1048/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 72/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του ως και τους από 12 Μαΐου 2009 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-12-2008 αιτήσεως αναίρεσης και του από 12-5-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated1048/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α' -δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
Full text
Απόφαση 1048 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1048/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. της εταιρίας με την επωνυμία "TRISTAR Α.Ε" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζαφείρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κικίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουνίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 72/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του ως και τους από 12 Μαΐου 2009 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-12-2008 αιτήσεως αναίρεσης και του από 12-5-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. (ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό.(πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται
και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος
που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο" να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως .μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α' -δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη.
όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.
Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, και εν προκειμένω όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν.
Εξάλλου, η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής οποτεδήποτε ως προς αδίκημα της δυσφήμησης που δικαιολογεί το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας, δεν αναιρεί την άσκηση της αντίστοιχης αστικής αξίωσης από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 938 ΑΚ, εφ' όσον κατά την άσκηση της δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 του ΑΚ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει καταφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσολαβήσαν διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 7/2002).
Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 72/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 12-6-2000 ο πρώτος ενάγων προέβη, με την ιδιότητα του ως δικαστικός επιμελητής, στην αναγκαστική εκτέλεση της με αριθμό 252/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με βάση το με αριθμό 186/2000 πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής.
Με την εν λόγω απόφαση υποχρεώνονταν η εταιρία "TRISTAR" και ο Χ1 (νυν εναγόμενοι) να αποδώσουν στον δεύτερο ενάγοντα τη χρήση του περιγραφομένου σ'αυτήν μισθίου ακινήτου, που βρισκόταν επί της οδού .. στη ... και να καταβάλουν στους ενάγοντες ο καθένας 1.244.288 δρχ. για μισθώματα και 51.050 δρχ. για αποζημίωση χρήσεως του ως άνω μισθίου.
Ο δικαστικός επιμελητής προέβη στην εκτέλεση μόνον της αποδόσεως του μισθίου αυτού ακινήτου μαζί με τους μάρτυρες ... δικαστική επιμελήτρια (μάρτυρα αποδείξεως), την ... και τον κλειδαρά .... Προς τούτο δε, συνέταξε τη με αρ.41/2000 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, στην οποία κατέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβη, ήτοι την αλλαγή της κλειδαριάς της εξωτερικής πόρτας από τον ως άνω κλειδαρά, την καταγραφή των κινητών πραγμάτων που βρέθηκαν στο χώρο υποδοχής και στο γραφείο του Χ1 (23 και 19 στον αριθμό αντίστοιχα), τα οποία άφησε στη θέση τους και τον ορισμό ως μεσεγγυούχου του ενάγοντος Ψ2.
Στην ως άνω έκθεση του ο δικαστικός επιμελητής κατέγραψε και ως χρόνο κατά τον οποίο προέβη στην εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως, την 9:20 π.μ. (χωρίς να προσδιορίζει ακριβή χρόνο έναρξης και λήξεως της εκτελεστικής διαδικασίας). Την ίδια ημέρα ο πρώτος εναγόμενος περί ώρα 9:00 π.μ. περίπου ειδοποίησε για την άφιξη του δικαστικού επιμελητή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, τηλεφωνικώς, και ο τελευταίος πέτυχε την έκδοση του από 12-6-2000 σημειώματος αναστολής εκτελέσεως της ως άνω αποφάσεως από το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας, μετά την κατάθεση της από 12-6-2000 (αρ.καταθ. 112/2000) αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της ως άνω αποφάσεως εκ μέρους των εναγομένων, η οποία κατάθεση έγινε ώρα 10:00 της 12-6-2000.
Κατά συνέπεια και ως το άνω σημείωμα εκδόθηκε μετά την ώρα αυτή (10:00) και όταν πλέον η αναγκαστική εκτέλεση για την αποβολή των μισθωτών από το μίσθιο είχε ολοκληρωθεί. Στη συνέχεια το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο πρώτος εναγόμενος άλλαξε την κλειδαριά και επανεγκαταστάθηκε στο μίσθιο, αλλά την 13-6-2000 ο πρώτος ενάγων άλλαξε και πάλι την κλειδαριά.
Ακολούθως, την 14-6-2000 οι εναγόμενοι παρέλαβαν όλα τα κινητά και γραφική ύλη που βρέθηκαν στο παραπάνω μίσθιο από το οποίο αποβλήθηκαν, συνταχθείσης της με ίδια ημερομηνία απόδειξης παράδοσης - παραλαβής, την οποία υπογράφει για λογαριασμό τους ο ... ως νόμιμος εκπρόσωπος της "TRISTAR ΑΕ" και ως εκπροσωπών και τον ... (βλ.επικαλουμένη και προσκομιζόμενη και από τα δύο διάδικα μέρη απόδειξη).
