Supreme Court allows appeal against divorce decree on partial grounds regarding statute of limitations. The court found the lower court erred in applying the limitation period to the entire claim. The case is remanded for further trial on the disputed portion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a divorce claim, specifically regarding the application of the statute of limitations. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the limitation period to the entire claim, whereas the court held that only the portion of the claim filed after the two-year period expired was time-barred. Consequently, the appeal was accepted for the excess amount, and the case was remanded to a different panel of the Second Instance Court for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 263(3) of the Civil Code and 559(2) of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations applies only to the portion of the claim filed after the limitation period has expired, and a subsequent filing does not revive the time-barred portion of the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1048/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 7.1.2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ. και παραστάθηκε.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ (πρώην συζ. Χ), κατοίκου ..., η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Σταυριανάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4758/1999, 4028/1998 μη οριστικές, 816/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3481/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή του και τους από 10 Ιανουαρίου 2008 πρόσθετους επ' αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση, του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215, 221§1 εδ. α', 222, 308§1 και 522 ΚΠολΔ, η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, κατά την διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια ένδικη διαφορά, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε πάλιν μόνο με την άσκηση της εφέσεως και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εδέχθη δε και το Εφετείο, επί της προηγουμένης από 4.3.1996 αγωγής της αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου του εναγομένου συζύγου της, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 4028/19.5.1998 οριστική απόφαση δια της οποίας η αγωγή αυτή απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε έφεση και η αναιρεσίβλητη άσκησε την νέα εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή, μετά την δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως, δια της οποίας επερατώθη η εκκρεμοδικία στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Επομένως, το Εφετείο με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την πρόοδο της δια της ενδίκου (νέας) αγωγής ανοιχθείσης δίκης μέχρι την τελεσιδικία της προαναφερομένης αποφάσεως δια της παρελεύσεως της προς άσκηση εφέσεως κατ' αυτής προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, που αφορά την αξίωση συμμετοχής του ενός των συζύγων στα αποκτήματα του άλλου, είναι α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αρχική, κατά την τέλεση του γάμου και η τελική, κατά τη γέννηση της αξιώσεως, περιουσία του υπόχρεου συζύγου, με την αποτίμηση της αξίας τους, από τη διαφορά των οποίων προκύπτει η επελθούσα, κατά τη διάρκεια του γάμου, αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, η οποία αποτελεί το, κατά την έννοια του άρθρου 1400 του ΑΚ, απόκτημα και γ) το είδος και η αποτίμηση της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, όταν η αξιούμενη συμβολή υπερβαίνει το ένα τρίτο της αύξησης, για το οποίο καθιερώνεται από το νόμο (μαχητό) τεκμήριο ότι προήλθε από τη συμβολή του ενάγοντος.
Εξάλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεομένη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το εδαφ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε ολιγότερα, ενώ, αντιθέτως η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, ελέγχεται ως παραβίαση από το εδαφ. 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο προέβη σε αναπλήρωση ελλειπόντων στοιχείων της αγωγής και δεν την κήρυξε απαράδεκτη ή, αντιστρόφως, δεν έλαβε υπόψη στοιχεία, πληρούντα το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής και την έκρινε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της αγωγής, που το περιεχόμενό του ελέγχεται για την έρευνα προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εδέχθη δε και το Εφετείο, ιστορείται ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη τέλεσε με τον εναγόμενο αναιρεσείοντα νόμιμο γάμο στις 16.9.1979, ο οποίος ελύθη αμετακλήτως με την υπ' αριθμ.3238/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι κατά την διάρκεια του γάμου η περιουσία του αναιρεσείοντος, η οποία κατά τον χρόνο τελέσεως αυτού απετελείτο από το περιγραφόμενο στην αγωγή οικόπεδο, αυξήθηκε, διότι α) επί του εν λόγω οικοπέδου ανηγέρθη πολυόροφη οικοδομή, β) απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή τρία αυτοκίνητα, ότι κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου η καθαρή αύξηση της περιουσίας του (μετά την αφαίρεση της εξ 25.000.000 δραχμών αξίας του οικοπέδου), ανήλθε στο συνολικό ποσό των 197.855.500 δραχμών, σύμφωνα με την αναλυτικώς αναφερομένη στην αγωγή αξία εκάστου περιουσιακού στοιχείου που συνιστά την ανωτέρω αύξηση της περιουσίας, καθώς και ότι το μέρος της αυξήσεως της περιουσίας του αναιρεσείοντος που αντιστοιχεί στην έκταση της ιδικής της συμβολής με την προσφορά υπηρεσιών κ.λ.π. (που ως εκ περισσού κατά τα ανωτέρω αναφέρονται), ανέρχεται στο αξιούμενο με την αγωγή ποσοστό του 1/3 του συνολικού ποσού της αυξήσεως, ήτοι στο ποσό των 60.646.000 δραχμών (197.855.5007?1/3).
