Legislator Case Law & Legislation
1048/2019 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal regarding incorrect division of debt shares in bankruptcy auction distribution.

Case Number 1048/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding the distribution of funds from a bankruptcy auction. The Court found the lower court erred in allocating interest payments to the bank for the entire period, including dates before the bankruptcy declaration. Consequently, the Court ruled that the State should receive the full amount of interest accrued after the bankruptcy declaration, while the bank's share was limited to the period after that date.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 to 979 of the Code of Civil Procedure; The court must correctly allocate debt shares in bankruptcy auctions based on the timing of bankruptcy declaration, ensuring creditors who did not object to the ranking list do not receive interest prior to that date.

Keywords

AI generated
bankruptcy auction distribution creditor ranking list objection interest accrual period procedural allocation error partial appeal success

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 974 to 979 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 254/2017 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1048 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1048/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 21-5-2010 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και την από 2-6-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7258/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2234/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην πρώτη περίπτωση η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση.

Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 254/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση μόνο η αναιρεσίβλητη, ενώ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν εμφανίσθηκε, ούτε παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας, και ειδικότερα από το αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Λ., που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για την ανωτέρω δικάσιμο επέσπευσε το αναιρεσείον δια της πληρεξουσίας αυτού Βαΐας Παπακωνσταντίνου, παρέδρου του ΝΣΚ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ' ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως.

Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή εκείνου και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη.

Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.

Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μη καταταγέντες δανειστές βάλλουν με συνεκδικαζόμενες ανακοπές κατά της κατατάξεως του ίδιου δανειστή για την αποβολή του, θα υπολογισθούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων, και αν η απαίτηση του αποβαλλόμενου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, θα γίνει σύγκριση μεταξύ των τελευταίων από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισοβάθμων κατάταξη.

Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεκδικάσεως των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλόμενης κατά τα ανωτέρω συγκρίσεως των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως δια της αποβολής του καθ' ου η ανακοπή δανειστή, διαμορφώνεται επιγενομένη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων (άρθρο 76 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.) διότι η από την ακύρωση της κατατάξεως του καθού κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 189/2016, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 1229/2008), αφού για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε, όπως αναφέρθηκε, και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων από τους καθών οι ανακοπές (ΑΠ 1226/2006).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση που δεχθεί ως βάσιμες τις συνεκδικαζόμενες ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, θα προσδιορίσει ποιες απαιτήσεις, ποίων ανακοπτόντων και σε ποια έκταση θα καταταγούν, περιοριζόμενο, όμως, πάντοτε μέσα στα όρια του αιτήματος εκάστης ανακοπής.

Επομένως, αν με τη μία ανακοπή προσβάλλεται η κατάταξη της απαίτησης του καθού δανειστή στο σύνολό της, ενώ με άλλη συνεκδικαζόμενη ανακοπή προσβάλλεται η ίδια μεν απαίτηση αλλά μόνον κατά ένα μέρος, ο ανακόπτων στην τελευταία αυτή ανακοπή δεν θα καταταγεί στο αποδεσμευόμενο αλλά μη προσβαλλόμενο με την ανακοπή του μέρος της απαίτησης του καθού, αλλά, αποκλειστικά, στο μέρος αυτό θα καταταγεί μόνον ο ανακόπτων που προσέβαλε με την ανακοπή του το σύνολο της καταταγείσας απαίτησης, αφού ως προς το κονδύλι αυτό δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία.

Περαιτέρω, εάν η απόφαση που θα εκδοθεί, κατά το μέρος που ωφελεί τον ένα από τους διαδίκους, βλάπτει τον άλλο, ο βλαπτόμενος έχει δικαίωμα ν' ασκήσει ένδικο μέσο κατά της απόφασης που τον βλάπτει και συνεπώς και αίτηση αναίρεσης, την οποία μπορεί να την απευθύνει κατά εκείνου του διαδίκου που ωφελήθηκε σε βάρος του, έστω και αν αυτός ήταν ομόδικός του, ακόμη και όταν αυτός έλαβε τη θέση του ομοδίκου ή του αντιδίκου του, λόγω της συνεκδίκασης με τη δική του ανακοπή και ανακοπών άλλων δανειστών, οι οποίες δεν απευθύνονταν και κατ' αυτού και της έκδοσης, κατ' ανάγκην, κοινής, χωρίς αντιφατικές διατάξεις, απόφασης, για την απαίτηση που προσβλήθηκε και για τις απαιτήσεις που πρέπει να καταταγούν στη θέση της, στην περίπτωση που αυτή αποβλήθηκε από τον πίνακα κατάταξης (ΑΠ 1026/2010, ΑΠ 1226/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) συνεκδικάστηκαν οι από 2-6-2010, 21-5-2010 και 21-5-2010 ανακοπές του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας (... ΑΕ) και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (ήδη μη διαδίκου), αντίστοιχα, κατά του 1858/2010 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Δ.

