Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership via adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against the Aegaeon Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence concerning adverse possession and title deeds, while the appellees contended that ownership was clearly established since 1960. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and noting that the appellants failed to prove they exercised any acts of ownership over the disputed property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision contains clear, complete, and non-contradictory reasoning regarding the application of substantive law, and that the burden of proof for adverse possession remains with the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1048/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. χήρας Γ., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. συζ. Μ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., 3) Χ. Μ. συζ. Ι., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. συζ. Ι., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. συζ. Π., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., 6) Κ. Τ. συζ. Α., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., 7) Μ. Δ. συζ. Γ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 8) Ν. Σ. συζ. Ι., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 9) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 10) Σ. Σ. χήρας Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 11) Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 12) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., και 13 )Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Τσάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Μ. του Μ., 2) Ν. Μ. του Μ., 3) Ι. Μ. του Μ., και 4) Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ... . Ο 1ος και ο 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πολυχρόνη Θωμόπουλο, ο 4ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Αδαμόπουλο και η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/1990 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/1991, 37ΤΠ/1996 μη οριστικές, 19/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 251/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2011 αίτηση και τους από 15/1/2013 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μ. Βαρελά ανέγνωσε την από 19/2/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλουμένη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 10287/9-10-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου ... στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ι. Μ. του Μ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Επομένως αφού η αναιρεσίβλητη αυτή, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ δήλωση παραστάσεως της στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της ( άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά στην απόφαση εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ωρισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και 1ον ) την από 18-9-1988 διάταξη του Εισαγγελέως Σύρου, 2ον ) το υπ' αριθμ. 14/28-9-1987 πρακτικό της Κοινότητας ... 3ον) υπ' αριθ. .../2-2-2001, .../2-2-2001 συμβόλαια γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ακινήτου της συμβολαιογράφου Πάρου Διαλεκτής Αργουζή, υπ' αριθ. .../20-10-1961 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου, .../13-3-1952 συμβόλαιο του συμ/φου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου, .../4-1-1921 συμβόλαιο του συμ/φου Πάρου Φραγκίσκου Σαρρή, .../28-4-1955 συμβόλαιο δωρεάς του συμ/φου Πάρου Ιωάννη Γράβαρη, 4ον) από 21-10-2008 έκθεση ελέγχου του δικηγόρου Κ.
Φ., 5ον) το από 5-7-1986 αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του αστυνομικού φυλακίου ..., 6ον) το από 10-8-1984 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Ε. Μ., 7ον) το από 15-4-1985 τοπογραφικό διάγραμμα ακινήτου του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., 8ον) το από Ιανουαρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα ακινήτου του αρχιτέκτονος μηχανικού Χ.
Κ., 9ον) τοπογραφικό διάγραμμα ακινήτου ιδιοκτησίας Μ. Μ. του πολιτικού μηχανικού Χ. Μ., 10ον) το από 22-6-1988 τοπογραφικό διάγραμμα ακινήτου της μηχανικού Ι. Μ., 11ον) το υπ' αριθμ. 7548-6 φύλλο τοπογραφικό διαγράμματος Γ.Υ.Σ. 12ον) το από Δεκεμβρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Ο.. Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ.
Κ.Πολ.Δ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 α. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους αντιφατική αιτιολογία.
To κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης του άρθρου 554 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ως "ζητήματα" τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αμφισβητούμενο από τους εναγομένους ακίνητο βρίσκεται στη θέση ... της νήσου ... του Νομού Κυκλάδων, έχει έκταση 46.875 τ.μ και απεικονίζεται με τα στοιχεία 12-13-14-15-16-17-30-31-32-33-34-2-5-6-7-8-9-10-11-12 στο από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα μηχανικού Ν.
Λ. και συνορεύει βόρεια, ανατολικά, δυτικά και βορειοδυτικά με κτήματα της Κοινότητας ... και νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά με αγροτικές οδούς. Από το ακίνητο αυτό, σε ένα Τμήμα του αμφισβητείται η συγκυριότητα των εναγόντων από τον Πρώτο εναγόμενο, ενώ σε ένα άλλο τμήμα του αμφισβητείται η συγκυριότητα των εναγόντων από τους κληρονόμους του δευτέρου εναγομένου.
Πιο συγκεκριμένα α) ο πρώτος των εναγομένων αμφισβητεί τμήμα εμβαδού 10.280 τμ, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ν. Λ., με τα στοιχεία 17-16-15-14-13-12-24-23-22-21-20-19-18- 17 και συνορεύει με βάση το παραπάνω τοπογραφικό, δυτικά με ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό που ξεκινάει από το νότιο Τμήμα της εν λόγω ιδιοκτησίας και καταλήγει στο βόρειο τμήμα αυτής όπου βρίσκεται κοινοτικό κτήμα χρησιμοποιούμενο ως χώρος εναπόθεσης απορριμμάτων, ανατολικά με χωματόδρομο, ο οποίος κατά τους ενάγοντες, περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία τους και ξεκινάει από το νότιο τμήμα της εν λόγω ιδιοκτησίας και καταλήγει επίσης στο παραπάνω κοινοτικό κτήμα και βόρεια με ιδιοκτησία μη κατονομαζόμενου ιδιοκτήτη, με υφιστάμενο σε αυτή παλαιό κτίσμα και πέραν αυτής με ανωτέρω αναφερόμενο κοινοτικό κτήμα και β) οι δεύτεροι εναγόμενοι αμφισβητούν τμήμα εμβαδού 19.003 τμ, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ν.