Επομένως, η αγωγή έχει τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία και δεν καθίσταται αόριστη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα προσδιοριστικά στοιχεία της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου δια της παροχής υπηρεσιών πέραν της εκ του νόμου υποχρεώσεώς της, όπως αυτά περιέχονται στο πόρισμα που συνήγαγε το δικαστήριο από τις αποδείξεις.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών της ενάγουσας δια των οποίων αυτή συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, αφού αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής της στα αποκτήματα του συζύγου της και όχι επί της πραγματικής συμβολής. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, ούτε και στην πλημμέλεια της αναπληρώσεως ελλειπόντων στοιχείων της αγωγής και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος) από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 9), όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώνονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο αυτού μέρος.
Επειδή, το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Εξάλλου, ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.
Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικος στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην ... στις 16-9-1979, από τον οποίον απέκτησαν τρία τέκνα (ενήλικα ήδη). Ο γάμος αυτός λύθηκε με διαζύγιο που απαγγέλθηκε με την υπ' αριθμ. 3238/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 20-11-1995.
Ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου των ήταν κύριος ενός οικοπέδου ευρισκομένου στην ..., επί των οδών ... και Παλαιάς Εθνικής οδού ... - ..., εκτάσεως 380 τ.μ. Επ' αυτού, μετά την έκδοση αδείας από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο ... (με αρ. ...), ανήγειρε διόροφη οικοδομή με υπόγειο, αποτελούμενη από 1) δύο υπόγειες αποθήκες, επιφανείας 75,52 και 73,36 τ.μ., αντιστοίχως, 2) κατάστημα ισογείου, επιφανείας 79,38τ.μ., 3)δύο διαμερίσματα στο ισόγειο, επιφανείας76,73 και 74,17 τ.μ., αντιστοίχως, 4) τρία διαμερίσματα στον πρώτο όροφο, επιφανείας 76,73, 99,22 και 74,17 τ.μ., αντιστοίχως.
Κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των (20-11-1995) η αξία της άνω οικοδομής, στην οποίαν μόνον το κατάστημα του ισογείου ήταν πλήρως αποπερατωμένο, τα δε λοιπά (υπόγειες αποθήκες και διαμερίσματα ισογείου και πρώτου ορόφου) ευρίσκοντο στο στάδιο αποπερατώσεως των επιχρισμάτων (βλ. το με αρ. πρωτ. ...
έγγραφο του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ...), αφαιρούμενης της εκ δρχ. 25.000.000 αξίας του οικοπέδου, ανήρχετο σε 1) δρχ. 2.000.000 (ή 5.869,41 ευρώ), εκάστη των δύο υπογείων αποθηκών, 2) δρχ. 22.000.000 (ή 64.563,46 ευρώ), κατάστημα ισογείου, 3) δρχ. 11.000.000 (ή 32.281,73 ευρώ) και 10.800.000 (ή 31.694,79 ευρώ), των δύο διαμερισμάτων στο ισόγειο, επιφανείας 76,73 και 74,17 τ.μ., αντιστοίχως, 4) δρχ. 11.509.500 (ή 33.776,96 ευρώ), 14.883.000 (ή 43.677,18 ευρώ) και 11.125.500 (ή 32.650,04 ευρώ), των τριών διαμερισμάτων στον πρώτο όροφο, επιφανείας 76,73, 99,22 και 74,17 τ.μ., αντιστοίχως, συνολικώς δε (5.869,41 + 5.869,41 + 64.563,46 + 32.281,73 + 31.694,79 + 33.776,96 + 43.677,18 + 32.650,04=) σε 250.382,98 ευρώ (ή 85.318.000 δρχ.).