Την 24-7-2000, εξάλλου, οι εναγόμενοι κατέβαλαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στην ενεργούσα για λογαριασμό των εναγόντων ... το ποσό 4.600.000 δρχ. προς εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων - αποζημίωσης χρήσης που είχαν επιδικασθεί με την ως άνω απόφαση (βλ.προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους απόδειξη αρ.σχετ.6).
Την 22-6-2000, ήτοι 10 ημέρες μετά την αποβολή τους από το μίσθιο, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας την από 22-6-2000 μήνυση τους κατά των εναγόντων περιγράφοντας διαφορετικά τα ως άνω γεγονότα, ήτοι καταγγέλλοντας σε βάρος τους ότι η ως άνω έκθεση αποβολής ήταν ψευδής ως προς το χρόνο αποβολής, καταμέτρησης, διορισμού μεσεγγυούχου κλπ.
ότι συντάχθηκε και υπογράφηκε εκ των υστέρων (τουλάχιστον κατά ένα μέρος), ότι ήταν προϊόν αθέμιτης και ποινικά κολάσιμης συμπαιγνίας, πλαστογραφίας και συνεργασίας του επισπεύδοντα Ψ2 και του επιμελητή. Ότι στις 9:50 πληροφορήθηκε ο δικαστικός επιμελητής για τη χορήγηση σημειώματος αναστολής, το οποίο του εγχειρίσθηκε μισή ώρα αργότερα, ενώ δεν είχε γίνει η αποβολή ούτε η έκθεση.
Ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο δικαστικός επιμελητής κατά προτροπή του Ψ2 παραβίασε την πόρτα του μισθίου και μαζί με άλλους δύο εργάτες μετέφερε κρυφά τα κινητά τους πράγματα (τα μισά) σε αποθήκη του επισπεύδοντα, ότι ο Ψ2 δεν παρέδιδε τα κινητά αυτά του Χ1, ισχυριζόμενος δήθεν ότι είναι μεσεγγυούχος, ότι τα άλλα πράγματα της εταιρίας παρέμεναν στο μίσθιο, ότι δεν έλαβε ποτέ χώρα πραγματική αποβολή ότι η συμπεριφορά των μηνυομένων ήταν δόλια κλπ.
Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε κατά των εναγόντων την από 26-4-2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί ποσό 13.610.000 δρχ. ως αποζημίωση, επικαλούμενος αδικοπραξία των εναγομένων, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε τα ίδια περίπου γεγονότα, ότι ο δικαστικός επιμελητής επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση, ενώ πριν ολοκληρωθεί η εκτέλεση, αυτή είχε απαγορευτεί με το από 12-6-2000 σημείωμα της Ειρηνοδίκου, ότι η 41/2000 έκθεση ήταν ψευδής, ότι ο πρώτος εναγόμενος την 13-6-2000 εισήλθε δόλια, αυθαίρετα κλπ.
στο μίσθιο, ότι αφήρεσε και μετέφερε κινητά, ότι δεν μπορούσε να εργασθεί εξαιτίας των παρανόμων και εναντίον των χρηστών ηθών ενεργειών των εναγομένων, ότι αυτοί ενήργησαν δολίως και παρανόμως από κοινού για να συμπληρώσουν εκ των υστέρων τις όποιες πλημμέλειες και ακυρότητες της εκτέλεσης κλπ. Τα παραπάνω γεγονότα που περιέχονταν στη μήνυση των εναγομένων και στην προαναφερθείσα αγωγή του πρώτου από αυτούς, με τα οποία οι εναγόμενοι περιέγραψαν διαφορετικά τη νομίμως διενεργηθείσα ως άνω αναγκαστική εκτέλεση, ήταν όλα ψευδή, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία - εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό - κρίνεται αληθής, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων που προσκομίζονται από τους εναγομένους.
Οι ενάγοντες εξάλλου αθωώθηκαν και από τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης ο πρώτος και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές ο δεύτερος, που τους αποδόθηκαν με βάση την ως άνω μήνυση που άσκησαν οι εναγόμενοι, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτούς με αριθμό 2981/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Χαλκίδας, η οποία κατέστη τελεσίδικη (βλ.προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής με σχετική βεβαίωση), ενώ με τη με αριθμ. 414/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και η προαναφερθείσα αγωγή του πρώτου εναγομένου κατά των εναγόντων.
