Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service and failure to interrupt statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a public service dispute. The appellant argued that procedural acts had interrupted the statute of limitations, but the court found these claims inadmissible as they were not properly raised before the lower court. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to substantiate the interruption of the limitation period with valid procedural arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to properly interrupt the statute of limitations or if the interruption is not substantiated by procedural acts raised before the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1047/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γεροκωνσταντή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Διρφύων-Μεσσαπίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ψαχνά Ευβοίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φλώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 86/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 148/2020 απόφαση του Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2021 αίτησή της και τους από 30-1-2024 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 5/2023, 98/2021).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 500/2022, 873/2021, 954/2020, 676/2020).
Περαιτέρω, με το άρθρο 72 §1 εδάφ. ιδ του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και με το άρθρο 58 παρ. 1 εδάφ.
α` του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για τον δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της οικονομικής επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής.
Η απόφαση δε της οικονομικής επιτροπής του δήμου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο δήμαρχος, που εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με ένα από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 του ΚΠολΔ σε περίπτωση δε μη χορήγησης τέτοιας πληρεξουσιότητας ο δήμος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 323/2023, 5/2023, 909/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α., εκπροσώπησε, με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, ο δικηγόρος Κ.
Φ., μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας, ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, κατά δήλωσή του. Από το προσκομιζόμενο ακριβές απόσπασμα της υπ` αριθμ. 190/2023 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσίβλητου Δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων του Νομού Ευβοίας προκύπτει ότι αποφασίσθηκε να ορισθεί ο ως άνω Δικηγόρος ως πληρεξούσιος αυτού αντί ποσού αμοιβής 1.205,28 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, προκειμένου να παρασταθεί ως δικηγόρος του για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Πλην, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Δήμου με έναν εκ των ανωτέρω ρηθέντων νομίμων τρόπων, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη ή έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή, από όπου να προκύπτει ότι παρασχέθηκε από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσίβλητου Δήμου, στον άνω παραστάντα δικηγόρο η εντολή και πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει το Δήμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε υπάρχει σχετική δήλωση στα πρακτικά της δίκης του δημάρχου του ως άνω Δήμου για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο.
Ενόψει τούτων ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ θεωρείται δικονομικά απών, εφόσον δε η αναιρεσείουσα, που είναι η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης , έχει νομίμως κλητεύσει τον αναιρεσίβλητο Δήμο, με την επίδοση σ' αυτόν αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1215γ/28-11-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α.
Α., πρέπει η υπόθεση να δικασθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 εδ. γ ΚΠολΔ) .
Με την από 1.9.2021 με αριθ. κατάθεσης 399/23/11.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 148/8.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν άσκησης της από 10.4.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία υπ'αριθμ. 86/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου, δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη την από 10.4.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 9.7.2011 και υποχρέωσε το εναγόμενο να της καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από 1.6.2011 έως 30.9.2012, για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1.10.2012 έως 31.3.2013 και για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2011 και 2012 το συνολικό ποσό των 31.441,50 ευρώ.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κατ' άρθρο 528 του ΚΠολΔ, και δικάζοντας την από 10.4.2013 αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 9.6.2011, ενώ απέρριψε τα λοιπά αγωγικά αιτήματα για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας, λόγω παραγραφής εν επιδικία αυτών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν οι από 30.1.2024 με αριθ. κατάθεσης 25/1.2.2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν παραδεκτά και επιδόθηκαν εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο στις 1.2.2024 (άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 1594Γ/1.2.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α.
Α. (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από 1.1.2015 με το άρθρο 177 παρ.1 του ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Αντιστοίχου περιεχομένου ρύθμιση περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 (με έναρξη ισχύος του από 1.1.2015 σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ.1) με την οποία ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της".
Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται, ειδικά, για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου η διετής παραγραφή, με χρονικό σημείο έναρξης αυτής, τη γένεση της κάθε αντίστοιχης απαίτησης (ΑΠ 49/2023, 575/2020, 1444/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 276 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α` 114), ορίζεται ότι "για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α.
εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται". Εξάλλου, με την παρ.3 του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού ΝΠΔΔ" (Α' 204) ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", με το άρθρο 49 του ιδίου ν.δ/τος ορίζεται ότι "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής" και με το άρθρο 56 παρ.1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 369/1976, ορίζεται ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα...".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραγραφή των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού των Ο.Τ.Α. ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (ΑΠ 49/2023, 1609/2022, 575/2020, 313/2020) και από 1.1.2015 από τη διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 (ΑΠ 49/2023, 575/2020). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες και δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (ΑΠ 136/2023, 920/2022, 399/2021).
