1048/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1048/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-1-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 119/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1048/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Κ. χας Δ. Π., το γένος Α. Π., 2) Α. Π. του Δ., 3) Α. Π. του Δ. και 4) Χ. Σ. του Σ., συζ. Α. Π., για τον εαυτό της ατομικά και από κοινού με τον Α. Π. (3ο), ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους α) Ο. - Κ. Π. του Α. και β) Δ. Π. του Α., των οποίων ασκούν την επιμέλεια και γονική μέριμνα από κοινού, όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-1-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 119/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-1-2015 (αρ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 119/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τής ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ 686/2011, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1, ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας...
κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (ΑΠ 1207/2004). Επίσης, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:
α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 349/2014).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 38 παρ. 4 εδ. α’ και ε’ του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), 914 και 300 AK, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος-πεζού σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά και στο Εφετείο με τον 1ο λόγο της έφεσής της (άρθρ. 240, 562 αρ. 2 ΚΠολΔ) με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει συνυπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα μοτοσικλέτας αντί να κρίνει μόνο υπαίτιο του ατυχήματος το θανόντα πεζό, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του θανόντος πεζού θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 (μόνο) του ως άνω άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 300 ΑΚ, επειδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα δίκυκλης μοτοσικλέτας και του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος πεζού, που είχε προταθεί παραδεκτά κατ’ ένσταση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε επίσης στο Εφετείο, επικουρικά, με τον 1ο λόγο της έφεσης.
Όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και την υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού και του θανόντος πεζού, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος την 11.10.2009 και περί ώρα 18.30 οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του υπ’ αρ.
πινακίδων κυκλοφορίας ... εργοστασίου κατασκευής KAWASAKI, η οποία ήταν ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία για την κάλυψη της αστικής ευθύνης του από την πρόκληση ζημιών σε τρίτους, στην οδό ... με κατεύθυνση από την οδό .... Στο ύψος της οδού ... ο Δ. Π., εβδομήντα πέντε ετών, ξεκίνησε να διασχίσει την οδό ...
πεζός με το σκύλο του, δεμένο με τον κατάλληλο προς τούτο ιμάντα, από το πεζοδρόμιο της χωμάτινης αλάνας απέναντι από το στρατόπεδο "..." προς το απέναντι πεζοδρόμιο, δηλαδή προς το πεζοδρόμιο του στρατοπέδου. Ο σκύλος προπορευόταν του πεζού. Η οδός ... είναι ασφαλτοστρωμένη και στο ύψος εκείνο είναι ευθεία χωρίς κλίσεις, διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 8,70 μέτρων.
Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε επαρκές φως, διότι δεν είχε νυχτώσει ακόμη, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των πεζών ήταν κανονική και των οχημάτων πυκνή. Το όριο ταχύτητας ήταν πενήντα χιλιόμετρα ανά ώρα, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Όταν ο Δ. Π. είχε ήδη διασχίσει περίπου τρία τέταρτα του πλάτους του οδοστρώματος συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο επί του οχήματός του με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό, ο οποίος διέσχιζε το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας και όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη διασχίσει τα δύο τρίτα του οδοστρώματος, δηλαδή βρισκόταν ήδη στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, να αιφνιδιαστεί από την παρουσία του στο οδόστρωμα και να επιχειρήσει βεβιασμένη τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας, η οποία ανετράπη λόγω της ισχυρής πέδησης, σύρθηκε ακυβέρνητη επί του οδοστρώματος, έφθασε τον πεζό, ο οποίος εν τω μεταξύ πλησίαζε στο απέναντι πεζοδρόμιο, τον έριξε στην άσφαλτο και τον παρέσυρε.
Οι χαραγές που προκλήθηκαν στο οδόστρωμα αποδεικνύουν ότι η μοτοσικλέτα σύρθηκε συνολικά επί είκοσι τρία μέτρα στην άσφαλτο. Ο Δ. Π. διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης και αργότερα στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας πλην όμως εξέπνευσε αυθημερόν. Από την περιγραφείσα παράσυρση και πτώση του στο οδόστρωμα υπέστη πολλαπλά βαριά κρανιοεγκεφαλικά κατάγματα στην αριστερή βρεγματική και κροταφική χώρα και στο πρόσωπο και διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία.