Αλλά και με την 335/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του πρώτου εναγομένου για παράδοση αφαιρεθέντων κινητών πραγμάτων από το μίσθιο από το δικαστικό επιμελητή. Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα της μηνύσεως και της αγωγής σε βάρος των εναγόντων, ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη αυτών στον κύκλο προσώπων που έλαβαν γνώση των δικογράφων αυτών, αφού οι εναγόμενοι τους παρουσίαζαν ως άτομα που παρέβαιναν τους νόμους, διαπράττοντας αδικήματα παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης ο πρώτος και ηθικής αυτουργίας σ'αυτά ο δεύτερος.
Την αναλήθεια δε αυτών γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, καθόσον αυτός ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της προαναφερθείσης εκτελεστικής διαδικασίας, ωστόσο προέβη στην κατάθεση των ως άνω δικογράφων για λογαριασμό του και για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας, την μήνυση δε κατέθεσε με σκοπό να καταμηνύσει ψευδώς τους ενάγοντες και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψή τους με το ψευδές (συκοφαντικό) περιεχόμενο των ως άνω δικογράφων.
Από την ως άνω ψευδή μήνυση των εναγομένων και την περιέχουσα επίσης ψευδή γεγονότα αγωγή του δευτέρου εναγομένου, οι ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έπρεπε να τους επιδικασθεί (αναγνωριστικώς) το ποσό των 6.000 Ευρώ στον καθένα, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή, της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, ενεργούντος και για λογαριασμό της δεύτερης εταιρίας ως νόμιμος εκπρόσωπός της, της επελθούσης στους ενάγοντες σημαντικής ηθικής βλάβης καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών.
Το παραπάνω ποσό οφείλουν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, σε καθένα από τους ενάγοντες, νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής, μέχρι την εξόφληση. Συνακόλουθα, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο ότι όσα οι εναγόμενοι εξέθεσαν στην παραπάνω μήνυσή τους, καθώς και όσα ο πρώτος εναγόμενος εξέθεσε στην ανωτέρω αγωγή του ήταν ψευδή, ότι ο πρώτος γνώριζε την αναλήθειά τους, διότι ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης και ότι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, βλάπτοντας την τιμή και, την υπόληψη των εναγόντων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (πρώτο σκέλος) λόγους της εφέσεως είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι αυτοί της εφέσεως ως αβάσιμοι.
Ορθά εξάλλου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ως νόμιμο τον επικουρικά προβληθέντα ισχυρισμό περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, μόνον κατά το σκέλος της απλής δυσφήμησης, (κατ'άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ), δεν ερεύνησε περαιτέρω αυτόν κατ'ουσίαν, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, εφόσον αποδείχθηκε ότι η προσβολή της τιμής και συνακόλουθα και της προσωπικότητας των εναγόντων προκλήθηκε με γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας τους (συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ και όχι με απλή του 362 ΠΚ).
Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με το δεύτερο σκέλος του οποίου οι εκκαλούντες επαναλαμβάνουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό, ότι είχαν δικαίωμα να εγείρουν τη μήνυση και την αγωγή για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αβασίμως εξάλλου οι εκκαλούντες επαναλαμβάνουν με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της εφέσεως καθώς και με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως, ότι δεν ευθύνονταν οι ίδιοι, για τις αναφερόμενες στα δικόγραφα φράσεις, αλλά ο συντάκτης της μήνυσης και αγωγής δικηγόρος τους, καθόσον, αφενός οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν ενεργούν αυτοβούλως αλλά κατόπιν εντολής και με βάση τα γεγονότα που οι διάδικοι τους ιστορούν, αφετέρου την ως άνω μήνυση εγχείρισε και υπέγραψε, βεβαιώνοντας την μάλιστα προφορικά, ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος ως μηνυτής (βλ.επισυναπτόμενο στην αγωγή αντίγραφο της μηνύσεως).
Πρέπει, επομένως ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος αυτός της εφέσεως, όπως και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αυτής. Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της εφέσεως οι εναγόμενοι - εκκαλούντες παραπονούνται για την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, για τη θεμελίωση του οποίου πρωτοδίκως είχαν επικαλεστεί επί λέξει "Το γεγονός ότι οι ενάγοντες για πέντε (5) ολόκληρα χρόνια δεν άσκησαν καμία έγκληση για τα υποτιθέμενα εγκλήματά μας (και μάλιστα για εγκλήματα που διώκονται κατ'έγκληση) και τα άφησαν να παραγραφούν αποδεικνύει ότι ουδέποτε προσεβλήθησαν, ουδέποτε εθίγησαν.
