Supreme Court partially allows appeal on employer's unilateral contract modification and Christmas bonus agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The employer argued that reassigning the employee to a different department and offsetting Christmas bonuses against overpaid wages did not constitute a detrimental change to the employment contract. The court found the reassignment valid but ruled that the agreement to offset bonuses was not explicitly supported by the evidence, creating a conflict with the lower court's findings. Consequently, the case was remanded for further examination of the bonus offset issue while upholding the reassignment decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 281 of the Civil Code; Article 7 of Law 212/1920; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An employer's reassignment of an employee to a different department does not constitute a detrimental modification of the employment contract if it serves the company's interest and does not reduce wages, but a unilateral agreement to offset statutory bonuses against overpaid wages requires clear evidence and cannot be assumed without proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1048 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1048/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εμπορικής Βιομηχανικής Εταιρείας, με την επωνυμία "FRANKE HELLAS Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Αλυσσανδράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1772/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5833/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 10-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 652 ΑΚ προκύπτει ότι η ρύθμιση παντός θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησης για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού του δικαιώματος. Έτσι, ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες παροχής της εργασίας και γενικά τους όρους αυτής, εκτός αν το δικαίωμα αυτό αποκλείεται ή περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από ειδική διάταξη νόμου ή από την ατομική σύμβαση εργασίας ή ασκείται καθ' υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Η υπέρβαση δε των ορίων του δικαιώματος αυτού συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, οπότε αυτός δικαιούται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349-351 ΑΚ, 7 παρ.1 ν.2112/1920, 5 παρ.3 ν.3195/1955, να μην αποδεχθεί τη μεταβολή και να απαιτήσει την τήρηση των προηγουμένων όρων εργασίας.
Όμως, δεν συντρέχει περίπτωση βλαπτικής μεταβολής όταν ο εργοδότης τοποθετεί το μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη στην οποία είχε προηγουμένως τοποθετηθεί και με άλλο αντικείμενο απασχολήσεως, αν τούτο επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και δεν επέρχεται μείωση των αποδοχών του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων, στις 8-5-1978 προσλήφθηκε από τη δικαιοπάροχο της εναγόμενης, εταιρίας με την επωνυμία ΒΙΑΝΟΞ FΚΑΝΚΕ Α.Ε. - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΝΟΞΕΙΔΩΤΟΥ ΧΑΛΥΒΑ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από 1-1-1992 συνέχισε την εργασιακή του σχέση στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "FΚΑΝΚΕ HELLAS Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας του, με την ιδιότητα του περιοδεύοντος πωλητή στην περιοχή της Αττικής.
Οι συμφωνηθείσες και πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές του αποτελούνταν από το βασικό μισθό, τον εκάστοτε προβλεπόμενο από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, και προμήθεια επί των πωλήσεων που αυτός πραγματοποιούσε κατά μήνα, η οποία ανήρχετο, ανάλογα με τα προωθούμενα προϊόντα, σε 2,25% έως 0,5% και από πρόσθετο ποσό (Βonus), που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.
Η εναγόμενη εμπορεύεται είδη οικιακού εξοπλισμού (νεροχύτες, μπαταρίες, απορροφητήρες κ.λ.π.) και η προώθηση των προϊόντων της μέχρι το έτος 2002, προς τα διάφορα καταστήματα γινόταν με περιοδεύοντες πωλητές, όπως και ο ενάγων, οι οποίοι επισκέπτονταν τα διάφορα καταστήματα πελατών σύμφωνα με το πελατολόγιο της εναγόμενης, έπαιρναν τις παραγγελίες και επιμελούνταν των εισπράξεων.
Από αρχές 2001 σύμφωνα με τις οδηγίες της μητρικής, της εναγόμενης, στην Ελβετία εδρεύουσας, πολυεθνικής εταιρίας, στα πλαίσια γενικής αναδιοργάνωσης της εναγόμενης, αποφασίστηκε η αλλαγή σταδιακά του συστήματος της προώθησης των προϊόντων της με περιοδεύοντες πωλητές, η γνωριμία των πελατών με τα προϊόντα της εναγόμενης, να πραγματοποιείται μέσω των γραφείων της εταιρίας με σύγχρονα μέσα, όπως "φαξ", ιστοσελίδα, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία (email) και με επισκέψεις μόνο στους σημαντικότερους πελάτες από εξειδικευμένους υπαλλήλους του τμήματος "μάρκετιγκ".
Η είσπραξη των απαιτήσεων και η παρακολούθηση των πιστώσεων, θα πραγματοποιείτο ενιαίως, από μία νέα θέση που θα εδημιουργείτο, του Προϊσταμένου Πιστωτικού Ελέγχου (CREDIT CONTROL SUPERVISOR), την οποία θα καταλάμβανε ικανό πρόσωπο στο χώρο των πωλήσεων, με γνώση των συνθηκών αγοράς, πρόσωπο εμπιστοσύνης της εταιρίας.