Λ. με τα στοιχεία 1-11 -4-1 0-8-40-39-38-5-2-1 και συνορεύει με βάση το παραπάνω τοπογραφικό βόρεια με Τμήμα μη αμφισβητούμενης συνιδιοκτησίας των εναγόντων, εμβαδού 3.820 τμ, νότια με τμήμα μη αμφισβητούμενης συνιδιοκτησίας των εναγόντων, εμβαδού 11.070 τμ, ανατολικά με παλαιά αγροτική οδό και δυτικά με ανωτέρω αναφερόμενο χωματόδρομο, ο οποίος αποτελεί επίσης το ανατολικό σύνορο του πρώτου επιδίκου τμήματος.
Αντίθετα ουδόλως απεδείχθη ότι οι δύο εναγόμενοι αμφισβητούν τμήματα του επιδίκου εμβαδού 11.070 τμ και 3820 τμ που απεικονίζονται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ν. Λ. με τα στοιχεία 30-31-32-33-34-2-1-37-36-35-30 και 10-8-9-10, όπως προκύπτει από την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό με την από Σεπτεμβρίου 2009 τεχνική έκθεση.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι με το υπ' αριθμ. .../28-7-1908 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Φραγκίσκου Σαρρή, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 17-10-1908 στον τόμο 30 με αυξ. αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Πάρου, η απώτερη δικαιοπάροχος των αρχικά εναγόντων, Κ. χήρα Κ. Σ., το γένος Θ. Τ., γιαγιά των 1ου 2ου 3ου των αρχικώς εναγόντων (από τη μητρική γραμμή) και 6ου αρχικού ενάγοντος (από την πατρική γραμμή) και μητέρα των 4ου και 5ου των αρχικών εναγόντων, κατέστη κυρία ενός ακινήτου (βοσκότοπου), που βρίσκεται στη Θέση ..., "εκτάσεως όσης είναι, συνορεύοντος με κτήματα Κοινότητας Ωλιάρου και οδό" (σύμφωνα με την περιγραφή του στον παραπάνω τίτλο).
Το ακίνητο αυτό είναι ενιαίο και περιλαμβάνει τα παραπάνω επίδικα τμήματα που διεκδικούνται από τους δύο εναγόμενους καθώς και ένα ήδη σχηματισμένο χωματόδρομο, που διέρχεται κάθετα της παραπάνω, ιδιοκτησίας τέμνοντας την, αποτελώντας το ανατολικό και δυτικό σύνορο τους αντίστοιχα, η δε έκταση και τα σύνορα του επαληθεύονται από τα εξης:
α) το μοναδικό κτήμα ιδιοκτησίας της Κοινότητας ... ("Ωλιάρου" κατά την αρχαία της ονομασία), που υπάρχει στην περιοχή, ήδη από το έτος 1908, είναι το υφιστάμενο βόρεια- βορειοδυτικά της παραπάνω ιδιοκτησίας, το οποίο επί σειρά ετών και μέχρι τουλάχιστον το έτος 2008 λειτουργούσε ως χώρος ανεξέλεγκτης απόθεσης απορριμμάτων και β) τμήμα της μόνης αποδεδειγμένα υφιστάμενης κατά τον παραπάνω χρόνο (1908) κοινοτικής (αγροτικής) οδού, η οποία ένωνε την πόλη της ...
με την Περιοχή του Κάμπου, χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα (ως τμήμα της ασφαλτοστρωμένης δημοτικής οδού) και αποτελεί το νότιο και ανατολικό σύνορο της εν λόγω ιδιοκτησίας, έτσι ώστε να προκύπτει ότι πράγματι κατά το έτος 1908 υπήρχε η αναφερόμενη στο υπ' αριθμ. .../1908 διανεμητήριο συμβόλαιο, ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η οποία κατέληγε, ως προς το νότιο και ανατολικό όριό της, μέχρι τη σημερινή οδό ...-Κάμπου και ως προς το βόρειο όριό της μέχρι το κοινοτικό κτήμα (χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων).
