Legislator Case Law & Legislation
1048/2014 AI generated

1048/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1048/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Το Ελληνικό Δημόσιο με την από 8-10-1998 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας, ως αγοράστριας, και των λοιπών ομοδίκων της, ως πωλητών, καθώς και κατά των κληρονόμων ενός από αυτούς [υπό στοιχ.1α' έως 1στ' της αγωγής], αρχικών συγκυρίων του περιγραφόμενου σ' αυτήν ιδιωτικού δάσους Πόρων Πιερίας, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταρτισθείσας μεταξύ των αντιδίκων του οριστικής, σε εκτέλεση προσυμφώνων, σύμβασης πώλησης εξ αδιαιρέτου ποσοστού 54,46 % [που το είχαν προσδιορίσει και σε επί μέρους τμήματα με αριθμούς 4 έως και 33],δυνάμει του με αριθμό ...

Legislator headnote

AI generated

1048/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 17265/1999 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην των νομίμως κλητευθέντων δεύτερης, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατης των εναγομένων [οι οποίοι θεωρήθηκε ότι εκπροσωπούνται από τους λοιπούς παριστάμενους αναγκαίους ομοδίκους τους],αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για τον εναγόμενο Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1048 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1048/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΑΞΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ταούλα, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της 6ης αναιρεσίβλητης στο ορθό "Χ. Κ. αντί του εσφαλμένου που αναγράφεται στην αναίρεση "Χ. Κ." .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ..., 2. Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3. Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 4. Φ. συζ. Γ. Β., κατοίκου ..., 5. Κ. συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., 6. Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 7. Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 8. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 10. Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 11. Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Ε. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 13 Ν. Κ. του Μ. κατοίκου ..., 14. Α. Κ. του Μ. συζ. Τ., κατοίκου ..., 15. Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 16. Ε. Κ. του Δ. συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., 17. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 18. Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 19. Φ. Τ. του Α., 20. Ε. Τ. του Α., 21. Π. Τ. του Α., 22.Δ. Δ. του Α., 23. Ν. Δ. του Α., 24. Φ. χήρας Χ. Κ., το γένος Μ., 25.Ν. Κ. του Χ., 26. Ζ. Κ. του Χ., 27 Α. Κ. του Χ., 28.Δ. Μ. του Ι., 29. Μ. Μ. του Ι. 30. Μ. Α. του Ι. κατοίκων ..., και 31. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1998 αγωγή του ήδη 31ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17265/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2540/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Το Ελληνικό Δημόσιο με την από 8-10-1998 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας, ως αγοράστριας, και των λοιπών ομοδίκων της, ως πωλητών, καθώς και κατά των κληρονόμων ενός από αυτούς [υπό στοιχ.1α' έως 1στ' της αγωγής], αρχικών συγκυρίων του περιγραφόμενου σ' αυτήν ιδιωτικού δάσους Πόρων Πιερίας, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταρτισθείσας μεταξύ των αντιδίκων του οριστικής, σε εκτέλεση προσυμφώνων, σύμβασης πώλησης εξ αδιαιρέτου ποσοστού 54,46 % [που το είχαν προσδιορίσει και σε επί μέρους τμήματα με αριθμούς 4 έως και 33],δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου-Ζαχαριάδου, καθώς και των συμπληρωματικών-διευκρινιστικών μεταγενέστερων αυτού, συμβολαίων με αριθμούς 7385/1981 και 7754/1982 της ίδιας Συμβολαιογράφου που νόμιμα είχαν μεταγραφεί. Η ακυρότητα είχε επέλθει, κατά την αγωγή, διότι η εκποίηση είχε γίνει κατά παράβαση των διατάξεων:

α] του άρθρου 35 του ν.998/1979 που απαγορεύει την εν λόγω μεταβίβαση, επειδή σε τμήματα του πωληθέντος, με το πρώτο συμβόλαιο, δάσους, είχαν εκδηλωθεί δύο πυρκαγιές, η μεν πρώτη στις 5-5-1978,όπως τούτο προέκυπτε από το προσαρτηθέν στο συμβόλαιο με αριθμό 1370/16-2-1981 πιστοποιητικό της Δ/νσης Δασών της Νομαρχίας Πιερίας, η δε δεύτερη στις 21-7-1981,οπότε και κηρύχθηκε αναδασωτέα η καείσα δασική έκταση,με απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, η οποία αργότερα, το έτος 1988;ανακλήθηκε και β] του άρθρου 60 παρ.1 του ν.δ. 86/1969,επειδή πρόκειται για μεταβίβαση κατατετμημένου ιδιωτικού δάσους που έγινε χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 17265/1999 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην των νομίμως κλητευθέντων δεύτερης, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατης των εναγομένων [οι οποίοι θεωρήθηκε ότι εκπροσωπούνται από τους λοιπούς παριστάμενους αναγκαίους ομοδίκους τους],αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για τον εναγόμενο Δ.

