Legislator Case Law & Legislation
1048/2018 AI generated

1048/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1048/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία προκύπτει ότι οι 6η, 7ος και 8η από τους φερόμενους ως αναιρεσίβλητους, που παραστάθηκαν νομίμως, είναι στην πραγματικότητα απλοί ομόδικοι της αναιρεσείουσας, διότι άπαντες υπήρξαν εναγόμενοι στην ένδικη, από 27-5-2013 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσίβλητων. Η τυχόν κατ’ ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αναιρεσείουσα δεν τους επηρεάζει και μόνο με την εν λόγω ιδιότητά τους θεωρείται ότι μετέχουν στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 558 εδ.α’ , ΑΠ 1294/2014).

Legislator headnote

AI generated

1048/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

Keywords

AI generated
water policy unpolluted wastewater breach of employment obligations work subject to authorization setback from water bodies wastewater charge
AI generated
2257/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 3/9/2012 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 46/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ως προς τον 18ο των αναιρεσιβλήτων.
866/2018
Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning when original court rejected claim as illegal without substantive fact-finding.
1449/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
248/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
978/2013
Supreme Court dismisses appeal against one employee but allows it for others due to lack of legal representation.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1048 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1048/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση ...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Διαμαντόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Π. του Α., χήρας Χ. Β., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, Β. Β. του Χ., 2) Χ. Β. του Χ., 3) Μ. Β. του Χ., 4) Μ. Β. του Θ. και 5) Χ. Β. του Χ., κατοίκων ..., εκ των οποίων παραστάθηκαν οι τρεις πρώτοι μετά και οι έτεροι δύο δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Σπυρίδωνος Μπαλατσούκα και Δημητρίου Βασιλείου, που κατέθεσαν προτάσεις. 6) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σια ΟΕ", με το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, 7) Δ. Π. του Γ. και 8) Μ. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Γκουτζιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2013 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με αριθμό ...-5-2013.

Εκδόθηκαν η 357/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως των από 29-12-2015 και 8-1-2016 εφέσεων, η 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία προκύπτει ότι οι 6η, 7ος και 8η από τους φερόμενους ως αναιρεσίβλητους, που παραστάθηκαν νομίμως, είναι στην πραγματικότητα απλοί ομόδικοι της αναιρεσείουσας, διότι άπαντες υπήρξαν εναγόμενοι στην ένδικη, από 27-5-2013 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσίβλητων. Η τυχόν κατ’ ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αναιρεσείουσα δεν τους επηρεάζει και μόνο με την εν λόγω ιδιότητά τους θεωρείται ότι μετέχουν στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 558 εδ.α’ , ΑΠ 1294/2014).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 922 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει. Η υποχρέωση σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε. Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε ειδικές δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν μια γενική εποπτεία.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρο 922 ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1361/2013). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και αρ.19).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του.

Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ’ εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες του και θεωρείται ως προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 623/2016, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014). Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, για να δικαιούται ο παθών ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, τα μέλη της οικογένειάς του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 133/2016, ΑΠ 910/2015).

3. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αγωγής προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφόμενης κατά του υπαιτίου εργατικού ατυχήματος, ως και κατ’ εκείνου που με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 876/2014, ΑΠ 52/ 2010).

Σε περίπτωση που τα ως άνω περιστατικά δεν εκτίθενται, θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έκρινε ορισμένη αγωγή και δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής, ως αόριστης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, εκτίθενται τα εξής:

Ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ. Β., συζύγου, πατέρα και γιού των εναγόντων (ήδη πέντε πρώτων από τους αναιρεσίβλητους), όταν κατά τη διάρκεια του ελαιοχρωματισμού της περιγραφόμενης στην αγωγή δεξαμενής της πρώτης εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας), προκλήθηκε έκρηξη στο εσωτερικό αυτής, οφειλόμενη στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας στο χώρο των εργασιών, τους οποίους οι εναγόμενοι (κυρία του έργου, εργολάβος εταιρία και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής) ήσαν υποχρεωμένοι να τηρούν.