Τα κρανιοεγκεφαλικά κατάγματα που υπέστη από τη βίαια πτώση του στο οδόστρωμα προκάλεσαν το θάνατό του (βλ. την ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Θράκης Π. Π. προς το Τμήμα Τροχαίας Καβάλας υπ’ αρ. .../09 με ημερομηνία 15.10.2009). Από την εξέταση των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται κυρίως στην αμελή οδήγηση του πρώτου εναγομένου και ειδικότερα στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με τεταμένη προσοχή ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο επί του οχήματός του αλλά και στο γεγονός ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με την ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου και υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των εξήντα δύο χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ.
την τεχνική έκθεση του εκτιμητή ζημιών Κ. Κ. με ημερομηνία 13.1.2010).
Για τους λόγους αυτούς δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό, ώστε να μειώσει νωρίς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, και αιφνιδιάστηκε όταν τον αντιλήφθηκε λίγα μέτρα πριν να τον παρασύρει. Επειδή ο οδηγός της μοτοσικλέτας τον αντιλήφθηκε καθυστερημένα, αντέδρασε βεβιασμένα και αδέξια, δηλαδή χρησιμοποίησε έντονα το σύστημα πέδησης της μοτοσικλέτας με συνέπεια την εμπλοκή στον εμπρόσθιο τροχό της, την ανατροπή και την ακυβέρνητη πορεία της επί του οδοστρώματος, η οποία είχε ως συνέπεια την παράσυρση και το θάνατο του πεζού.
Εξάλλου, αν οδηγούσε την μοτοσικλέτα με μικρότερη ταχύτητα και είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, έλεγχε δε το οδόστρωμα μπροστά του, σε όλο το πλάτος και μήκος του, θα ήταν ευχερέστερο είτε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά είτε να τροχοπεδήσει ομαλά, χωρίς να ανατραπεί το όχημά του και να χάσει τον έλεγχό του.
Ως εκ τούτου, η ως άνω παράνομη και υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά του εναγομένου, ανεξαρτήτως των όποιων παραβιάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας οδήγησε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στο θάνατο του Δ. Π.. Επομένως, υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του Δ.
Π. είναι ο πρώτος εναγόμενος. Κατά συνέπεια υποχρεούται στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανόντος. Αναφορικά με την εξέταση της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Ο Δ. Π. επιχείρησε να διασχίσει την οδό ...
από σημείο, στο οποίο δεν υπήρχε ούτε διάβαση πεζών ούτε φωτεινός σηματοδότης, έτσι ώστε να προβεί στην ενέργειά του αυτή με σχετική ασφάλεια. Δηλαδή, εισήλθε στο οδόστρωμα από σημείο, από το οποίο όφειλε κατ’ αρχήν να μην εισέλθει, διότι η είσοδος πεζού στο οδόστρωμα από μη προβλεπόμενο σημείο αιφνιδιάζει τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό και προκαλεί κίνδυνο τροχαίου ατυχήματος.
Εν προκειμένω, η μη προβλέψιμη, δηλαδή από σημείο χωρίς διάβαση πεζών ή φωτεινό σηματοδότη, είσοδος του θανόντος στο οδόστρωμα αιφνιδίασε τον πρώτο εναγόμενο και συνέβαλε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του θανάτου του. Το γεγονός ότι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως υπάρχει διάβαση πεζών εκατό μέτρα μακριά από το σημείο που επέλεξε ο θανών να διασχίσει την οδό, επιβεβαιώνει ότι είχε τη δυνατότητα να κατευθυνθεί στη διάβαση και να διασχίσει την οδό μέσω αυτής, δηλαδή να συμπεριφερθεί επιμελέστερα, αλλά δεν το έπραξε.