Ν. [υπό στοιχ. 1 β της αγωγής] λόγω του ότι αυτός είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής, στη συνέχεια έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά την πρώτη βάση της, ήτοι κατά μέρος που με αυτήν εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών λόγω παράβασης του άρθρου 35 του ν.998/1979, με την αιτιολογία ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν προέκυπτε καταστροφή του δάσους από πυρκαϊά, και ουσιαστικά αβάσιμη κατά την δεύτερη βάση της με την αιτιολογία ότι η επίδικη σύμβαση δεν αφορούσε [απαγορευμένη] εκποίηση διαιρετών τμημάτων ιδιωτικού δάσους, ώστε να απαιτείται άδεια του Υπουργού Γεωργίας αλλά [επιτρεπόμενη] πώληση και μεταβίβαση κυριότητας ιδανικών μεριδίων αυτού.

Ακολούθως ύστερα από έφεση που ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο εκδόθηκε η 2540/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και ως προς την απορριφθείσα πρωτοδίκως πρώτη βάση της, στην συνέχεια, μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, [χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την δεύτερη βάση της] και αναγνώρισε την ακυρότητα των ένδικων δικαιοπραξιών, με την αιτιολογία ότι το περιεχόμενο του 401/1993 πιστοποιητικού της Δ/νσης Δασών της Νομαρχίας Πιερίας που είχε προσαρτηθεί στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, δεν καλύπτει την προβλεπόμενη από το άρθρο 35 του ν.998/1979 προϋπόθεση.

Παράλληλα απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που είχαν προτείνει οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, καθώς και τον ισχυρισμό τους περί παραιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από το δικαίωμα του να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών. Η απόφαση του Εφετείου, εκδόθηκε ερήμην των εφεσίβλητων-εναγομένων με αριθμό 1 [Α.

συζ. Δ. Ν., Δ. Ν. - παρά το γεγονός ότι ως προς αυτόν είχε απορριφθεί η αγωγή πρωτοδίκως ως απαράδεκτη κατά τα προδιαληφθέντα-Ν. Ν., Φ. Β., Κ. Τ. και Χ. Κ.-κληρονόμων του πωλητή Κ. Μ.],με αριθμό 2 [Χ. Κ.], με αριθμό 8 [Μ. Κ.] και με αριθμό 9 [Ε. Κ.], οι οποίος ως αναγκαίοι ομόδικοι νομίμως κλητευθέντες, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύονται από τους λοιπούς που παραστάθηκαν.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε η με αριθμό κατάθεσης 242/26-7-2002 αίτηση αναίρεσης εξ ονόματος όλων των εναγομένων - εφεσιβλήτων [ακόμη και του Δ. Ν. που όπως προαναφέρθηκε είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση της αγωγής] καθώς και των κληρονόμων όσων εν τω μεταξύ είχαν αποβιώσει. Επί της αιτήσεως, εκδόθηκε αρχικά η 890/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.

Στη συνέχεια με την από 16-6-10 κλήση της εικοστής τετάρτης των αναιρεσειόντων, εταιρίας με τη επωνυμία "ΑΝΩΝ.ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΑΞΩΝ", [αγοράστριας] που απευθύνθηκε κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και κατά των αναιρεσειόντων με στοιχεία 1 έως και 6, 7 έως και 12, 14, 17, 18, 20 και 21 καθώς και κατά των Ν.