Β. Ο εναγόμενος, κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων, κατέστη κύριος των εξής οχημάτων: 1) του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., φορτηγού, ανοικτού, μη ανατρεπόμενου, εργοστασίου κατασκευής FORD Ιαπωνίας, τύπου COURIER, 1.600 κ.ε., έτους 1980, αξίας, κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των (20-11-1995), 1.000.000 δρχ. (ή 2.934,70 ευρώ), 2) του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ..., επιβατικού, εργοστασίου κατασκευής ΤΕΟΚΑΡ ΑΒΕΕ, τύπου ΝΙSSΑΝ SUΝΝΥ 1300 SEDΑΝ LB 110 GR, έτους 1983, 1270 κ.ε., αξίας, κατά τον άνω χρόνο, 1.000.000 δρχ. (ή 2.934,70 ευρώ), 3) στις 18-4-1995, του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..., τετραξονικού φορτηγού, εις αντικατάσταση τριαξονικού ομοίου, εργοστασίου κατασκευής ΜERCEDES, αξίας, κατά τον άνω χρόνο, 17.000.000 δρχ. (ή 49.889,95 ευρώ), της τελικής του περιουσίας ανελθούσης σε (250.382,98 + 2.934,70 + 2.934,70 + 49.889,95=) 306.142,33 ευρώ.
Γ. Η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας, ως άνω, του εναγομένου, της συμβολής της ανερχομένης στο ένα τρίτο (1/3) αυτής. Ειδικότερα, κατά την διάρκεια του γάμου των, α) ασχολήθηκε με την παροχή υπηρεσιών στην οικογένεια και ιδιαιτέρως με την ανατροφή των τριών τέκνων τους, άνευ συνδρομής τρίτων προσώπων, οι εν λόγω δε υπηρεσίες παρεσχέθησαν υπό της εναγούσης κατά τρόπον άριστον και πέραν της εκ του νόμου υποχρεώσεως της (αρθρ. 1389, 1390 ΑΚ), β) κατά τα έτη 1979 (μετά τον γάμο, ως άνω) έως και 1989, από Παρασκευής μέχρι Κυριακής καθώς και τις εορτές και αργίες, εργαζόταν όλη την ημέρα και χωρίς αμοιβή, ως λαντζέρισσα και σερβιτόρα στην εξοχική ταβέρνα, εκμεταλλεύσεως του εναγομένου, ευρισκομένη στην θέση ... (....) γ) παρείχε ιδιόκτητη κατοικία, επιφανείας 150 τ.μ., ευρισκομένη στην ..., ως οικογενειακή στέγη, του εναγομένου απαλλαχθέντος της καταβολής μηνιαίου μισθώματος καθό μέρος του αναλογούσε." Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως έκρινε ότι η συμβολή της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου διαρκούντος του γάμου ανέρχεται στο υπό της διατάξεως του άρθρου 1400 τεκμαρτώς θεσπιζόμενο ποσοστό του 1/3 της συνολικής επαυξήσεως και ειδικότερα στο ποσό των 34.772.565 δραχμών ή των 102.047,44 Ευρώ.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή, αναφορικώς με τις διατάξεις αυτές, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και εφήρμοσε.