Συνεπώς, η διάταξη αυτή που θεσπίζει την ως άνω διετή παραγραφή, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, ούτε, τέλος, προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε Κράτους, μεταξύ των άλλων, να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΑΠ 136/2023, 920/2022, 399/2021).
Εξάλλου, με το άρθρο 93 περ. α' του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται " με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών", ενώ κατά το άρθρο 94 εδ. δ ορίζεται ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".
Ακόμη με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 143 περ. α του ν. 4270/2014 ορίζεται ότι η παραγραφή διακόπτεται "με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και του άρθρου 144 περ.δ του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 93 του ν. 2362/1995 και από 1.1.2015 στο άρθρο 143 του ν. 4270/2014 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν δύναται να λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 136/2023, 920/2022, 3/2020, 1233/2019).
H ως άνω ρύθμιση περί αυτεπάγγελτης λήψης από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου και ΟΤΑ αξιώσεων, η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ' υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ' αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (Ολ.ΑΠ 11/2003, ΑΠ 542/2021, 313/2020, 593/2015).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 και 93 του ν. 2362/1995 και αυτής του άρθρου 92 του ιδίου νόμου, που ορίζει ότι "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.
Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής" (ομοίου περιεχόμενου είναι και η ισχύουσα από 1.1.2015 διάταξη του άρθρου 142 του ν. 4270/2014) συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου και Ο.Τ.Α.
αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995 και από 1.1.2015 του ν. 4270/2014 και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που διατάξεις του ως άνω Κώδικα παραπέμπουν σε αυτές, όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 399/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021, 1/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, αφού έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 9.6.2011, ακολούθως ως προς τις ένδικες αξιώσεις της για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Περαιτέρω, όσον αφορά το υπό στοιχείο γ αίτημα της αγωγής, αποδείχθηκε ότι όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας και συγκεκριμένα α) η αξίωση για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2011 έως και Σεπτεμβρίου 2012 καθώς και ενός υπολοίπου μισθοδοσίας Μαΐου 2011, β) μισθών υπερημερίας χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου 2012 έως και Μαρτίου 2013, δώρων εορτών 2011-2012 και επιδομάτων αδείας 2011-2012, έχουν παραγραφεί εν επιδικία, δεδομένου ότι η παραγραφή αυτών διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 12.4.2013 (όπως προκύπτει από την υπ'αριθμό ...
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Χαλκίδας Α. Μ.) και διακόπηκε εκ νέου στις 15-5-2014 με τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 15-5-2014, καθότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. η με οποιαδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.
Από την τελευταία, όμως, ως άνω διαδικαστική πράξη της ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής, στις 15-5-2014 έως και την κατάθεσή της από 6-9-2016 υπ'αριθμ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου 46/2016 κλήσης για επαναεισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω της προηγηθείσας ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 15-5-2014, που επιδόθηκε η κλήση στον εναγόμενο στις 30-9-2016 (όπως προκύπτει από την υπ'αριθμό ...
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Χαλκίδας Α. Μ.) παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της διετίας (2 έτη και 4 μήνες) και συνεπώς (.......) η αξίωση της ενάγουσας παραγράφηκε εν επιδικία, κάτι που σύμφωνα με το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού λαμβάνεται υπόψη σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου-Εφετείου.
Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησαν από την τελευταία διαδικαστική πράξη της ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής στις 15-5-2014, έως και την επίδοση στις 30-9-2014 κλήσης της υπ'αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 40/2016 κλήσης για εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, ούτε άλλωστε η ενάγουσα ασκεί αντένσταση διακοπής της παραγραφής, προσκομίζοντας με επίκληση στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η διακοπή της παραγραφής μετά την 15-5-2014 έως και την 15-5-2016, ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής των επιδίκων υπό στοιχείο γ αξιώσεων της ενάγουσας....".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και με το να κρίνει ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α. υπέπεσαν στη διετή παραγραφή εν επιδικία, εφόσον από τη ματαίωση της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 15.5.2014 έως στις 15.5.2016 συμπληρώθηκε η διετής παραγραφή εν επιδικία, χωρίς να μεσολαβήσουν διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 93 περ.α του ν. 2362/1995 και τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 140 παρ.3 και 143 περ.α του ν. 4270/2014, που εφαρμόζονται και στους Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι οι ένδικες αξιώσεις της πηγάζουν από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ, άλλως από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ως εκ τούτου υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, που δεν είχε συμπληρωθεί εν επιδικία, είναι αβάσιμος, καθότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και ήδη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 υπόκειται όλες οι απαιτήσεις των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και ΟΤΑ, από της γενέσεώς τους, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Τέλος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωσή της υπέπεσε στη διετή παραγραφή, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 48, 51 και 52 του Ν.Δ. 496/1974, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις της για την καταβολή αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας τελούσαν υπό την προϋπόθεση της δικαστικής κρίσης ότι συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι εκκρεμούσε η σχετική διοικητική πράξη για τη σύσταση της προσωποπαγούς θέσης που θα κάλυπτε την παροχή της εργασίας της, είναι αβάσιμος, γιατί, αφενός μεν οι διατάξεις των άρθρων 48, 51 και 52 του Ν.Δ. 496/1974, που ρυθμίζουν την παραγραφή, αναστολή και διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων του προσωπικού των ΝΠΔΔ δεν εφαρμόζονται ως προς τις απαιτήσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ΟΤΑ, ως προς τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 93 του ν. 2362/1995, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφετέρου, δε, σε κάθε περίπτωση, οι ασκηθείσες με την αγωγή της ενάγουσας αξιώσεις για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας κατά του εναγομένου Ο.Τ.Α.