Κ., στρεφόμενες οι δύο πρώτες από αυτές (του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης), μεταξύ άλλων, και κατά της Ε. Τ. του Γ., δικηγόρου, ως οριστικής συνδίκου της πτωχεύσεως των Ε. συζ. Α. Κ. και Α. Κ., ομορρύθμων μελών της πτωχεύσασας εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", ενεργούσας για λογαριασμό των δι' αυτής αναγγελθέντων τριών εργαζομένων και καταταγέντων στον προσβαλλόμενο πίνακα γενικών προνομιούχων πιστωτών (Β.

Κ., Κ. Κ. και Α. Γ.). Με την από 2-6-2010 ανακοπή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε, μεταξύ άλλων, τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, ώστε να αποβληθεί η καθής σύνδικος, με την ανωτέρω ιδιότητά της, ως προς τα ποσά των απαιτήσεων των ανωτέρω εργαζομένων από μισθούς, επιδόματα και τόκους αυτών, που αντιστοιχούν στο μεταγενέστερο της 19-7-2006, ημερομηνίας ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, χρονικό διάστημα και μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού (6-5-2009), και να καταταγεί αυτό (ανακόπτον) στο αποδεσμευόμενο αντίστοιχο συνολικό ποσό.

Επίσης, και η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ζήτησε, με την από 21-5-2010 ανακοπή της, να αποβληθεί από τον πίνακα η ως άνω σύνδικος, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, για τα αναγραφόμενα στην ανακοπή ποσά, που αντιστοιχούν στους τόκους των εργατικών απαιτήσεων των εκπροσωπούμενων από αυτή τριών εργαζομένων για το χρονικό διάστημα από 6-3-2007, ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης, μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού (6-5-2009), προκειμένου να καταταγεί η ίδια (αναιρεσίβλητη) στα ως άνω ποσά και συνολικά στο ποσό των 4.771,46 ευρώ.

Μετά την έκδοση της 7258/2014 απόφασης του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές οι ανακοπές των ήδη διαδίκων, εν μέρει αυτή του αναιρεσείοντος και στο σύνολό της εκείνη της αναιρεσίβλητης (ενώ απορρίφθηκε η ανακοπή του μη διάδικου μέρους), άσκησαν κατ' αυτής εφέσεις, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο και η ανωτέρω σύνδικος και εκδόθηκε επ' αυτών η προσβαλλόμενη 2234/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 89/28-3-2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή....

κατασχέθηκε αναγκαστικά η σ' αυτήν περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία, ανήκουσα κατά κυριότητα στους καθ' ων η αναγκαστική εκτέλεση, Ε. Χ. του Π., συζ. Α. Κ., και Α. Κ. του Ν., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ένα έκαστο εξ αυτών, με επίσπευση της ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε."... Δυνάμει της 90/4-4-2006 περίληψης της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης ...

ορίστηκε ως ημερομηνία (πρώτου) πλειστηριασμού η 19η Ιουλίου 2006, πλην όμως αυτός δεν πραγματοποιήθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας, εκδόθηκε η 248/31-1-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", με αυτόθροη συνέπεια τη συμπτώχευση των ομόρρυθμων εταίρων, καθ' ων η αναγκαστική εκτέλεση, ενώ οριστική σύνδικος ορίστηκε η δικηγόρος Αθηνών, Ε. Τ.... . Μετά από επανειλημμένες αναβολές και αναστολές, η ... ανακόπτουσα στη Β' ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.".., με τη 1560/12-3-2009 δήλωση επισπεύσεως, συνέχισε τη διαδικασία του ως άνω πλειστηριασμού.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 1873/26-3-2009 περίληψη πλειστηριασμού ακινήτου..., με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 6η Μαΐου 2009, οπότε και, εν τέλει, αυτός διενεργήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ..... η οποία και συνέταξε τη 1616/6-5-2009 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού. Το ως άνω κατασχεθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην προαναφερόμενη επισπεύσασα τον πλειστηριασμό τραπεζική εταιρεία...

αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος ποσού 45.000€. Στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν νόμιμα, προκειμένου να επιτύχουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους κατά των καθ' ων η εκτέλεση εκ του εκπλειστηριάσματος, μεταξύ άλλων: α) η Ε. Τ. για λογαριασμό των πιστωτών των πτωχών, εργαζομένων, Β.

