Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against the first-instance judgment regarding debt restructuring. The court found that the fund failed to intervene in the proceedings as a creditor, despite having the legal capacity to do so under the relevant law. Consequently, the court rejected the claim of direct violation of substantive law and declared the procedural arguments inadmissible because they relied on the violation of procedural rather than substantive rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 5(1) of Law 3869/2010; Article 16(1) of Law 4161/2013: A creditor's right to intervene in debt restructuring proceedings is independent of the debtor's application, and an appeal based on the direct violation of substantive law is inadmissible if the alleged violation concerns only procedural provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1047/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Γ., 2) Ε. Π. του Ν., κατοίκων …, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "UNION DE CREDIDOS INMOBILIARIOS SA ESTABLECIMIENTO FINANCIERO DE CREDIDOS (USI)", που εδρεύει στη Μαδρίτη Ισπανίας, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη μετονομασθείσας εταιρείας με την επωνυμία "UCI ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως διαχειρίστριας των εξυπηρετούμενων και μη εξυπηρετούμενων δανείων και πιστώσεων της αρχικώς αναιρεσίβλητης "UNION DE CREDIDOS INMOBILIARIOS SA ESTABLECIMIENTO FINANCIERO DE CREDIDOS (USI)" και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και το δ.τ. "HELLENIC POST CREDIT", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Πρατικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαζούρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 4-2-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω τροποποίηση - μεταβολή για την αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-1-2012 και 5-11-2013 αιτήσεις των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2199/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4-4-2019 (αρ.κατ.46/2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, απευθύνεται κατά της 1ης αναιρεσίβλητης και κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου, που είναι σύζυγοι, αιτούντες την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010 και κατά των λοιπών 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, παραδεκτά, ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αρ.2199/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην των τότε 1ης, 2ου και 4ης των εφεσιβλήτων και ήδη 1ης, 2ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των τότε 1ης,2ου και 4ης των εφεσιβλήτων και ήδη 1ης, 2ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2 έως 4 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 8-6-2018 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Ενόψει, όμως του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς τους ανωτέρω εφεσιβλήτους και ήδη 1η, 2ο και 4η των αναιρεσιβλήτων,(οι οποίοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η απόφαση αυτή είναι από τη δημοσίευσή της τελεσίδικη. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ'αρ. 553 παρ.1,σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τους ανωτέρω 1η, 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτούς.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-4-2020, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Κατά την ανωτέρω δικάσιμο όμως η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (πανδημία κορωνοϊού covid 19). Με την από 15-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος η υπόθεση προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 Ν. 4690/2020,για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 36.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο γίνεται από τον γραμματέα της έδρας και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Εξάλλου, από την υπ' αρ. 6331/15-5-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Δ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον ΝΠΔΔ-ΤΠΔ προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρασκευής Σουρταγγιά, πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ'άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην απολειπομένη σήμερα 4η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, για να παρασταθεί στην αρχική ως άνω δικάσιμο της υπόθεσης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 4η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον ΤΠΔ, η 1η και ο 2ος αναιρεσίβλητοι-αιτούντες την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 και η 3η αναιρεσίβλητη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία.
Επομένως, αφού η 4η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής.
Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 30-1-2012 (αρ.κατ. 28/2012) αίτηση κατά της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, όπως αυτή έχει μετονομαστεί σε <UCI ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ>, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής και καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτο, με την οποία (αίτηση) η αιτούσα οφειλέτης, πρώην ιδιωτική υπάλληλος, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς την καθής η αίτηση πιστώτρια τράπεζα, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους της προς αυτήν, το οποίο προερχόταν από ένα στεγαστικό δάνειο, σύμφωνα με το προτεινόμενο από την αιτούσα σχέδιο διευθέτησης της οφειλής της και αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτό.
Επίσης, η αιτούσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη κύρια κατοικία αυτής, δηλαδή ένα διαμέρισμα, επιφάνειας 82,40 Μ2 μετά αποθήκης, επιφάνειας 8,82 Μ2, το οποίο βρίσκεται στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής και του οποίου η κυριότητα ανήκει σ'αυτήν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.
Επίσης, ο ήδη 2ος αναιρεσίβλητος, σύζυγος της 1ης αναιρεσίβλητης, που είναι δημόσιος υπάλληλος στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, άσκησε την από 5-11-2013 (αρ.κατ. 1227/2013) αίτηση, την οποία απηύθυνε κατά της ήδη 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και κατά του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, με την οποία επικαλέστηκε και αυτός έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του προς τους καθών η αίτηση πιστωτές του, οι οποίες προέρχονται από το στεγαστικό δάνειο (για την αγορά της ως άνω κύριας κατοικίας των συζύγων),από δύο καταναλωτικά δάνεια του ήδη αναιρεσείοντος ΤΠΔ και από μια πιστωτική κάρτα και ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης αυτών, που αυτός πρότεινε, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή του από αυτά.