και Α. Κ., ως κληρονόμων του 13ου αναιρεσείοντος Μ. Κ., Ε. Κ. ως κληρονόμου του 15ου αναιρεσείοντος Β. Κ., Κ., Φ., Ε. και Π. Τ., ως κληρονόμων του 19ου αναιρεσείοντος Α. Τ., Φ. χήρας Δ. Κ., Ν., Ζ. και Α. Κ. ως κληρονόμων του 22ου αναιρεσείοντος Δ. Κ. και Δ., Μ. και Α. Μ. ως κληρονόμων του 23ου αναιρεσείοντος Ι. Μ., επαναφέρθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση και εκδόθηκε στη συνέχεια η 1611/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία:

α] απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες Χ. χήρα Ν. Κ. n [7η] και Μ. Κ. [13ος], λόγω του ότι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής, β] απορρίφθηκε η κλήση της επισπεύδουσας την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πιο πάνω εταιρίας και κατά το μέρος που αυτή απευθύνθηκε κατά των κληρονόμων του Μ.

Κ., γ] συζητήθηκε η υπόθεση ερήμην των λοιπών αναιρεσειόντων-καθών η κλήση [που νόμιμα είχαν κλητευθεί] και αντιμωλία της επισπεύδουσας πιο πάνω εταιρίας και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και δ] απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης με την παρακάτω αιτιολογία: " ... Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους ως άνω ερημοδικασθέντες μ' αυτήν διαδίκους ή αναλόγως στους κληρονόμους όσων απ' αυτούς απεβίωσαν είτε πριν είτε μετά την έκδοσή της, ώστε να αρχίσει γι' αυτούς κατά το άρθρο 503§1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144§2 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.

Έτσι όμως αυτοί έχουν εξακολουθητικά δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης και μάλιστα από οποιονδήποτε των ήδη αναιρεσειόντων, αφού μεταξύ τους, όπως ορθά έκρινε και η εφετειακή απόφαση, υφίσταται δεσμός αναγκαίας ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔικ.

Πρέπει συνεπώς για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση, αφού και ο δικηγόρος, που υπέγραψε το δικόγραφό της, δεν προκύπτει ότι έχει την αναγκαία ειδική πληρεξουσιότητα ώστε η άσκηση απευθείας της αίτησης αυτής δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης να μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες στο Εφετείο διαδίκους ή αναλόγως από τους κληρονόμους τους...".

2. Η κατά το άρθρο 555 ΚΠολΔικ θεσπιζόμενη απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης από τον ίδιο διάδικο δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη επειδή κατά τις προσβαλλόμενης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιου διαδίκου, υπήρχε δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι η άσκηση της δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του κωλύματος εκείνου, δεν προσκρούει στην ρηθείσα απαγορευτική διάταξη [ΑΠ 1045/2001].

Συνεπώς η ασκηθείσα από την παραπάνω ανώνυμη εταιρία [εναγόμενη-εφεσίβλητη] με αριθμό κατάθεσης 19/17-1-2013,νέα αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης, είναι παραδεκτή αφού, κατά τα προδιαληφθέντα, η προηγούμενη, είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη επειδή δεν προέκυπτε αν οι ερημοδικασθέντες στον δεύτερο βαθμό, αναγκαίοι ομόδικοί της, είχαν ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτής ή είχαν παραιτηθεί ρητά ή σιωπηρά από το εν λόγω δικαίωμά τους. 3.

Κατά το άρθρο 558 εδ.β' ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, ορίζεται (πλην άλλων) ότι, όταν εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις εκάστου εξ αυτών ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νομίμως στην δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους.

Περαιτέρω, στο άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων από έναν εκ των ομοδίκων της παραγράφου 1, έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσον, θεωρείται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, καίτοι αδράνησαν, ως εκ τούτου δε, αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 ΚΠολΔικ, στην συζήτηση της αναιρέσεως.

Άλλως, σε περίπτωση μη εμφανίσεως τούτων κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς όλους, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ. Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η ασκούμενη από αναγκαίο ομόδικο αναίρεση πρέπει επί ποινή απαραδέκτου να απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του, ο αναγκαίος ομόδικος του αναιρεσείοντος θα εμφανίζεται, να έχει ταυτοχρόνως την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος, πράγμα λογικώς και νομικώς άτοπο (ΑΠ 192/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, έχει απευθύνει την ένδικη νέα αίτηση αναίρεσης, παραδεκτά μεν κατά του αντιδίκου της Ελληνικού Δημοσίου [έναντι του οποίου έχει ηττηθεί], όχι όμως και κατά των αναγκαίων ομοδίκων της [αρχικών ή των κληρονόμων τους], οι οποίοι, κατά τα προαναφερθέντα, δεν μπορούν να έχουν την θέση του αναιρεσιβλήτου, επειδή θεωρούνται ότι έχουν ασκήσει πλασματικά την αίτηση αναίρεσης, αλλά απλώς πρέπει να καλούνται στη συζήτηση αυτής, ώστε σε περίπτωση μη εμφανίσεως τους, να μην κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη.