Κ., Κ. Κ. και Α. Γ., επικαλούμενη το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, για δεδουλευμένους μισθούς, επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2005 μέχρι και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους για την πρώτη και από το Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι το Δεκέμβριο του 2005 για τους λοιπούς, πλέον των τόκων επί των ως άνω απαιτήσεων από τότε που κατέστησαν απαιτητές μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού (6-5-2009), ήτοι συνολικά για τα ποσά των 12.638 €, 5.058 € και 9.008 €, αντίστοιχα, β) το Ελληνικό Δημόσιο (Προϊστάμενος της …Δ.Ο.Υ ….), διά της ως άνω οριστικής συνδίκου, για απαιτήσεις του κατά της εκ των καθ' ων η εκτέλεση Ε.

Χ. συζ. Α. Κ., συνολικού ποσού 215.572,58 €, επικαλούμενο το προνόμιο του άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2093/1992 και γ) η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", ομοίως διά της ως άνω οριστικής συνδίκου, για απαιτήσεις της κατά της πρώτης των καθ' ων η αναγκαστική εκτέλεση, συνολικού ποσού 397.574,07€, μέρος του οποίου, ήτοι 50.000 € είναι ασφαλισμένο με υποθήκη επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου.

Η υπάλληλος του πλειστηριασμού..., λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος προς ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον προσβαλλόμενο 1858/14-4-2010 πίνακα κατατάξεως, στον οποίο, προ της κατατάξεως των αναγγελθέντων διανειστών, προέταξε την εκκαθαριστική πράξη προαφαίρεσης από το πλειστηρίασμα των εξόδων εκτελέσεως, συνολικού ποσού 8.342,19 €...

Μετά την προαφαίρεση του προαναφερόμενου ποσού και επί του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε, επί του συνόλου του πλειστηριάσματος και για το ποσό των 26.704€, τη σύνδικο της πτωχεύσεως ... σε ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων των εργαζομένων και ακολούθως, αφού προέβη στη διαίρεση του πλειστηριάσμος σε 1/3 και 2/3, κατέταξε στο 1/3 το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 3.317 €, σε μερική εξόφληση των εξοπλισμένων με το γενικό προνόμιο της πέμπτης τάξης του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ.

απαιτήσεών του, και στα 2/3 την "..." για το ποσό των 6.635,8€, σε μερική εξόφληση της ενυπόθηκης απαίτησής της, ύψους 50.000 €. Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (εκκαλουμένη), μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας ως προς την κατάταξη των απαιτήσεων των τριών εργαζομένων. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι απαιτήσεις τους, που αφορούν στις μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές και σε μη καταβληθέντα επιδόματα άδειας και εορτών είναι εξοπλισμένες με το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

και ορθώς κατετάγησαν ως ανωτέρω στον προσβαλλόμενο πίνακα,..., όχι όμως και οι παρεπόμενες αξιώσεις τους, ήτοι οι επί των ανωτέρω ποσών τόκοι, που αφορούν στο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού (6-5-2009), όπως μη νόμιμα έκρινε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος...

Έτσι, σύμφωνα με την εκκαλουμένη, η υπό της υπαλλήλου του πλειστηριασμού κατάταξη δεν είναι νόμιμη για το ποσό των 2.438,92€ ως προς τη Β. Κ., των 903,31 € ως προς την Κ. Κ. και των 1.603,93 € ως προς τον Α. Γ., και συνολικά για το ποσό των 4.952,16 €, το οποίο πρέπει να αποδεσμευθεί και στη θέση του να καταταγεί η ανακόπτουσα τράπεζα... .

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης... το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) παραπονείται ότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού (19-7-2006) αποτελεί την καταληκτική ημερομηνία, μετά την οποία οι τόκοι επί των απαιτήσεων των τριών εργαζομένων χάνουν τον προνομιακό τους χαρακτήρα και έλαβε υπόψη της...

την ημερομηνία πτώχευσης της οφειλέτιδας και στο, εν τέλει, αποδεσμευθέν ποσό κατέταξε, αντί αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), την ανακόπτουσα τράπεζα. Όπως εκτίθεται στην..... νομική σκέψη της απόφασης αυτής, στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες, εφόσον δεν αφορούν στην αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, με συνέπεια να μην έχουν χρονικό περιορισμό, αλλά άλλες αξιώσεις από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά, κατά την ανωτέρω διάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μόνον εφόσον προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού, έστω και αν αυτός, εν τέλει, διενεργήθηκε αργότερα, όπως στην επίδικη περίπτωση, λόγω αναβολής, αναστολής, ματαίωσης ή και επίσπευσής του από άλλο δανειστή.