Συγχρόνως και ο αιτών σύζυγος ζήτησε να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, δηλαδή το ανωτέρω διαμέρισμα του οποίου είναι κύριος κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Οι δύο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας. Το ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, προς αντίκρουση της αίτησης του 2ου αναιρεσιβλήτου -οφειλέτη από ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, που του είχε χορηγήσει, ποσού 47658,37 ευρώ, προέβαλε 1) την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αυτού υποστηρίζοντας, ότι το δάνειο αυτό δεν είναι ληξιπρόθεσμο, αλλά ότι αντιθέτως είναι ενήμερο, διότι με σύμβαση εκχώρησης, που είχε καταρτιστεί με τον δανειολήπτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 Ν. 3867/2010 και 62 Ν. 2214/1994, το ενιστάμενο ΤΠΔ παρακρατούσε από το μισθό του τη συμφωνημένη μηνιαία δόση και ότι συνεπώς τούτο δεν υπάγεται στην προστασία του Ν. 3869/2010, που προϋποθέτει ληξιπρόθεσμη οφειλή. 2) την ένσταση απαραδέκτου της συνεκδικαζόμενης αίτησης της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης-1ης αιτούσας, διότι δεν είχε κοινοποιηθεί προς αυτό (ΤΠΔ), αν και η 1η αιτούσα ήταν οφειλέτης αυτού, διότι είχε εγγυηθεί το στεγαστικό δάνειο του συζύγου της -πρωτοφειλέτη-2ου αιτούντα και ήδη 2ου αναιρεσίβλητου.
Οι ως άνω ενστάσεις απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα, η μεν πρώτη ένσταση απαραδέκτου ως νομικά αβάσιμη, η δε δεύτερη ένσταση ως απαράδεκτη λόγω μη καταχώρησης αυτής στα πρακτικά, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμη ως αναπόδεικτη. Εκτός από τις ανωτέρω ενστάσεις το αναιρεσείον είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση αοριστίας της αίτησης του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, διότι, όπως ισχυρίστηκε, δεν αναφέρεται σ'αυτήν ο χρόνος ανάληψης κάθε οφειλής.
Και η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω του ισχύοντος ανακριτικού συστήματος. Επί της ουσίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ότι οι αιτούντες είναι σύζυγοι, ότι το μηνιαίο εισόδημα του συζύγου -υπαλλήλου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1400 ευρώ, ενώ της συζύγου σε 125 ευρώ και προέρχεται από την εργασία της ως ελεύθερης επαγγελματία -διατροφολόγου, ότι αμφότεροι βαρύνονται με τη διατροφή τεσσάρων ανηλίκων θυγατέρων, ηλικίας 12,10,7 και 5 ετών αντίστοιχα, ότι η συνολική οφειλή του αιτούντος συζύγου ανέρχεται σε 237446,95 ευρώ και ειδικότερα από το στεγαστικό δάνειο προς την 3η αναιρεσίβλητη, ποσού 178683,45 ευρώ, από δύο επισκευαστικά δάνεια, που του χορήγησε το αναιρεσείον ΤΠΔ, ποσού 46247,47 ευρώ και 10608,21 ευρώ, αντίστοιχα και από μια πιστωτική κάρτα, ποσού 1907,82 ευρώ, ότι επίσης η συνολική οφειλή της αιτούσας-συζύγου ανέρχεται σε 178683,45 ευρώ από στεγαστικό δάνειο και ότι λόγω της μείωσης των αποδοχών τους περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις ως ουσιαστικά βάσιμες, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων, υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν μηνιαία επί πέντε έτη το ποσό των 350 ευρώ προς τους πιστωτές τους, συμμέτρως κατανεμόμενο και ειδικότερα, προς το αναιρεσείον, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, το ποσό των 83,80 ευρώ μηνιαίως επί πενταετία.
Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων με την υποχρέωση αυτών για τη διάσωσή της να καταβάλουν επί 20 έτη το ποσό των 200 ευρώ μηνιαία, συμμέτρως επίσης κατανεμόμενο προς τους πιστωτές και ειδικότερα, προς το αναιρεσείον το ποσό των 41,12 ευρώ μηναία επί εικοσαετία. Κατά της απόφασης αυτής το ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε την από 19-6-2015 (αρ.κατ. 1757/2015) έφεση και πρόσθετους λόγους αυτής δια των από 8-6-2018 προτάσεών του (άρθρο 764 παρ.1ΚΠολΔ).
Με τον μοναδικό λόγο της έφεσης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επανέφερε τον ισχυρισμό του, που αφορούσε την αίτηση του 2ου αναιρεσιβλήτου περί μη υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 της ενήμερης οφειλής του από το ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, που του είχε χορηγήσει. Επίσης, με τον 1ο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρίστηκε ότι η αίτηση του 2ου εφεσιβλήτου-2ου αναιρεσιβλήτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν είχε επιδοθεί στην σύζυγο αυτού-1η εφεσίβλητη, αν και η τελευταία είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια στο με αρ. 01/6397/27-6-2011 ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, ποσού 49900 ευρώ, που ο 2ος εφεσίβλητος -2ος αιτών σύζυγος αυτής είχε λάβει από το εκκαλούν ΤΠΔ.