4. Αναγκαστική ομοδικία κατά το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν σημαίνει αναγκαστική συμμετοχή όλων των ομοδίκων στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, με την έννοια της εξάρτησης από αυτό του παραδεκτού της αγωγής, παρά μόνον όταν ρητά ο νόμος επιτάσσει, με ποινή απαραδέκτου, την κοινή νομιμοποίηση όλων των αναγκαίων ομοδίκων.

Αντίθετα στις λοιπές περιπτώσεις, το δικόγραφο της αγωγής δεν είναι απαράδεκτο από τον λόγο ότι δεν απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλά απλώς χορηγείται δικαίωμα στον εναγόμενο να προσεπικαλέσει στη δίκη τους μη εναχθέντες ομοδίκους του, το δε δικαστήριο, εάν κρίνει αναγκαία την παρέμβαση αυτών στη δίκη, έχει εξουσία να διατάξει και αυτεπαγγέλτως την προσεπίκληση τους [ΑΠ 1824/2012].

Τέτοια περίπτωση δε, υποχρεωτικής κοινής νομιμοποίησης πωλητού και αγοραστή σε αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, δεν προβλέπεται από τον νόμο (όπως συμβαίνει επί αγωγής διανομής). Αν όμως εναχθούν, τότε και μόνον δημιουργείται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.

Στην προκειμένη περί πτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως: α] με αριθμούς 4113Γ/12-9-2013, 4112Γ/12-9-2013, 4114Γ/12-9-2013, 4116Γ/13-9-2013, 4115Γ/13-9-2013, 4117Γ/13-9-2013 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ. Δ. β] με αριθμούς 8224/12-9-2013, 8225/12-9-2013, 8270/20-9-2013, 8226/12-9-2013, 8269/20-9-2013, 8254/18-9-2013, 8255/18-9-2013, 8237/13-9-2013, 8227/13-9-2013, 8238/13-9-2013, 8223/12-9-2013, 8222/12-9-2013, 8220/12-9-2013, 8221/12-9-2013, 8257/18-9-2013, 8281/23-9-2013, 8258/18-9-2013, 8256/18-9-2013, 8259/18-9-2013 8271/20-9-2013, 8266/20-9-2013, 8268/20-9-2013, 8267/20-9-2013,του δικαστικού επιμελητή Βέροιας Α.

Κ. και γ] με αριθμό 8738Δ/30-9-2013 του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης Ν. Κ., προκύπτει ότι όλοι οι αναγκαίοι ομόδικοι της αναιρεσείουσας [αρχικοί ή οι κληρονόμοι τους ως εκ της αρχικής κοινής νομιμοποιήσεώς τους] που δεν εμφανίσθηκαν στην συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, έχουν κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχ.3 νομική σκέψη πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Πρέπει επίσης να λεχθεί, ότι δεν ήταν αναγκαία η κλήση των κληρονόμων του με στοιχ.1β Δ. Ν. [εναγόμενου-εφεσίβλητου, ως προς τον οποίο είχε απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, επειδή είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής], καθόσον αυτός, εξ αιτίας του γεγονότος τούτου, ουδέποτε είχε καταστεί διάδικος [αναγκαίος ομόδικος] της αναιρεσείουσας, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας που επακολούθησε, ούτε άλλωστε ήταν υποχρεωτική από τον νόμο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κοινή απεύθυνση της αγωγής που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο, σε όλους τους πωλητές του προαναφερθέντος ακινήτου ή τους κληρονόμους τους, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

5. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 περ.β',309 εδ.α',321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση ,η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία επί της υποθέσεως, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔικ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία, από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού ρητά ή ακόμη και σιωπηρά, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση [ΟλΑΠ 17/2013].

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως: α] με αριθμούς 7680/24-10-2012, 7683/24-10-2012, 7686/25-10-2012 και 7687/25-10-2012 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ. Π., β] με αριθμούς 6772/26-10-2012, 6771/26-10-2012, 6775/26-10-2012, 6774/26-10-2012, 6773/26-10-2012, 6777/26-10-2012, 6776/26-10-2012 του δικαστικού επιμελητή Βέροιας Α. Κ., γ] με αριθμό 5841Δ/26-10-2012 του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης Ν.