Για τη θέση αυτή επελέγη ο ενάγων στον οποίο ανακοινώθηκε η απόφαση της εταιρίας από το Μάιο 2002. Με την από .... δε επιστολή της η εταιρία του γνωστοποίησε την ανάληψη των νέων καθηκόντων από 1-6-2002 με μηνιαίο μισθό 3.057 Ευρώ, που προέκυπτε, κατά την επιστολή, από τον βασικό μισθό του των 785 Ευρώ κατά μήνα Μάιο 2002, συν τον μέσο όρο των προμηθειών του (κατά το προ του μηνός Μαΐου 2002 δωδεκάμηνο), τον οποίο θα ελάμβανε ως σταθερές αποδοχές, ανεξαρτήτως πραγματοποιήσεως πωλήσεων.
Θα ανήκε δε ο ενάγων πλέον στο στελεχιακό δυναμικό της εταιρίας, με δικό του γραφείο, με πλήρη οργάνωση και ειδικά σχεδιασμένα για την ενημέρωση και την επιμόρφωση του προγράμματα. Προβλέπονταν επίσης πρόγραμμα εκπαιδεύσεως του ενάγοντος στο πληροφορικό σύστημα της εταιρίας, σε θέματα πιστωτικού ελέγχου, και εφαρμογών ηλεκτρονικού υπολογιστή σε επίπεδο απλού χρήστη, γεγονός που καταδεικνύει την πρόθεση της εταιρίας να διατηρήσει πράγματι την συμβατική σχέση της με τον ενάγοντα, κατ' αντίθεση με όσα ο ίδιος υποστηρίζει.
Ο ενάγων, αρνήθηκε να καταλάβει τη νέα θέση και με το από 11-6-2002 εξώδικο του, προς την εναγόμενη δήλωσε, ότι τα νέα καθήκοντα που του ανατέθηκαν δεν ανταποκρίνονται στα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα, ότι τον μειώνουν υλικά και ηθικά, κατόπιν δε αυτού θεωρεί την ενέργεια της εναγόμενης ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Σε απάντηση αυτού η εναγόμενη με το από 11-6-2002 εξώδικο της, δήλωσε στον ενάγοντα, ότι θεωρεί την άρνηση εκτελέσεως των καθηκόντων του ως οικειοθελή αποχώρησή του. Η εναγόμενη ανέθεσε τη νέα θέση στον ενάγοντα, στα πλαίσια καλόπιστης ενασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της για τη λήψη μέτρων που απέβλεπαν στην αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης της και κυρίως στη βελτίωση της παραγωγικότητας) με σύγχρονες τεχνικές μεθόδους, για την καλύτερη επίτευξη των στόχων της, λαμβάνοντας πρόνοια και για την κατάλληλη εκπαίδευση του ενάγοντος.
Από τη θέση αυτή ο ενάγων, ως υπάλληλος γραφείου πλέον, και όχι περιοδεύων πωλητής, με το ίδιο ωράριο-οκτώ ωρών ημερησίως, επί πενθήμερο, και βελτιωμένες συνθήκες εργασίας, θα επιμελείτο των εισπράξεων των απαιτήσεων και θα παρακολουθούσε τις πιστώσεις όλων των πελατών της εναγόμενης, αντικείμενο απολύτως συναφές, με την έως τότε απασχόλησή του, που δεν προσκρούει στην εργασιακή του σύμβαση.
Ούτε μπορεί να αξιολογηθεί θετικά ο ισχυρισμός του, ότι συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του, ως προς τον χρόνο απασχολήσεώς του, το γεγονός ότι θα διαθέτει περισσότερο χρόνο, δεδομένου, ότι θα είναι υποχρεωμένος καθημερινά να μεταβαίνει στα γραφεία της εταιρίας στο Μαρκόπουλο Αττικής, όπου στο εξής θα προσφέρει σταθερά τις υπηρεσίες του.
Εξ άλλου, δύο εκ των τριών ημερών της εβδομαδιαίας απασχόλησης του, παρείχε πάντοτε τις υπηρεσίες του στην έδρα της εταιρίας. Ως προς τις ορισθείσες ως μηνιαίες αποδοχές του, των 3.057 Ευρώ, αυτές αποτελούνταν πράγματι από τον βασικό μισθό του τελευταίου μήνα (Μάϊος 2002), συν τον μέσο όρο των προμηθειών που εισέπραξε κατά το προ αυτού δωδεκάμηνο, Τούτο σαφώς προκύπτει και από τα προσαγόμενα από τον ενάγοντα, αντίστοιχα του εν λόγω χρονικού διαστήματος (από Μάιο 2001 έως Απρίλιο 2002) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, υπ' αριθμ. ...