Επίσης, πριν επιχειρήσει να διασχίσει την οδό, έστω και από το ανωτέρω μη προβλεπόμενο σημείο, δεν έλεγξε, ως όφειλε, δεξιά και αριστερά με σκοπό να διαπιστώσει, ποια ήταν η κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να περάσει απέναντι χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο ατυχήματος. Εάν το είχε πράξει, θα είχε αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, δεδομένου ότι υπήρχε φως και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από εμπόδια και θα της παραχωρούσε την προτεραιότητα, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα.
Πρόκειται για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, η οποία διαπιστώθηκε ανεξαρτήτως των όποιων παραβιάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και συντέλεσε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στο θάνατο του Δ. Π.. Επομένως, συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του είναι και ο Δ.
Π.. Το γεγονός βεβαίως ότι είχε διέλθει σχεδόν ολόκληρο το οδόστρωμα πριν από την παράσυρσή του ενισχύει τη διαπίστωση ότι ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται με μεγαλύτερο ποσοστό υπαιτιότητας. Δεν αποδείχθηκε ότι η ύπαρξη του προπορευόμενου σκύλου και των δύο σταθμευμένων οχημάτων, ενός δίπλα σε κάθε πεζοδρόμιο της οδού ..., συντέλεσαν στην πρόκληση του ατυχήματος.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσαν σύγχυση στον οδηγό της μοτοσικλέτας αναφορικά με την κίνηση του πεζού ούτε μείωσαν την ορατότητά του. Επίσης, το γεγονός ότι ο θανών οδοιπορούσε τακτικά και γνώριζε καλά την περιοχή δεν αναιρεί τη συνυπαιτιότητά του, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καλή γνώση της περιοχής τον οδήγησε σε επιμελέστερη συμπεριφορά αλλά αντιθέτως του δημιούργησε αυξημένο αίσθημα βεβαιότητας, λόγω του οποίου, συμπεριφέρθηκε αμελέστερα από ότι ο μέσος συνετός πεζός, ο οποίος κινείται στις κεντρικές και πολυσύχναστες οδούς της Ξάνθης.
Λαμβανομένων υπ’ όψιν των ειδικών περιστάσεων του ατυχήματος, δηλαδή του αριθμού και ιδίως της βαρύτητας των σημείων της αμελούς και ζημιογόνου συμπεριφοράς εκάστου προσώπου, το ποσοστό υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος και του συνακόλουθου θανάτου του Δ. Π. ανέρχεται σε 85% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος ανέρχεται σε 15%.
Όπως προαναφέρθηκε, η μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία για την κάλυψη της αστικής ευθύνης από την πρόκληση ζημιών σε τρίτους.
Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη είναι συνυπόχρεη με τον οδηγό της μοτοσικλέτας για την αποκατάσταση κάθε ζημίας που προκλήθηκε από το ατύχημα και συνεπώς και για τη χρηματική ικανοποίηση των μελών της οικογενείας του θανόντος λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, και κρίνοντας ότι ο θανών πεζός είναι συνυπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα αυτός κατά ποσοστό 15%, το Εφετείο, δέχτηκε τον συναφή με την υπαιτιότητα 1ο λόγο της έφεσης των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί συντρέχον πταίσμα του θανόντος κατά ποσοστό 30%, και ακολούθως μετά και την παραδοχή και των συναφών με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγων των εφέσεων των εναγομένων, εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση στο σύνολό της και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη επιδικάζοντας στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 38 παρ. 4 εδ. α’ και εδ. ε’ του ΚΟΚ, 914 και 300 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η οποία εστιάζει τις αιτιάσεις της μόνο στην αμελή συμπεριφορά του πεζού, υπήγαγε τα ως άνω γενόμενα δεκτά απ’ αυτή ως προκύψαντα από τις αποδείξεις περιστατικά της οδικής συμπεριφοράς του θανόντος πεζού στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, τους οποίους ορθά εφάρμοσε αποδίδοντας ευθύνη τόσο στον οδηγό όσο και στον πεζό.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο θανών πεζός συνετέλεσε στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του με συνυπαιτιότητά του, συνιστάμενη σε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές, με βάση τις οποίες έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα μοτοσικλέτας όσο και του θανατωθέντος πεζού κατά ποσοστό 85% και 15%, αντίστοιχα, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, Α) καθόσον αφορά την επικαλούμενη με το αναιρετήριο έλλειψη της απόφασης, επειδή η προσβαλλομένη απόφαση αν και δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας όφειλε να αντιληφθεί από μεγαλύτερη απόσταση τον παθόντα πεζό, εν τούτος δεν προσδιορίζει εάν αντικειμενικά ήταν δυνατός ο έλεγχος, ώστε ο οδηγός της μοτοσικλέτας να αντιληφθεί εγκαίρως (κατά τη νύκτα), τον παθόντα πεζό και να τον αποφύγει, η σχετική αιτίαση αβασίμως προβάλλεται, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, η οδός ...