Κ. και δ] με αριθμό 9671/25-10-2012 της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Α. Π. προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με το 11544/26-10-2012 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "Η ΑΥΓΗ" και το 5508/27-10-2012 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", προκύπτει, ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει επιδοθεί νομότυπα προς τους ερημοδικασθέντες στον δεύτερο βαθμό εφεσίβλητους, α] Α.

Ν., Ν. Ν., Φ. Β., Κ. Τ., β] Γ. Κ., Κ. Κ., Α. Κ., Δ. Κ., Ι. Κ., [ως κληρονόμους της Χ. Κ.], Ελένη Κ. [δι' εαυτήν ατομικά και ως κληρονόμο της Χ. Κ. και Μ. Κ.], γ] Α. Τ. και Ν.υ Κ. [ως κληρονόμους του Μ. Κ. και δ] Χ. Κ. ή Κ., ως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό 309/20-11-2013 πιστοποιητικό του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι δεν έχει ασκηθεί, από τους προαναφερθέντες, ανακοπή ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 17-1-2013, ήτοι εντός μηνός [άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔικ], από την παρέλευση απράκτου της 60νθήμερης προθεσμίας από της τελευταίας δημοσιεύσεως [27-12-2012], εντός της οποίας η προαναφερθείσα αγνώστου διαμονής εφεσίβλητη, είχε δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην της [άρθρο 503 παρ.2 ΚΠολΔικ], έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά, σύμφωνα και με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ].

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ]. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο. Η διάταξη αυτή δεν θεμελιώνει η ίδια τον λόγο της ακυρότητας, αλλά μόνο μαζί με κάποια απαγορευτική διάταξη νόμου, που επιβάλλει την απαγόρευσή.

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν.998/1979 [όπως αυτό ίσχυσε πριν από τον ν.2145/1993, με το άρθρο 46 παρ.4 του οποίου προστέθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4] που φέρει τον τίτλο "Μεταβιβάσεις καέντων δασών", ορίζονται τα εξής: "1.Ιδιωτικά δάση και δασικαί εκτάσεις ή μέρη τούτων καταστραφέντα από 11 Ιουνίου 1975 ή καταστρεφόμενα εφεξής εκ πυρκαϊάς, δεν δύνανται να μεταβιβασθούν εν κατατμήσει, ουδέ κατ' ιδανικά μερίδια, διά δικαιοπραξίας εν ζωή, επί τριάκοντα έτη από της τοιαύτης καταστροφής των. 2.

Εις τας δικαιοπραξίας εν ζωή περί μεταβιβάσεως ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ολοκλήρου, μέρους τούτων ή ιδανικού μεριδίου, προσαρτάται πιστοποιητικόν της αρμοδίας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενον, δεν κατεστράφη εκ πυρκαϊάς μετά την 11ην Ιουνίου 1975 και εις πάσαν εφεξής περίπτωσιν κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν από της 11ης Ιουνίου 1975,άλλως ή δικαιοπραξία τυγχάνει άκυρος".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι απαγορεύεται η μεταβίβαση με δικαιοπραξία εν ζωή ιδανικών μεριδίων ή τμημάτων σε κατάτμηση, ιδιωτικών δασών και ιδιωτικών δασικών εκτάσεων, τα οποία έχουν καταστραφεί ολικώς ή μερικώς από πυρκαϊά και ότι ανατίθεται στην οικεία δασική αρχή η διοικητικού χαρακτήρα αρμοδιότητα να βεβαιώνει την συνδρομή ή μη του κωλύματος μεταβιβάσεως με σχετικό πιστοποιητικό, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφατο σε σχέση με την επιχειρούμενη δικαιοπραξία και να προσαρτάται στην πράξη μεταβίβασης με ποινή ακυρότητας της δικαιοπραξίας.

Αποτελεί συνεπώς, το μόνο νόμιμο μέσο για την απόδειξη της μη συνδρομής του κωλύματος. Δηλαδή δεν αρκεί για την απαγόρευση της μεταβίβασης μόνον η εκδήλωση πυρκαϊάς σε ιδιωτικό δάσος ή ιδιωτική δασική έκταση, αλλά απαιτείται να βεβαιώνεται αρμοδίως ότι υπήρξε ολική ή μερική καταστροφή του δάσους ή της δασικής έκτασης από την εκδηλωθείσα πυρκαϊά.