Στο παραπάνω συμπέρασμα καταλήγει και η από Ιουνίου 2004 γνωμοδότηση του διορισθέντος πραγματογνώμονα Ν. Λ., ο οποίος, αφού έλαβε υπόψη τους όλους ισχυρισμούς των διαδίκων, τα τοπογραφικά, τους τίτλους και τις αεροφωτογραφίες που του προσκόμισαν και αφού προέβη σε επιτόπια έρευνα της περιοχής, κατέληξε με πληρότητα και σαφήνεια, αναφορικά με την ύπαρξη των παραπάνω στοιχείων στα εξής: "...το μοναδικό κτήμα της Κοινότητας ...
στην περιοχή (...) το οποίο υπάρχει έως σήμερα είναι το κτήμα το οποίο λειτουργεί ως σκουπιδότοπος και βρίσκεται βορειοδυτικά του επιδίκου. Η οδός που αναφέρεται ήταν η αγροτική οδό η οποία ένωνε την πόλη της ... με την περιοχή Κάμπος. Η οδός αυτή όπως προκύπτει από τις πιο πάνω πηγές στις οποίες αναφέρθηκα σε συνδυασμό με την παρατήρηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1945-1960 και 1983 καθώς και τη φωτοερμηνεία από Αύγουστο 1988 του Γ.
Π., τοπογράφου μηχανικού βρίσκεται ανατολικά και νότια του επιδίκου στη θέση της οποίας υπάρχει σήμερα η αμαξωτή οδός που ενώνει την πόλη της ... με τον Κάμπο. Η αγροτική αυτή οδός έφθανε λίγο μετά τον Ιερό Ναό του Προφήτη Ηλία και κατόπιν συνέχιζε δυτικά του επιδίκου προς τον Κάμπο. Το τμήμα της αυτό σώζεται μέχρι και σήμερα καθόσον η νέα αμαξωτή οδός που διανοίχθηκε μετά τον Προφήτη Ηλία έκανε στροφή 90° προς βορρά από την αγροτική οδό και συνέχισε δυτικά του επιδίκου για την ομαλοποίηση της κλίσης της οδού διότι Θα ήταν αδύνατο να ακολουθηθεί η αγροτική οδός στο σημείο μετά τον Προφήτη Ηλία προς το Κάμπο διότι η κλίση του τμήματος αυτού ήταν και είναι τεράστια (κατηφορική) για την αμαξωτή οδό".
Τα παραπάνω αποδειχθέντα τα οποία ενισχύονται τόσο από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960, όπου παρατηρείται η ύπαρξη της τότε υφιστάμενης παραπάνω οδού, όσο και από τη γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου των εναγόντων, δεν αναιρούνται από την από 5-10-2009 τεχνική έκθεση του Κ. Γ. ούτε από την από 12-3- 2009 έκθεση φωτοερμηνείας του Β.
Φ., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι. Ειδικότερα με την από 5-10-2009 έκθεσή του ο γνωμοδοτών μηχανικός, α)προσδιόρισε την αμφισβητούμενη έκταση από τον πρώτο εναγόμενο σε 8.209 τμ και από το δεύτερο εναγόμενο σε 18.140 τμ, ενώ ως προς το υπόλοιπο ακίνητο σημειώνει ότι περιλαμβάνει και εκτάσεις τρίτων (μη διεκδικούμενων), β) θεωρεί ότι δεν καθίσταται δυνατή η αποτύπωση των ορίων του ακινήτου, που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../1908 συμβόλαιο και επομένως δεν μπορεί να προσδιοριστεί το τμήμα του επιδίκου που περιλαμβάνει και γ) υποστηρίζει ότι από την εφαρμογή του διαγράμματος του ακινήτου έκτασης 46.875 τμ, όπως αυτό προκύπτει από τις κατά το έτος 1987 συμβολαιογραφικές αποδοχές κληρονομίας των εναγόντων, επί του ορθοφωτοχάρτη, προκύπτει ότι Το εν λόγω ακίνητο δεν συνορεύει αφενός μεν βόρεια με ακίνητο της κοινότητας ..., αλλά βρίσκεται 22 μ.
νοτιότερα αυτού, αφετέρου δε νότια- ανατολικά και εν μέρει δυτικά, με την παλαιά οδό Κάστρου-Κάμπου ... που υπήρχε πριν το έτος 1945, αλλά με νεότερη οδό που διανοίχθηκε μετά το έτος 1945, ενώ κατά το ανατολικό του όριο, υπερβαίνει τον παλιό δρόμο Κάστρου-Κάμπου .... Πλην όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα, το ακίνητο που απέκτησε η αρχική δικαιοπάροχος των εναγόντων με το υπ' αριθμ. .../1908 διανεμητήριο συμβόλαιο είναι δυνατό να αποτυπωθεί, καθόσον τμήμα της υφιστάμενης τότε κοινοτικής οδού και το κοινοτικό κτήμα, ως σύνορά της, παρέμεναν σταθερά, περιλαμβάνοντας όλη την υπάρχουσα εντός αυτών έκταση, ενώ δε διαλαμβάνεται στην παραπάνω γνωμοδότηση η τυχόν διαφοροποίηση (και σε ποιο τμήμα) της αρχικά υφιστάμενης αγροτικής οδού, σε σχέση με την ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό, έτσι ώστε να διακριβωθεί εάν πράγματι (και σε ποιο μέρος) υπερβαίνει την αρχική ιδιοκτησία και μάλιστα σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων.