υπόκειται στη διετή παραγραφή, χωρίς η ως άνω παραγραφή να διακόπτεται ή να αναστέλλεται, από το ασκηθέν με την ίδια αγωγή αίτημα της ενάγουσας να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο από 9.6.2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή από τη διοικητική διαδικασία κατάταξης της ενάγουσας σε προσωποπαγή θέση του εναγομένου.
Επομένως ο εκ των αριθμών 1, 19, 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, αληθώς όμως, μόνο εκ του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος και ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω πλημμέλειες ως προς την κρίση της ότι οι προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις αυτής (αναιρεσείουσας) κατά του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α.
υπέπεσαν στη διετή παραγραφή εν επιδικία, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 ( Α 190), και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του νόμου αυτού, ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 196/2023, 1016/2021, 911/2019).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2022, 1016/2021, 353/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1389/2023, 431/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αληθώς όμως μόνο εκ του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, προσάπτει σ' αυτήν την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι επίδικες απαιτήσεις της έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή εν επιδικία, ενώ όφειλε να κρίνει και αυτεπαγγέλτως, με βάση την αρχή της ισότητας μεταξύ των διαδίκων, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε διακόψει την διετή παραγραφή των αγωγικών της αξιώσεων, α) με την υπ' αριθ.
καταθ. 55/12.6.2014 κλήση της προς συζήτηση της ένδικης αγωγής της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που επιδόθηκε στον αντίδικό της στις 17.6.2014 από το δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α. Α. και συντάχθηκε προς τούτο η υπ'αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, β) με την επίδοση στον εναγόμενο στις 13.1.2015 αντιγράφου του πρακτικού συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας της 16.10.2014, περί αναβολής της συζήτησης της αγωγής της για τη δικάσιμο στις 26.2.2015, οπότε και ματαιώθηκε και συντάχθηκε προς τούτο η υπ'αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Α. Α., και ότι κατόπιν των ως άνω διαδικαστικών πράξεων κατά την εκ νέου κατάθεση στις 28.9.2016 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας της από 6.9.2016 κλήσης της προς συζήτηση της αγωγής της, δεν είχε παρέλθει η διετής παραγραφή εν επιδικία των ενδίκων αξιώσεών της.
Ο άνω πρόσθετος λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος καθότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι τον ως άνω ισχυρισμό της (αντένσταση) περί διακοπής της διετούς εν επιδικία παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών της, με τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό διαδικαστικές πράξεις, προέβαλε παραδεκτά ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, κατ'άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προς αντίκρουση του πρώτου λόγου έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος ΟΤΑ που επικαλείτο τη διετή παραγραφή, εν επιδικία, των ενδίκων αξιώσεων αυτής για αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, παραγραφή που, άλλωστε, όσον αφορά τις αποδοχές του προσωπικού του Δημοσίου και των ΟΤΑ λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώ η διακοπή της ως άνω παραγραφής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, χωρίς αυτό να παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Σε κάθε, δε, περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας αντένσταση διακοπής της διετούς, εν επιδικία, παραγραφής των ως άνω αγωγικών αξιώσεών της, ούτε καν διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, χωρίς η αναιρεσείουσα να αντικρούει, με τον ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης, την ως άνω παραδοχή του Εφετείου.
Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτησης αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Τέλος δεν επιδικάζονται έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, λόγω της δικονομικής απουσίας του (ΑΠ 849/2023, 844/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 1.9.2021 με αριθμ. καταθ. 399/23/11.11.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 30.1.2024 με αριθ. καταθ. 25/1.2.2024 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