Ότι η πρώτη εναγόμενη ως εργοδότρια και κυρία του έργου είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, αφού η εκτέλεσή του από την ανάδοχο δεύτερη εναγόμενη (κατά της οποίας, ως και των ομορρύθμων εταίρων αυτής, μόνο κατ’ άρθρο 558 εδ.α’ ΚΠολΔ στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως) γινόταν σε χώρο εργασίας της πρώτης εναγόμενης και ως εκ τούτου έφερε εκ του νόμου την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη επαγγελματικών κινδύνων, υποχρεούμενη να παράσχει στην ανάδοχο του έργου όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων στον κοινό τόπο εργασίας και να ελέγχει την υλοποίηση τους από αυτήν.

Ότι ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του ανωτέρου συζύγου, πατέρα και υιού των εναγόντων, ένεκα του νεαρού της ηλικίας του, προξένησε σ’ αυτούς ανείπωτη θλίψη και ψυχική οδύνη. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, 300.000 ευρώ ατομικά και 350.000 ευρώ ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, Β.

Β., υιού του θανόντος, σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, ενήλικα τέκνα του θανόντος, 350.000 ευρώ και σε καθένα από τους τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες, γονείς του θανόντος, 250.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 68 και 216 ΚΠολΔ, 681, 688-691 και 698, 914, 922, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1914) και δικαιολογούν την άσκησή της εκ μέρους των εναγόντων κατά των εναγομένων.

Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες αναφέρουν σ’ αυτήν ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους οφείλεται σε υπαιτιότητα της προστηθείσας εργολάβου εταιρίας, αλλά και της κυρίας του έργου, η οποία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό τους την εποπτεία και τον έλεγχο των εκτελουμένων εργασιών συντήρησης των εγκαταστάσεών της και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών στην εργολάβο, ήτοι ότι από την παράνομη συμπεριφορά τους και ειδικότερα από αμέλειά τους δεν έλαβαν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα και εξ αυτού επήλθε ο τραυματισμός αυτού, με τις εντεύθεν συνέπειες, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Το εφετείο, που έκρινε ομοίως, ουχί παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάγνωση που έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει του από 6-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρώτη εναγόμενη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης του ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, ανέθεσε στη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, που εκπροσωπήθηκε από τον ομόρρυθμο εταίρο, Δ.

Π. (τρίτο εναγόμενο) το έργο του δι’ αμμοβολής καθαρισμού και της βαφής δύο δεξαμενών νερού που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες τηλεθέρμανσης της πόλεως Κοζάνης, που βρίσκονται σε χώρο του ..., τον οποίο χρησιμοποιεί η πρώτη εναγόμενη. Ότι οι δύο δεξαμενές που έπρεπε να συντηρηθούν εσωτερικά, είναι κυλινδρικές, μήκους 10 μέτρων και διαμέτρου 3 μέτρων, με μία είσοδο ανθρώπου διαμέτρου 60-70 εκατοστών στην οροφή.

Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης μαζί με τους προσληφθέντες Χ. Β. και Ε. Α. ξεκίνησαν την 18-7-2011 εργασίες καθαρισμού σε εκτέλεση της σύμβασης με τη .... Ότι την 22-7-2011 και περί ώρα 11:00 ο Χ. Β. εισήλθε στην έμπροσθεν δεξαμενή, προκειμένου να αρχίσει τη βαφή της διά ψεκασμού με πιστολέτο πίεσης. Ότι ο Δ.

Π., εκτός δεξαμενής, χειριζόταν τη μηχανή χρώματος και ο Ε. Α., στην κορυφή αυτής, καθοδηγούσε το Χ. Β. σύμφωνα με τις οδηγίες του πρώτου. Ότι ο Χ. Β. έβαφε το εσωτερικό της δεξαμενής από ώρα 11:00 μέχρι 12:00, οπότε βγήκε για ένα διάλειμμα και κατόπιν εισήλθε για να συνεχίσει τη βαφή. Ότι τότε προκλήθηκε εκκωφαντικός θόρυβος και έκρηξη στη δεξαμενή, που επέφερε τον ακαριαίο θάνατο του Χ.