Εξάλλου το γεγονός ότι αφενός μεν, η έκταση των εναγόντων όπως διαλαμβάνεται στις αποδοχές κληρονομιάς τους έτους 1987, εάν αποτυπωθεί, δεν φθάνει μέχρι το κοινοτικό κτήμα (εναπόθεσης απορριμμάτων), αφετέρου δε, περιλαμβάνονται, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, στην αρχικά αναφερόμενη έκταση των 46.875 τμ και ιδιοκτησίες τρίτων, ουδόλως αναιρούν τα παραπάνω, καθόσον δεν αφορούν τα αμφισβητούμενα (επίδικα) ακίνητα, ήδη δε, στην αποτύπωση της ιδιοκτησίας των εναγόντων και της αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας στο από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα, έχει αποτυπωθεί το γεγονός αυτό (σχετ.
και η από Ιουνίου 2004 γνωμοδότηση του τελευταίου όπου αναφέρει στην σελίδα 9 ότι "κατά τα έτη 1942 έως 1961 παρουσιάζονται βόρεια της προηγούμενης δύο νέες ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων του Μ. ανατολικά και των δικαιοπαρόχων του Κ. δυτικά που διακόπτουν τη γειτνίαση του κτήματος των εναγόντων με το κοινοτικό κτήμα").
Περαιτέρω απεδείχθη ότι στις 26-2-1934 απεβίωσε η Κ. χήρα Κ. Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα Τέσσερα τέκνα της, ως πλησιέστερους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή Τους: Μ. σύζυγο Π. Σ., μητέρα των 1ου, 2ης και 3ης των αρχικά εναγόντων, Κ. Σ. του Κ., πατέρα της 4ης αρχικώς ενάγουσας, την 5η αρχικώς ενάγουσα Φ.
Π. και τον 6ο αρχικώς ενάγοντα Π. Σ. κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας. Στις 18-8-1947 απεβίωσε η Μ. συζ. Π. Σ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι το σύζυγό της Π. Σ. του Γ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα τρία τέκνα της 1°, 2 και 3η των αρχικά εναγόντων Γ. Σ.
του Π., Ε. συζ. Ι. Μ., το γένος Π. Σ. και Α. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Σ., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν ο Πρώτος των αρχικά εναγόντων με την υπ' αριθμ. .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη που μεταγράφηκε στον τόμο ... με αυξ. αριθμούς 88 και 89 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου και οι 2η και 3η των εναγόντων με την υπ' αριθμ. .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1987 τροποποιητική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (στους Τόμους ...
και ... και με αύξοντες αριθμούς 73-74 και 39 αντίστοιχα). Στις 16-8-1981 απεβίωσε ο Π. Σ. του Γ., ο οποίος κατέλιπε την υπ' αριθμ. .../1981 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννου Γκίκα και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 240/1981 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, πλην όμως στη διαθήκη δεν περιελάμβανε το ποσοστό συγκυριότητας επί του ενδίκου ακινήτου που είχε αποκτήσει από την κληρονομιά της προαποβιώσασας το 1947 συζύγου του Μ.
Σ. και ως προς αυτό εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και κληρονομήθηκε από τους τρεις πρώτους αρχικούς ενάγοντες. Την κληρονομιά αυτή οι τελευταίοι αποδέχθηκαν με τις υπ' αριθμ. .../1987, .../1987 και .../1987 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στους τόμους ...
με αυξ. αριθμούς 88-89 η πρώτη, ... με αυξ.αριθμ. 73, 74 η δεύτερη και ... με αυξ. αριθμ. 39 η τρίτη. Στις 1-7-2002 απεβίωσε ο 1ος των αρχικώς εναγόντων Γ. Σ. του Π. καταλιπών την από 20-5-1999 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 4630/15-11-2002 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως στη διαθήκη δεν περιέλαβε το ανήκον σ' αυτόν ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου, οπότε ως προς αυτό κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε.
χήρα Γ. Σ., το γένος Ε. Δ. και τα δύο τέκνα του Μ. συζ. Μ. Μ., το γένος Γ. Σ. και Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Σ.. Επίσης στις 18-10-1980 απεβίωσε ο Κ. Σ. του Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, την θυγατέρα του Κ. συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Σ., η οποία απεδέχθη την κληρονομιά με την υπ' αριθμ ..../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ...
και με αυξ. αριθμό 72. Στις 21-5-2006 απεβίωσε η 5η αρχικώς ενάγουσα Φ. χήρα Ι. Π., το γένος Κ. Σ. δίχως να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα της Μ. συζ. Γ. Δ., το γένος Ι. Π., Ν. συζ. Ι. Σ., το γένος Ι. Π. και Γ. Π. του Ι., οι οποίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../5-10-2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ...