Η αγωγή τους είναι προεχόντως καταχρηστική και προβάλλουμε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τους (281 ΑΚ) και ζητάμε την απόρριψη της αγωγής." Με το περιεχόμενο αυτό όμως ο εν λόγω ισχυρισμός τους - και αληθών υποτιθεμένων των επικαλουμένων ως άνω γεγονότων - δεν συνιστά, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, νομίμως την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. (Ούτε εξάλλου σαφής ισχυρισμός περί παραγραφής θεμελιώνεται με τα παραπάνω γεγονότα).
Ορθά επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο και τον ισχυρισμό αυτό, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα, απορριπτόμενου ως αβασίμου και του λόγου αυτού της εφέσεως". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της αντιθέτως (μόνο ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης) κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμησή τους και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής τους και την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 367 §1 του ΠΚ αλλά και εκείνης από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες ούτε εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 111, 117 παρ. 7 του ΠΚ, ενώ δεν εφαρμόστηκε ούτε η διάταξη του άρθρ. 920 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου και τον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης (κατά το ένα μέρος) και οι δεύτερος και τρίτος (κατά το ένα μέρος του) λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του αριθ. 211 του ΑΚ, και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσο δηλαδή το περιεχόμενο της επίμαχης μήνυσης και αγωγής των αναιρεσειόντων εξέφραζε τις απόψεις τους, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται, κατά τους αναιρεσείοντες, σε αντίθεση με το ότι η εντολή τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους να συντάξει μήνυση και αγωγή δεν συμπεριλάμβανε και το συγκεκριμένο περιεχόμενό τους, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι ο πληρεξούσιος Δικηγόρος των αναιρεσειόντων δεν ενήργησε αυτοβούλως, ενώ τη μήνυση υπέγραψε και εγχείρησε ο πρώτος αναιρεσείων ως μηνυτής προσωπικά, και με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, δέχθηκε εκείνα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην υπ' αριθ. 225/2007 προγενέστερη απόφαση του ίδιου Εφετείου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης επί της ένδικης υπόθεσης, αφού το μη οριστικό περιεχόμενο εκείνης της απόφασής και οι αντίστοιχες αιτιολογίες της δεν ήταν δεσμευτικά στη συνέχεια για το Εφετείο κατά την οριστική επί της ουσίας κρίση του.
IV. Κατά τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης κλπ.
ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ. είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή (και) προς εξασφάλιση άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης (βλ άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) ή στη περίπτωση της παράλειψης αναβολής της συζήτησης κατά τα άρθρα 610 και 621 του Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσης, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (ΟλΑΠ 12/2000).
Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ), μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναίρεσης, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεις για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 § 1 και 549 §2 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 290/2005).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, για την παρά το νόμο παράλειψη να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, και να αναστείλει την περαιτέρω διαδικασία εκδίκασής της λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία άσκησης προγενέστερης αγωγής τους που κρίθηκε ως ψευδής και συκοφαντική, κρίνεται απαράδεκτος.
Εξάλλου, ο ίδιος τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη πλημμέλεια, που έχει σχέση με την απαράδεκτη συνεκτίμηση της από (4-6-2000 απόδειξης παράδοσης - παραλαβής κινητών, καίτοι αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες η υπογραφή επ' αυτής του πρώτου από αυτούς, κρίνεται αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη έγινε ανέλεγκτα επί της ουσίας δεκτό ότι το ίδιο έγγραφο υπέγραψε ο ...
ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας και ως εκπρόσωπος του πρώτου αναιρεσείοντα, και όχι προσωπικά ο τελευταίος. V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων: 1) τις από 24-10-2001 και 19-2-2002 δύο προφορικές καταθέσεις - απολογίες του πρώτου αναιρεσιβλήτου, 2) τις από 15-6-2000 και 20-6-2000 αιτήσεις τους προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, 3) την από 20-6-2000 ανακοπή τους και τους από 1-8-2000 προσθέτους λόγους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας 4) την από 23-7-2002 έφεση τους και τους από 3-2-2007 προσθέτους λόγους κατά της υπ' αριθ, 414/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και 5) την υπ' αριθ. 225/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που συνιστούσαν και λόγους της έφεσής τους, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα ( των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το εφετείο με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων), για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα για την έφεση των αναιρεσειόντων, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το αρ. 12-5-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν. (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "TRISTAR Α.Ε." και το από 12-5-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