Ειδικότερα το Εφετείο εστήριξε την ουσιαστική του κρίση περί της υπάρξεως της ενδίκου αξιώσεως στην τεκμαρτή συμβολή κατά το 1/3 της αναιρεσιβλήτου στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και όχι στην πραγματική της συμβολή. Εντεύθεν δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει στις αιτιολογίες της για τον προσδιορισμό του μεγέθους της άνω συμβολής και την σε χρήμα αποτίμηση των υπηρεσιών της αναιρεσιβλήτου στα πλαίσια λειτουργία του συζυγικού οίκου και την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητος του αναιρεσείοντος, πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ επιβαλλομένης υποχρεώσεως συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, όπως συμπληρώνεται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο είναι αβάσιμος. Με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1412 και 1414 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από τον νόμο 1329/1983.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, ούτε, με βάση τις άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήσαν εφαρμοστέες. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντος ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, τέταρτο (κατά το πρώτο μέρος) και έκτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ενώπιον αυτού από τον αναιρεσείοντα προταθέντες ισχυρισμούς 1) ότι η αξία του φορτηγού αυτοκινήτου που απέκτησε διαρκούντος του γάμου ήτοι την 18.4.1995, ανερχόταν σε μικρότερα χρηματικά ποσά από τα στην αγωγή αναφερόμενα, 2) ότι η αναιρεσίβλητη διαρκούντος του γάμου δεν συνέβαλε καθόλου στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ή ότι συνέβαλε κατά ποσοστό μικρότερο του εξ 1/3 τεκμαιρομένου, (ενόψει το ότι η έγγαμη συμβίωση διεκόπη του μήνα Δεκέμβριο 1994), με την παροχή υπηρεσιών στο σπίτι (ανατροφή ανηλίκων τέκνων των διαδίκων κ.λ.π.) οικογενειακής στέγης και υπηρεσιών ως σερβιτόρας και λαντζέρας επί τρεις ημέρες της εβδομάδας, ήτοι Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή και άλλες εξαιρετέες ημέρες, σε επιχείρηση εστιατορίου, του εναγομένου και του πατέρα του, όπως επίσης δεν συνέλαβε και στην απόκτηση του φορτηγού αυτοκινήτου, το τίμημα του οποίου καταβλήθηκε κατά ένα μέρος, με την έκδοση και πληρωμή συναλλαγματικών μετά τη λύση του γάμου.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη ο υπό στοιχ. α' ισχυρισμός είναι απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της ενδίκου αγωγής και δεν θεμελιώνει ένσταση ή αντένσταση κατά του δια της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος. Κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο β' άνω ισχυρισμό είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο απήντησε στους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, με την παραδοχή, ότι στην κρινομένη υπόθεση λειτούργησε το υπέρ της εναγούσης καθιερούμενο άνω μαχητό τεκμήριο περί της συμβολής της κατά ποσοστό 1/3 στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με την προσφορά υπηρεσιών της στο σπίτι, την ανατροφή των παιδιών, παροχή κατοικίας και την παροχή υπηρεσιών στην προαναφερομένη επιχείρηση.
Με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιόν του και ειδικότερα το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πωλήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου, ένα "σημείωμα" του ...
αναφορικά με την αγοραστική του αξία, το υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο και την υπ' αριθμ. 3238/1995 απόφαση διαζυγίου. Όπως, όμως προκύπτει από την στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της λειτουργίας στην ένδικη διαφορά του υπέρ της εναγούσης μαχητού τεκμηρίου, έλαβε υπόψη και τα προμνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως οι άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, γιατί το Εφετείο έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως, απαράδεκτος, αναγόμενος στην εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων, ήτοι στην επιχειρηματολογία της αποφάσεως και όχι σε σφάλμα αναφορικώς με τα στοιχεία του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου που θεμελιώνει τον υπό του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 527 §1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη μόνο αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, ήτοι προς διατήρηση του διατακτικού της εκκληθείσης αποφάσεως, γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ..
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπό του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις, δεν είχε υποβάλει ενώπιον του δικαστηρίου αυτού την επί του άρθρου 1400 §3 του ΑΚ ερειδομένη ένσταση ότι τα στην ένδικη αγωγή αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία απέκτησε μεν διαρκούντος του γάμου, πλην όμως από δωρεά του πατέρα του.