με αυξ. αριθμό 22. Στις 8-10-1994 απεβίωσε ο 6ος των αρχικώς εναγόντων Π. Σ. του Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο τέκνα του Κ. Σ. του Π. και Ι. Σ. του Π., οι οποίοι αποδέχθησαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../11-5-1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Καταπόδη. Στις 30-8-2001 απεβίωσε ο Κ.
Σ. του Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους σύζυγό του Σ. χήρα Κ. Σ., το γένος Κ. Κ. και τα τέκνα του Π. Σ. του Κ., Α. Σ. του Κ. και Μ. Σ. του Κ., οι οποίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../18-11-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Ντούρου που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως σήμερα οι κληρονόμοι της απώτερης δικαιοπαρόχου Κ.
συζ. Κ. Σ. με τα ποσοστά συγκυριότητας επί του ακινήτου, του οποίου ζητούν να αναγνωριστούν ως συγκύριοι είναι οι εξής: 1) Ε. χήρα Γ. Σ., το γένος Ε. Δ. κατά ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου, 2) Μ. συζ. Μ. Μ., το γένος Γ. Σ. κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 3) Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Σ. κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 4) Ε. συζ. Ι. Μ., το γένος Π.
Σ. κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου, 5) Α. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Σ. Κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου, 6) Κ. συζ. Α. Τ., το γένος Κ. Σ. κατά ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου, 7) Μ. συζ. Γ. Δ., το γένος Ι. Π. κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου, 8) Ν. συζ. Ι. Σ., το γένος Ι. Π. Κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου, 9) Γ. Π. του Ι. κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου, 10) Σ.
χήρα Κ. Σ., το γένος Κ. Κ. κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 11) Π. Σ. του Κ. και της Σ. κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 12) Α. Σ. του Κ. και της Σ.ς κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 13) Μ. Σ. του Κ. και της Σ. κατά ποσοστό 1,5/48 εξ αδιαιρέτου, 14) Ι.ς Σ. του Π. και της Α.ς κατά ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πατέρας του πρώτου εναγομέγου Κ.
Κ. μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο με το υπ' αριθμ. .../1961 του συμβολαιογράφου Πάρου Θεόδωρου Κονταράτου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο 48 με αυξ. αριθμό ... και με αιτία τη δωρεά τα εξής ακίνητα: (α) ένα βοσκότοπο, που βρίσκεται στη Θέση "..." της κοινότητας ..., έκτασης οκτώ ζευγαριών ή όσης επί πλέον ή έλασσον είναι ο οποίος Περιέχει μία μάντρα και συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Π.
Σ., Π. Μ., Γ. Μ., Μ. Κ., Κ. Κ. (δωρητή) και δημόσιο δρόμο. 0 βοσκότοπος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στον παραπάνω τίτλο, φέρεται να έχει περιέλθει στο δωρητή από κληρονομία του κατά Το έτος 1902 αποβιώσαντα πατέρα του Π. Κ., του οποίου ήταν. αποκλειστικός κληρονόμος, ενώ στον Τελευταίο από κληρονομιά του προαποβιώσαντα πατέρα του Κ.
Κ. και β) ένα αγρό (εξαμπέλισμα) που βρίσκεται στη Θέση "..." της Κοινότητας ..., έκτασης μιας ζευγαριάς ή όσης επιπλέον ή έλασσον είναι, ο οποίος συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Σ. Σ., Μ. Τ., Μονής ... και του δωρητή πατέρα του. Στο δωρητή το εν λόγω ακίνητο φέρεται, κατά τον τίτλο κτήσης του, να έχει περιέλθει λόγω αγοράς από τον Α.
Κ. με το υπ' αριθ. .../13-3-1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Θεόδωρου Κονταράτου, που είχε μεταγραφεί στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του του υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος 44 με αριθμό ...) ενώ στον Α. Κ., φέρεται να έχει περιέλθει από αγορά από τον Α. Μ. του Κ. με το υπ' αριθμ. .../4-1-1921 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Φραγκίσκου Σαρρή.
Ακολούθως το 1986 ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε με την υπ' αριθμ. .../13-8-1986 πράξη γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πάρου Δημητρίου Κονδύλη τα παραπάνω ακίνητα στο γιο του Κ.α Κ., περιγράφοντάς τα ως εξης: α) ένα βοσκότοπο στη θέση ... της νήσου ... εκτάσεως 25 στρεμμάτων, που συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Π.
Σ., Μ. Μ., Γ. Μ., Μ. Κ. και β) μία άμπελο στην ίδια Θέση, έκτασης 4 στρεμμάτων, που συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Σ. Σ., Μ. Τ., Μονής ... και με το παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο. Εξάλλου ο δεύτερος των αρχικά εναγομένων φέρεται ότι με το υπ' αριθμ. .../22-8-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γράβαρη, που μεταγράφηκε στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (στον τόμο ...
