποία έτσι σωστά δεν εφάρμοσε.? Κατ'ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος, λόγω της ερημοδικίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι δεύτερος τρίτος και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, η οποία δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2018 αίτηση της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α… ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 252/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την ίδια απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους μόνο ως προς τα παραπάνω κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν. Και
Καταδικάζει τους 2ο, 3η και 4η αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