Η ένσταση αυτή για πρώτη φορά υπεβλήθη από τον εναγόμενο εκκαλούντα ενώπιον του Εφετείου, την οποία αυτό απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, των προϋποθέσεως του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια με το να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1401 εδ.γ' του ΑΚ η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου κατά του άλλου στα αποκτήματα παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Κατά δε τα άρθρα 261 και 263 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλιν την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 221§1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι επί επανεγέρσεως της αγωγής, σύμφωνα με καθιερούμενο υπό του νόμου πλάσμα, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα δια της αρχικής αγωγής εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την νέα αγωγή κατά του αυτού εναγομένου, στηρίζων αυτή επί της ιδίας ιστορικής και νομικής αιτίας και ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως και εκκρεμοδικία.
Για την αναβίωση δε του δια της πρώτης αγωγής επελθόντος διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος προϋποτίθεται ότι η δεύτερη αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο ιστορική και νομική βάση με την προηγούμενη που απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, πρέπει να εγερθεί το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών που αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής, χωρίς όμως και να θεωρείται ανεπίτρεπτη η άσκηση της νέας αγωγής πριν από την τελεσιδία.
Ως απόρριψη δε αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς νοείται, κατά την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, η απόρριψη για λόγους, μη αναγομένους στο υποστατό της αξιώσεως, τουτέστι δικονομικούς, όπως είναι και η αοριστία. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εδέχθη δε και το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 4.3.1996 προηγούμενη αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο την αξίωσή της προς συμμετοχή στα αποκτήματα του τελευταίου από την τέλεση του γάμου μέχρι την αμετάκλητη λύση του, η οποία χρηματική αξίωση, με βάση την αξία των περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος που αποτελούν την επαύξηση της περιουσίας του, ανήλθε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή, στο ποσό των 22.124.000 δραχμών.
Η πρώτη αυτή αγωγή, που ασκήθηκε εντός της διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, απερρίφθη ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 4028/19.5.1998 απόφαση του άνω δικαστηρίου. Μετά την απόρριψη της αγωγή αυτής η αναιρεσίβλητη επανήγειρε την ένδικη αγωγή στις 8.9.1998, πριν τελεσιδικήσει η ανωτέρω απόφαση, με αντικείμενο την αξίωσή της προς συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου της, αλλά κατά το ποσό των 60.646.000 δραχμών, υπερβαίνον το, δια της προηγουμένης αγωγής, που επήγαγε το διακοπτικό της διετούς παραγραφής αποτέλεσμα, ποσό της διαγνωστέας άνω αξιώσεως.
Το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος προταθείσα ένσταση της διετούς παραγραφής, με την αιτιολογία ότι για όλο το ποσό της ενδίκου αγωγής, ασκηθείσης εντός εξαμήνου από την οριστική απόρριψη της πρώτης, και με την εμπρόθεσμη άσκηση της προηγουμένης αγωγής, επήλθε το διακοπτικό αποτέλεσμα της προαναφερομένης παραγραφής, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 34.772.565 δραχμών ή των 102.047,44 ευρώ.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις περί παραγραφής ως άνω ουσιαστικές διατάξεις γιατί υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά και εφόσον υπό την δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπήχθη, με την προηγούμενη αγωγή μέρος μόνο της αξιώσεως, κατά το μέρος και μόνο αυτό επήλθε η διακοπή της παραγραφής όχι όμως και κατά το υπόλοιπο, ως προς το οποίο η ένδικη αξίωση, ασκηθείσα μετά την παρέλευση διετίας από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου, υπέκυψε στην προαναφερομένη διετή παραγραφή, κατά τον βάσιμο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.
Κρίναν όμως το Εφετείο ότι με την άσκηση της νέας ένδικης αγωγής επήλθε αναβίωση του δια της προηγουμένης αγωγής επελθόντος διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος για το ποσό των 22.124.000 δραχμών, καίτοι η αγωγή αυτή ασκήθηκε πριν τελεσιδικήσει η απορρίψασα ως αόριστη την πρώτη αγωγή απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 263 εδ.
γ' ΑΚ κατά το μέρος αυτό, και ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά τον προαναφερθέντα βάσιμο λόγο, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το πέραν του ποσού των 22.124.000 δραχμών μέρος της αγωγής (αγωγικής αξιώσεως) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3481/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το εις το σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