με αριθμό 78) κατέστη Κύριος ενός αγρού, πρώην βοσκότοπου, που βρίσκεται στη Θέση ... της Κοινότητας ..., έκτασης δύο ζευγαριών ή όσης είναι, που συνορεύει βόρεια με αγρό Γ. Μ., νότια με αγρό Π. Σ., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με βοσκότοπο Μ. Κ.. Το ακίνητο αυτό κατά τα αναφερόμενα στον παραπάνω τίτλο κτήσης είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο μητέρα του και δωρήτρια κατόπιν αγοράς και μεταβίβασής του από τη Μ.
Τ., συνταχθέντος του υπ' αριθμ. .../4-10-1942 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου Κων/νου Γράβαρη, που μεταγράφηκε στα σχετικά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο 42 με αριθμό ..., ενώ στην τελευταία φέρεται, με τον τελευταίο ως άνω τίτλο (.../1942) να έχει περιέλθει από κληρονομά του αποβιώσαντος προς πεντηκονταετίας (από το 1942) πατέρα της Γ.
Ρ., στον οποίο επίσης είχε περιέλθει από κληρονομία του πατέρα του Ε. Ρ.. Εξάλλου ο διορισθείς πραγματογνώμονας Ν. Λ. στην εμπεριστατωμένη πραγματογνωμοσύνη του αναφέρει τα ακόλουθα: Οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγομένων που αφορούν τα επίδικα τμήματα κινούνται μεταξύ των ετών 1942-1961 Όσον αφορά την άμπελο που περιγράφεται στο συμβόλαιο του πρώτου εναγομένου, δεν έχει σχέση με το επίδικο διότι βρίσκεται πιο δυτικά αυτού και επομένως η ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου που έχει σχέση με το επίδικο είναι μόνο ο βοσκότοπος που περιγράφεται στο υπ' αριθμ..../1961 συμβόλαιο και όχι ο αγρός (εξαμπέλισμα).
Επιπλέον οι περιγραφές των όμορων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο άνω συμβόλαιο δένουν μεταξύ τους και αποδεικνύουν την ύπαρξη ιδιοκτησίας στην περιοχή του επιδίκου παρόλο που σε κανένα από τους άνω τίτλους δεν αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτησία το κοινοτικό κτήμα (σκουπιδότοπος) το οποίο υπάρχει από το 1908 έως σήμερα.
Επιπλέον υπάρχει σχετικά ομαλή αύξηση στον ποσοτικό προσδιορισμό της έκτασης σχετικά με την ιδιοκτησία Κ., ήτοι 8 ζευγαριές στο υπ' αριθμ..../1961 συμβόλαιο μετατρέπονται σε 25 στρέμματα στο υπ' αριθμ. .../1986 συμβόλαιο. Αντίθετα δεν υπάρχει καμιά συσχέτιση στον προσδιορισμό της έκτασης της ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου στο υπ' αριθμ..../1942 συμβόλαιο (δύο ζευγαριές) που μετατρέπονται στο υπ' αριθμ. .../1968 συμβόλαιο σε δύο ζευγαριές ή όσης έκτασης και να είναι και σήμερα ανέρχεται σε 19.000 τμ.
Τελικά ο πραγματογνώμονας καταλήγει ότι το 1908 υπήρχε μία ιδιοκτησία της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων που απλωνόταν νότια και ανατολικά μέχρι τη σημερινή οδό ... Κάπου και κατέληγε βόρεια μέχρι Το κοινοτικό κτήμα (σκουπιδότοπο). Κατά τα έτη 1942 έως 1961 παρουσιάζονται βόρεια της προηγούμενης δύο νέες ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων του Μ.
ανατολικά και των δικαιοπαρόχων του Κ. δυτικά που διακόπτουν τη γειτνίαση του κτήματος των εναγόντων με το κοινοτικό κτήμα.
Συνεπώς η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται τόσο στο υπ' αριθμ. .../1908 τίτλο των εναγόντων όσο και στους τίτλους των αγομένων και δη το ένα τμήμα της περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. .../1961 τίτλο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και το άλλο τμήμα περιλαμβάνεται στους υπ' αριθμ. .../1968 και .../1942 τίτλους του δευτέρου εναγομένου.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα είναι σαφές ότι αρχικά η έκταση την οποία θεωρούν οι ενάγοντες ως ιδιοκτησία τους περιλαμβανόταν στο αρχικό συμβόλαιο (.../1908) της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Κ. Σ.. Μετά το θάνατο της άνω δικαιοπαρόχου (1934) τα τέκνα της δεν ενδιαφέρθηκαν για την επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια της έκτασης αυτής, είναι δε χαρακτηριστικό ότι δεν προέβησαν ούτε σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με αποτέλεσμα σε κάποιο χρονικό σημείο μετά το 1942 το ένα τμήμα αυτής εμβαδού 10.280 τμ να καταληφθεί από τον πρώτο (εναγόμενο και το έτερο τμήμα της εμβαδού 19.003 τμ να καταληφθεί από τον πρώτο δεύτερο εναγόμενο. 0 μόνος εκ των κληρονόμων που έμενε στην Αντίπαρο ήταν ο Π.