Διαφορετικά, είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση ιδανικών μεριδίων ή τμημάτων ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης, έστω και αν έχει εκδηλωθεί απλώς πυρκαϊά, που όμως δεν προκάλεσε ολική ή μερική καταστροφή. Έτσι αν πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, ήτοι η μη καταστροφή από εκδηλωθείσα πυρκαϊά ή πολύ περισσότερο αν δεν έχει εκδηλωθεί πυρκαϊά και προσαρτηθεί στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο η σχετική βεβαίωση, η δικαιοπραξία είναι έγκυρη.

Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή προϋπόθεση της ακυρότητας είναι η καταστροφή του δάσους από πυρκαϊά και δεν αρκεί μόνον η εκδήλωση αυτής, ενισχύεται και από την 87688/1916/29 Ιουν.-4/8/1987 (Β'395) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κατά την οποία "για τη μεταβίβαση ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, ο αρμόδιος δασάρχης χορηγεί πιστοποιητικό αν το μεταβιβαζόμενο έχει καταστραφεί ή όχι από πυρκαϊά μετά τις 11/6/75 εν όλω ή εν μέρει".

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 γ' ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008], επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρία με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την ως άνω πλημμέλεια και υποστηρίζει ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό 1370/16-2-1981 πιστοποιητικό της Δ/νσης Δασών της Νομαρχίας Πιερίας, που προσαρτήθηκε στο ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου-Ζαχαριάδου [του οποίου ζητήθηκε η ακύρωση] και αναφέρεται στο δέκατο τέταρτο φύλλο αυτού, ως απαραίτητο κατά το νόμο δικαιολογητικό για την εγκυρότητα της σύνταξης του εν λόγω συμβολαίου.

Το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού, έχει ως εξής: "πιστοποιούμε ότι όπως προκύπτει από το τηρούμενο υπό της υπηρεσίας μας βιβλίο στατιστικής πυρκαϊών, στο ιδιωτικό δάσος Πόρων, περιφέρειας ομώνυμης Κοινότητας, από 11 Ιουνίου 1975 μέχρι σήμερα σημειώθηκε μία πυρκαϊά, την 5-5-1978 στη Δ.Θ. "Κασταναριό - Προσήλιο" και κάηκε έκταση είκοσι πέντε στρεμμάτων καστανιάς.

Η πυρκαϊά ήταν έρπουσα και επειδή δεν κατεστράφη ο ανώροφος, η καείσα έκταση δεν κηρύχθηκε αναδασωτέα. Το πιστοποιητικό αυτό μας το ζήτησαν σε δύο αντίτυπα οι ανωτέρω ενδιαφερόμενοι με την από 12-2-1981 αίτησή τους για τη σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας." Ισχυρίζεται δε περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι το έγγραφο αυτό, προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως νομότυπα, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο [άλλωστε ήταν προσαρτημένο και στο προσκομισθέν από αμφότερους τους διαδίκους πιο πάνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας] ως αποδεικτικό μέσο και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το περιεχόμενο αυτού κάλυπτε πλήρως την προϋπόθεση που θέτει ο νόμος, για την έγκυρη κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αν λαμβανόταν υπόψη, [αντί του με αριθμό 401/1993 που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προσαρτηθέν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο], θα οδηγούσε ασφαλώς σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και στην διατύπωση διατακτικού απορριπτικού της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού, παρά την γενική διατύπωση στην απόφαση του Εφετείου ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στην απόφαση του αναφέρει ως προσαρτηθέν στο πιο πάνω συμβόλαιο, άλλο, μεταγενέστερο της αγοραπωλησίας πιστοποιητικό [το με αριθμό 401/1993], καταλείπεται αμφιβολία αν συνεκτίμησε και το παραπάνω κρίσιμο έγγραφο.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αυτής [παρελκούσης της έρευνας των λοιπών], να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολ Δικ).

Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189§1 191§2 ΚΠολΔ) η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου της θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρα 22§§1 και 3 ν. 3693/1957,που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα αρθρ. 5§12 ν.1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2540/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' αυτόν που το κατέθεσε.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