έως .... και ....., συνολικού ποσού προμηθειών 27.250 Ευρώ (και μέση μηνιαία προμήθεια 2.270,00 Ευρώ συν 785,00 Ευρώ βασικές μηνιαίες αποδοχές). Για τον υπολογισμό της μέσης μηνιαίας προμήθειας το Εφετείο έλαβε υπόψη το καθαρό ποσό αυτής, χωρίς τον συνυπολογισμό του ΦΠΑ και περαιτέρω δέχθηκε, ότι ο ενάγων στη νέα του θέση θα ελάμβανε, ως προϊστάμενος, πέραν των μηνιαίων αποδοχών του (3.057 €) και την πρόσθετη παροχή (BONUS), το ύψος του οποίου δεν ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί εκ των προτέρων, αφού αυτό κυμαίνονταν αναλόγως του ποσοστού επίτευξης των εκάστοτε στόχων της εναγομένης.
Επίσης το Εφετείο για τον καθορισμό του μέσου όρου των προμηθειών του ενάγοντος, κατά το δωδεκάμηνο πριν το Μάιο του 2002, δεν συνυπολόγισε προμήθειες ποσού 1.890.000 δρχ, προερχόμενες από την εταιρία "......", διότι έκρινε ότι αυτές δεν ήταν τακτικές, αλλά εισπράττονταν όποτε η εταιρία αυτή ανέθετε στην εναγομένη την προώθηση των προϊόντων της.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, διότι τα νέα καθήκοντα του προϊσταμένου πιστωτικού ελέγχου δεν είναι υποδεέστερα του περιοδεύοντος πωλητή, ούτε μειώθηκαν οι αποδοχές του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 652, ΑΚ και 7 του Ν 2112/1920, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα της μείωσης ή μη των αποδοχών του ενάγοντος από 1.6.2002 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν μειώθηκαν οι αποδοχές του αναιρεσείοντος και εντεύθεν δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, ενώ δέχεται ότι οι αποδοχές του τον Μάϊο του 2002 ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 3055 Ευρώ (785 € βασικός μισθός + 2270 ε μέσος όρος καθαρών προμηθειών, χωρίς το ΦΠΑ), δεν διευκρινίζεται σ' αυτή, αν οι προσφερθείσες στον αναιρεσείοντα από 1-6-2002 μηνιαίες αποδοχές των 3057 ευρώ ήταν καθαρές, δηλαδή μετά από αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων (ΙΚΑ - ΦΜΥ), ώστε να συγκριθούν αυτές με τις καταβαλλόμενες μέχρι 31-5-2002 καθαρές αποδοχές των 3055 ευρώ.
Περαιτέρω, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η προμήθεια που ελάμβανε ο αναιρεσείων από την πώληση των προϊόντων της εταιρίας "......" δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του, διότι δεν καταβάλλονταν σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα, ως αντάλλαγμα της εργασίας του, όμως, κατά τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών της αδείας και των επιδομάτων αυτής του χρονικού διαστήματος 1997- 2002, που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, συνυπολόγισε στις τακτικές του αποδοχές και την ως άνω προμήθεια, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αν η προμήθεια περιλαμβάνονταν ή όχι στις τακτικές του αποδοχές.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα της μείωσης των αποδοχών του αναιρεσείοντος και της εντεύθεν βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πρώτο λόγο της αναιρέσεως.
Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης 1) ότι τα νέα καθήκοντα του προϊσταμένου ελέγχου, που ανατέθηκαν στον αναιρεσείοντα από 1-6-2002, δεν ήταν υποδεέστερα του περιοδεύοντος πωλητή και δεν τον μείωναν ηθικά και 2) ότι δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή της εργασιακής συμβάσεως η επιπλέον επιβάρυνση του αναιρεσείοντος με το χρόνο που απαιτείται για τη μετάβαση από την οικία του στα γραφεία της εναγομένης στο Μαρκόπουλο Αττικής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 281 ΑΚ και 7 του ν. 212/1920, ως προς τα ζητήματα αυτά και οι από τους αριθμούς 1 και 19 Κ.Πολ.Δ αντίθετοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από καμία διάταξη νόμου δεν απαγορεύεται η μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σύναψη ειδικής συμφωνίας για τμηματική καταβολή των επιδομάτων δώρων εορτών ή για τον καταλογισμό σε αυτά των ποσών που καταβάλλονται πάνω από τα ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί, ότι το ποσοστό των προμηθειών που ελάμβανε κάθε μήνα ο ενάγων, θα καταβάλλονταν σε τέτοιο ύψος, ώστε να καλύπτει και τα επιδόματα των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, δηλαδή δέχθηκε συμφωνία καταλογισμού των επιδομάτων αυτών στα καταβαλλόμενα πάνω από τα ελάχιστα όρια των αποδοχών του ενάγοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο καταβολής των επιδομάτων εορτών, του χρονικού διαστήματος 1997-2002. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 1082/1980 και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι καταρτίστηκε η ανωτέρω συμφωνία περί συμψηφισμού, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. (άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ ). Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 12 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτες, διότι η μεν πρώτη είναι αόριστη, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ποια ήταν "τα πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αν και παραδεκτώς προτάθηκαν, καθώς και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, η δε δεύτερη δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο της αναιρέσεως, καθόσον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του αναιρεσείοντος και συνέχεται με τη μείωση των αποδοχών του και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 5833/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