Σ. σύζυγος, της θυγατέρας της Κ. Μ., ο οποίος εκμίσθωσε το ακίνητο ως βοσκότοπο στο κτηνοτρόφο Δ. Τ. αντί μισθώματος μερικών οκάδων τυριού. Οι κληρονόμοι της αρχικής δικαιοπαρόχου και δη ο Γ. Π., εγγονός της, ο Α. Τ., σύζυγος της εγγονής της Κ. Τ., ο Π. Κ., σύζυγος της εγγονής της Α. Κ., ο Κ. Δ. δισέγγονός της και ο Ι.
Σ., σύζυγος εγγονής της, μόλις το έτος 1986 επιχείρησαν να οριοθετήσουν και να περιφράξουν το επίδικο ακίνητο με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα. Αμέσως οι άνω συγκληρονόμοι συνάντησαν την αντίδραση των εναγομένων οι οποίοι αμφισβήτησαν την συγκυριότητά τους και δήλωσαν ότι θα καταστρέψουν την περίφραξή τους, γεγονός που σι τελευταίοι καταμήνυσαν αυθημερόν στο ΑΤ ... (σχετ.
επικυρωμένο αντίγραφο του φύλλου του βιβλίου συμβάντων της 5-7-1986). Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και δη ο μάρτυς των εναγόντων Α. Τ. επισκέφθηκε το επίδικο για πρώτη φορά το 1986 προκειμένου να συμμετάσχει στην περίφραξη και ουδέν γνωρίζει για το ποιος κατείχε το ακίνητο από το έτος 1960 και μετά, ενώ ο μάρτυς των εναγόντων Γ.
Μ. κατέθεσε ότι το κτήμα των εναγόντων πρέπει να είναι άνω των 20 στρεμμάτων, όπως είχε ακούσει από τον Π. Σ. που το αποκαλούσε "..." και μισθωνόταν στον Δ. Τ. ο οποίος τους έδινε για νοίκι 7-8 κιλά τυρί κάθε χρόνο. Επίσης ο μάρτυς των εναγόντων Ι. Σ. καταθέτει ότι γνωρίζει το επίδικο από το 1960 και μέχρι το 1960 εκμισθώθηκε με σύμφωνη γνώμη όλων των συγκληρονόμων στον κτηνοτρόφο Δ.
Τ.. Επιπλέον ο εκ των συγκληρονόμων Π. Σ. του Γ., ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθμ..../1981 δημόσια διαθήκη του καθώς και ο εκ των συγκληρόμων Γ. Σ. του Π. με την από 20-5-1999 διαθήκη του ξεχνούν ότι έχουν ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου και καταλείπουν στους κληρονόμους τους τα υπόλοιπα περιουσιακά τους στοιχεία, γεγονός που καταδεικνύει την πλήρη εγκατάλειψη του επιδίκου εκ μέρους ορισμένων συγκληρονόμων.
Αντίθετα σι μάρτυρες των εναγομένων έχουν πλήρη και σαφή εικόνα του επιδίκου καθόσον ήσαν σι κτηνοτρόφοι που μίσθωναν το επίδικο από το 1960 έως το 1990. Πιο συγκεκριμένα ο μάρτυς Α. Β. κατέθεσε ότι ζει στην περιοχή 60 έτη, κατά τα έτη 1962-1964 είχε μισθώσει τόσο το κτήμα των εναγόντων όσο και το κτήμα του πρώτου εναγομένου, το δε κτήμα των εναγόντων έχει, κατά τον μάρτυρα, έκταση 6,5 έως 7 στρέμματα και ουδέποτε ο Σ.
ή οι κληρονόμοι του τα τελευταία εξήντα χρόνια είχαν καλλιεργήσει τα κτήματα των εναγομένων. Επιπλέον ο πλέον σημαντικός μάρτυς Δ. Τ., που όπως συνομολογούν οι ενάγοντες ήταν μισθωτής του επιδίκου, καταθέτει ότι γνωρίζει τα κτήματα όλων των διαδίκων καθώς ήταν επαγγελματίας κτηνοτρόφος, το δε κτήμα των εναγόντων είχε έκταση 6-7 στρέμματα και το είχε μισθώσει γύρω στο 1977 με μίσθωμα 6 κιλά τυρί το χρόνο, ενώ την ίδια εποχή είχε μισθώσει και τα κτήματα των δύο εναγομένων γιατί το κτήμα των εναγόντων ήταν μικρό και δεν έφθανε για το κοπάδι του.