στην οποία συνέβη το ατύχημα "είναι ευθεία χωρίς κλίσεις... διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 8,70 μέτρων... κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία... υπήρχε επαρκές φως, διότι δεν είχε νυχτώσει ακόμη, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια... ο Δ.
Π. είχε ήδη διασχίσει περίπου τρία τέταρτα του πλάτους του οδοστρώματος... όταν συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα και... Δεν αποδείχθηκε ότι η ύπαρξη του προπορευόμενου σκύλου και των δύο σταθμευμένων οχημάτων, ενός δίπλα σε κάθε πεζοδρόμιο της οδού ...... μείωσαν την ορατότητά του" προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ήταν αντικειμενικά δυνατός ο έλεγχος, ώστε ο οδηγός της μοτοσικλέτας να αντιληφθεί εγκαίρως (κατά τη νύκτα), τον παθόντα πεζό και να τον αποφύγει.
Β) Επίσης, δεν υπάρχει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αντίφαση, μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται κυρίως στην αμελή οδήγηση του πρώτου εναγομένου και ειδικότερα στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με τεταμένη προσοχή ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο επί του οχήματός του αλλά και στο γεγονός ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με την ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου και υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των εξήντα δύο χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ.
την τεχνική έκθεση του εκτιμητή ζημιών Κ. Κ. με ημερομηνία 13.1.2010).
Για τους λόγους αυτούς δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό, ώστε να μειώσει νωρίς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, και αιφνιδιάστηκε όταν τον αντιλήφθηκε λίγα μέτρα πριν να τον παρασύρει" και της εν συνεχεία παραδοχής του ότι "Εν προκειμένω, η μη προβλέψιμη, δηλαδή από σημείο χωρίς διάβαση πεζών ή φωτεινό σηματοδότη, είσοδος του θανόντος στο οδόστρωμα αιφνιδίασε τον πρώτο εναγόμενο και συνέβαλε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του θανάτου του" αφού η μία παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη, ούτε ο αιφνιδιασμός του οδηγού αποκλείει την αμέλεια αυτού υπό τις ως άνω περιστάσεις οδηγικής συμπεριφοράς και συνακόλουθα αποκλείει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων του οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Και τούτο, διότι ο αιφνιδιασμός πρέπει να ελέγχεται κατά την ένταση και την προέλευσή του από κάθε συνυπάιτιο στην πρόκληση του ατυχήματος-δυστυχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αντικειμενική δυνατότητα αντίδρασης του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου μοτοσικλέτας, ενόψει του εμφανισθέντος κινδύνου από την κάθοδο του πεζού στο οδόστρωμα, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα και δέχτηκε ότι μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων τόσο του οδηγού όσον και του πεζού στην πρόκληση του δυστυχήματος, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος.
Τέλος, Γ) o ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει την ίδια ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, ενώ η εν λόγω απόφαση δέχεται ότι ο παθών πεζός δεν έλεγξε πριν κατέλθει στο οδόστρωμα και ότι εάν είχε ελέγξει θα είχε αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, δεδομένου ότι ως προς αυτόν υπήρχε ορατότητα μη περιορισμένη από εμπόδια και θα της είχε παραχωρήσει προτεραιότητα, ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα, εν τούτοις, όμως, δέχεται πως ο παθών πεζός είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 15% του ατυχήματος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την προσχηματική επίκληση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας, του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, και του θανόντος πεζού, η οποία ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη.
Επομένως, και ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και εν μέρει κατά τα ανωτέρω ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 119/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