Η ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης λαμβάνεται υπόψη, μόνο εφόσον πρόκειται για πίνακα διανομής που συντάσσεται κατά την πτωχευτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, ... μη νομίμως κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα οι τόκοι επί των ως άνω εργατικών απαιτήσεων, που αφορούν στο μετά τις 19-7-2006 (ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού) διάστημα και όχι στο μετά την κήρυξη της πτώχευσης τοιούτο και συγκεκριμένα το ποσό των 3.573 € ως προς τη Β.

Κ., των 1.408 € ως προς την Κ. Κ. και των 2.508 € ως προς τον Α. Γ., ήτοι, συνολικά 7.489 €, ... Η νομίμως αναγγελθείσα απαίτηση (των 50.000 €) της δεύτερης των εφεσιβλήτων (ανακόπτουσας), τραπεζικής εταιρείας, είναι εξοπλισμένη με υποθήκη και συνεπώς απολαμβάνει του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 976 αριθμ. 2 και 1007 παρ. 1 εδαφ.β' του Κ.Πολ.Δ.

ειδικού προνομίου, με συνέπεια, κατά τη διαδικασία κατάταξης, να υπερτερεί του γενικού προνομίου της πέμπτης τάξης του άρθρου 975 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο είναι εξοπλισμένη η απαίτηση του εκκαλούντος. Συγκεκριμένα, μετά την κατάταξη των εξοπλισμένων με το γενικό προνόμιο της τρίτης τάξεως του άρθρου 975 απαιτήσεις των εργαζομένων, όπως περιορίστηκαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος διαίρεσε, νομίμως, το εναπομείναν πλειστηρίασμα...

στο 1/3 και 2/3, κατ' άρθρο 977 του ίδιου Κώδικα. Ακολούθως, η μεν απαίτηση της... ανακόπτουσας... τραπεζικής εταιρείας, κατατάσσεται στα 2/3, ενώ η απαίτηση του... Ελληνικού Δημοσίου... στο 1/3 τούτου (πλειστηριάσματος). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, πρέπει να αποβληθεί της κατατάξεως το συνολικό ποσό των 7.489 € και στη θέση του πρέπει να καταταγεί η...

ανακόπτουσα... "..."... για το ποσό των 4.946,16 €,... και για το υπόλοιπο ποσό των 2.542,84 € πρέπει να καταταγεί το... Ελληνικό Δημόσιο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τις ανωτέρω εφέσεις κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την εξαφάνισε κατά τα αναφερόμενα σε αυτή κεφάλαια, στη συνέχεια δε, δεχόμενο εν μέρει τις ανακοπές του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και, μεταξύ άλλων, απέβαλε από αυτόν την σύνδικο Ε.

Τ., ως εκπροσωπούσα τους α) Β. Κ., β) Κ. Κ. και γ) Α. Γ., για το συνολικό ποσό των 7.489 ευρώ, και κατέταξε στη θέση της την αναιρεσίβλητη για το ποσό των 4.946,16 και το αναιρεσείον για το ποσό των 2.542,84 ευρώ. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, προβαίνοντας δηλαδή σε διαίρεση σε 2/3 και 1/3 όλου του αποδεσμευόμενου ποσού των 7.489 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 19-7-2006 (ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού) έως 6-5-2009 (ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού) και κατατάσσοντας στα 2/3 του εν λόγω (όλου) ποσού την αναιρεσίβλητη, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ., αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα έννοια αυτών, η αναιρεσίβλητη έπρεπε να καταταγεί στα 2/3 του αποδεσμευόμενου εκείνου ποσού, ως μέρους του προς διανομήν υπολοίπου πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 6-3-2007, (ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης), οπότε κατά την ανακοπή της έπαυσε ο προνομιακός χαρακτήρας των απαιτήσεων από τόκους των ως άνω εργαζομένων, έως 6-5-2009 (ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού) και όχι και στα 2/3 επί του ποσού, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 19-7-2006 (ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού) έως 6-3-2007 (ημερομηνία κήρυξης, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, της πτώχευσης), καθόσον κατά το μέρος αυτό η αναιρεσίβλητη δεν είχε προσβάλει με την ανακοπή της τον πίνακα κατατάξεως, και, ως εκ τούτου, στο αντίστοιχο αυτό ποσό έπρεπε να καταταγεί μόνον το αναιρεσείον, που είχε ανακόψει τον προσβαλλόμενο πίνακα για ολόκληρο το ποσό των τόκων πέραν της ημερομηνίας ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το επικουρικό μέρος αυτού, είναι βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το κύριο μέρος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα δεν κατέταξε αποκλειστικά το αναιρεσείον σε ολόκληρο το αποδεσμευόμενο ποσό είναι αβάσιμος, αφού οι πέραν της 6-3-2007 τόκοι των απαιτήσεων των εργαζομένων προσβλήθηκαν και με την ανακοπή της αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη και κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (εφόσον δεν παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις) πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2234/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