Επιπλέον κατέθεσε ότι ζει όλη του τη ζωή στην Αντίπαρο και οι πάντες γνωρίζουν ότι το κτήμα Σ. είναι 6-7 στρέμματα, ουδέποτε είχε νοικιάσει από το Σ. ή τους κληρονόμους του έκταση 46 στρεμμάτων. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Τ., μόνιμου κατοίκου ... που γνωρίζει το επίδικο κτήμα και κατέθεσε ότι το κτήμα Σ.
έχει έκταση 6-7 στρέμματα και το έχει οργώσει αρκετές φορές, το δε κτήμα του δευτέρου εναγομένου το είχε νοικιάσει ο πατέρας του μετά το 1960 από το δεύτερο εναγόμενο, ενώ το 1970-1975 Το έσπερνε ο δεύτερος εναγόμενος. Σημαντική είναι και η κατάθεση του μάρτυρας Ε. Μ., Πολιτικού μηχανικού, ο οποίος δεν έχει κανένα συμφέρον από τη δίκη, γνωρίζει το επίδικο από το 1971 τουλάχιστον και κατέθεσε ότι το 1984 προσλήφθηκε από τον Π.
Κ., σύζυγο της τρίτης ενάγουσας προκειμένου να προβεί σε καταμέτρηση του κτήματος. Ο Π. Κ. έβαζε κοντάρια τα οποία μετακινούσε κατά δέκα ή είκοσι μέτρα πιο Πέρα και έδωσε την εντύπωση ότι δεν γνώριζε τα ακριβή όρια, μάλιστα μετά τη σύνταξη του από 10-8-1984 τοπογραφικού του διαγράμματος ο ίδιος ο Κ. του ζήτησε τη σύνταξη νέου τοπογραφικού καθόσον διαπίστωσε ότι το επίδικο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που αρχικά του είχε υποδείξει, ενώ επιπλέον κατέθεσε ότι όλα αυτά τα χρόνια γνώριζε ότι τα κτήματα τα κατείχαν ο Κ.
και ο Μ. και κανένας δεν αμφισβήτησε την κατοχή τους. Επομένως με βάση τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις πλήρως προκύπτει ότι οι εναγομένοι κατείχαν τα επίδικα τμήματα με διάνοια κυρίου από το έτος 1960 τουλάχιστον έως το 1990 (χρόνος ασκήσεως αγωγής) και κατέστησαν Κύριοι των επιδίκων τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία ανεξάρτητα της καλής πίστης αυτών, δεκτής γενομένης στο σημείο αυτό της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων.
Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στηριζομένη σε απαίτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτή την κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και της μη απόκτησης της κυριότητας αυτού εκ μέρους των αναιρεσειόντων, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι οι αναιρεσίβλητοι κατείχαν τα επίδικα τμήματα ακινήτου με διάνοια κυρίου από το έτος 1960 έως το έτος 1990 (χρόνος ασκήσεως της αγωγής) ασκώντας πράξεις νομής με τη μίσθωσή τους σε κτηνοτρόφους και κατέστησαν κύριοι των επιδίκων τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αναφορικά με τους αναιρεσείοντες υπάρχει παραδοχή ότι δεν προέκυψε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής επί των επιδίκων τμημάτων ακινήτου από το έτος 1960 και εντεύθεν.
Αντιφάσεις ή ανεπάρκεια δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα 1ον)η αναφορά ότι ένα τμήμα του επιδίκου ακινήτου περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. .../1961 τίτλο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και το άλλο τμήμα περιλαμβάνεται στους υπ' αριθμ. .../1968 και .../1942 τίτλων του δευτέρου εναγομένου σε σχέση με το ότι το Εφετείο δέχεται ότι μετά το έτος 1942 έγινε κατάληψη ενός τμήματος εκτάσεως 10.280 τ.μ.
από τον πρώτο εναγόμενο και κατάληψη του ετέρου τμήματος εκτάσεως 19.003 τ.μ. από το δεύτερο εναγόμενο 2ον) ότι το εφετείο δέχεται ότι σε κάποιο χρονικό σημείο μετά το έτος 1942 κατελήφθησαν από τους αναιρεσιβλήτους τα επίδικα τμήματα ακινήτου χωρίς να προσδιορίζεται το ακριβές χρονικό σημείο μετά το έτος 1942, εφόσον πρόκειται περί πλημμελειών αναγομένων όχι στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, κατά το βάσιμο αίτημα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, στη δικαστική τους δαπάνη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2011 αίτηση των 1. Σ. Ε. χήρας Γ., 2.Μ. Μ., 3. Χ. συζ. Ι. Μ., 4. Ε. Μ., 5. Α. Κ., 6. Κ. Τ., 7. Μ. Δ., 8. Ν. Σ., 9. Γ. Π., 10. Σ. χήρας Κ. Σ., 11. Π. Σ., 12. Α. Σ., 13. Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 251/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και τους προσθέτους αυτής λόγους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ συνολικώς για τους πρώτο και δεύτερο από αυτούς και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον τέταρτο από αυτούς.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