Β.. Ότι το αποτέλεσμα τούτο οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των εναγομένων. Ότι, ειδικότερα, η δεύτερη εναγόμενη (διά του νόμιμου εκπροσώπου της) επέτρεψε να δημιουργηθεί εκρηκτική ατμόσφαιρα εντός της δεξαμενής από τη συγκέντρωση των ψεκαζομένων προϊόντων, λόγω φτωχού αερισμού (στην ανθρωποθυρίδα υπήρχε ελαστικός αγωγός διαμέτρου 3/4 ίντσας) και έτσι ξεπεράστηκε το κατώτερο όριο ανάφλεξης σε συνδυασμό με τη μη αναγνώριση και αξιολόγηση του σχετικού κινδύνου, που επέβαλε τον έλεγχο της συγκέντρωσης των εύφλεκτων προϊόντων με εκρηξιόμετρο κατά την είσοδο του εργαζομένου και περιοδικά κατά τη διάρκεια της εργασίας και με χρήση προβολέα φωτισμού του χώρου αντιεκρηκτικού τύπου.

Ότι οι παραλείψεις αυτές και το περιβάλλον που δημιουργήθηκε, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την έκρηξη και το εξ αυτής θανατηφόρο γεγονός. Ότι από τη σύμβαση έργου που καταρτίστηκε συνάγεται ως προς την πρώτη εναγόμενη, ... ότι ως εργοδότρια διαφύλαξε για τον εαυτό της την επίβλεψη και εκτέλεση του έργου, που αποτελούσε έργο συντήρησης της υφιστάμενης δεξαμενής νερού.

Ότι μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εναγόμενης υφίστατο σχέση πρόστησης, ως συνάγεται και από τον όρο 3.3 της σύμβασής τους, με τον οποίο η εργοδότρια πριν την παραλαβή του έργου "υποχρεούτο" σε έλεγχο αυτού. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται ουδεμία συνυπαιτιότητα για τον παθόντα εργαζόμενο Χ.

Β. και, κατόπιν αυτού, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες όλες τις εφέσεις κατά της τότε εκκαλουμένης 357/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που είχε κρίνει ομοίως, τις οποίες συνεκδίκασε, μεταξύ των οποίων και αυτήν της ήδη αναιρεσείουσας, που υποστήριζε ότι δεν είχε την ιδιότητα της προστήσασας έναντι της εργολάβου εταιρίας.

5. Με την κρίση αυτή και την ως άνω παράθεση των παραδοχών, στις οποίες τη θεμελίωσε, το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες. Πράγματι, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του ότι υπήρξε μεταξύ της πρώτης εναγομένης, ως κυρίας του έργου και της δεύτερης, ως αναδόχου του έργου, σχέση προστήσεως, το δικαστήριο της ουσίας άντλησε επιχείρημα από το ότι η πρώτη είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα να ελέγξει την καλή εκτέλεση του έργου πριν από την παραλαβή του.

Η επιφύλαξη αυτή, όμως, αφορούσε μόνο στη διαδικασία παραλαβής του έργου και εξόφλησης του εργολάβου και δεν υπονοεί καθ’ εαυτήν ότι η κυρία του έργου κράτησε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον ανάδοχο, ώστε ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς αυτήν.

Ακόμη, ενώ στην αρχή των παραδοχών, το εφετείο δέχεται ότι η κυρία του έργου "ανέθεσε" το έργο στην ανάδοχο εταιρία, η οποία ξεκίνησε την "εκτέλεσή" του, στη συνέχεια αντιφατικά και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία δέχεται ότι η ίδια είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της την "επίβλεψη και εκτέλεση" του έργου, με συνέπεια (κατά την κρίση του εφετείου) να θεωρείται ως προστήσασα την ανάδοχο.

Και ως μοναδικό επιχείρημα για την παραδοχή αυτή χρησιμοποιεί το ως άνω αδόκιμο, ήτοι το δικαίωμα ελέγχου της καλής εκτέλεσης πριν από την παραλαβή του έργου και την πληρωμή της αμοιβής. Με τον τρόπο αυτό, όμως, το εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη είχε ή όχι την ιδιότητα του προστήσαντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς την αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Απριλίου και την 8η Μαΐου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