Εξάλλου, με τον 2ο πρόσθετο λόγο το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ισχυρίστηκε ότι η αίτηση της 1ης εφεσίβλητης είναι αόριστη διότι Α) δεν συμπεριλήφθηκε στην κατάσταση των πιστωτών της το εκκαλούν ΤΠΔ, αν και τούτο ήταν πιστωτής αυτής λόγω της εγγύησης εκ μέρους της του ανωτέρω ενυπόθηκου επισκευαστικού δανείου, που είχε χορηγηθεί στον σύζυγό της -πρωτοφειλέτη και Β) διότι η αίτηση της 1ης εφεσίβλητης-1ης αιτούσας δεν είχε κοινοποιηθεί στο εκκαλούν ΤΠΔ, με συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του την ανωτέρω οφειλή της αιτούσας -συζύγου προς το εκκαλούν, ως εγγυήτριας.
Τέλος, με τον 3ο πρόσθετο λόγο της έφεσης το εκκαλούν ισχυρίστηκε, ότι ο 2ος εφεσίβλητος -2ος αιτών περιήλθε από ενδεχόμενο δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, διότι από το έτος 2011,δηλαδή κατά το χρόνο συνομολόγησης του ανωτέρω ενυπόθηκου επισκευαστικού δανείου, γνώριζε ότι η σύζυγός του ήταν άνεργη και ότι είχαν αρχίσει οι μειώσεις των μισθων των δημοσίων υπαλλήλων και εντούτοις αποδέχθηκε να αναλάβει την δανειακή υποχρέωση, ποσού 47658,37 ευρώ, αν και αδυνατούσε να εξυπηρετήσει αυτήν.
Η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής συνεκδικάστηκαν από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον μοναδικό λόγο της έφεσης (ο οποίος αφορούσε την από 5-11-2013 αίτηση του 2ου εφεσιβλήτου και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου) ακολουθώντας την πάγια και σταθερή θέση της νομολογίας, ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και τα ενήμερα δάνεια, που χορήγησε στον δανειολήπτη το ΤΠΔ.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον 1ο πρόσθετο λόγο της έφεσης ως αβάσιμο κρίνοντας, ότι η παράλειψη του 2ου αιτούντα να κοινοποιήσει στη σύζυγό του -εγγυήτρια την αίτηση αυτού θεραπεύτηκε με τη συμμετοχή αυτής (1ης εφεσίβλητης-1ης αιτούσας) στην ανοιγείσα δίκη. Ας σημειωθεί, ότι η έφεση και ο 1ος πρόσθετος λόγος δεν αφορούν την αναιρετική δίκη και αναφέρονται για την πληρέστερη ανάπτυξη της δικαστικής πορείας της υπόθεσης, λόγω της πολυπλοκότητας των ισχυρισμών.
Περαιτέρω, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της υπόθεσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της απόφασής του, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, απέρριψε τον 2ο πρόσθετο λόγο της έφεσης προεχόντως ως απαράδεκτο, διότι δεν ανάγεται στο προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο, ούτε σε αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε συνεκδικαζόμενης αίτησης των συζύγων, που αποτελούσαν διαφορετικά κεφάλαια.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον 3ο πρόσθετο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν προέβαλε την ένσταση περιέλευσης του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου-2ου εφεσιβλήτου-2ου αιτούντα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δόλο ως αόριστο, κρίνοντας, ότι το εκκαλούν ΤΠΔ -προσθέτον λόγους έφεσης, που είχε το σχετικό βάρος της απόδειξης, δεν προσδιόριζε, όπως θα έπρεπε, για την πληρότητα της ένστασης δόλου το αρχικό και το τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων, που ο 2ος εφεσίβλητος και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος έλαβε από το ΤΠΔ, κατά το χρόνο συνομολόγησης αυτών, τα υφιστάμενα δάνεια προς άλλους πιστωτές και τις οικονομικές δυνατότητες αυτού ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικά, στοιχεία αναγκαία, ώστε να κριθεί, εάν ο ήδη 2ος αναιρεσίβλητος, τότε 2ος εφεσίβλητος μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση γενικής αδυναμίας πληρωμών και αποδέχθηκε τούτο.
Κατόπιν αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 ν. 3995/2011, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση "των οφειλών τους" και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Περαιτέρω, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Ειδικότερα, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει, ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή ,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Επίσης, πλέον των όσων έχουν προεκτεθεί, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 44/1990, Α.Π. 101/2005, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 140/2010).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 1572/2018,ΑΠ 362/2017,ΑΠ 131/2015,ΑΠ 1004/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του 2ου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία είχε προβάλει το αναρεσείον με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, διότι δήθεν το αναιρεσείον, που έφερε το βάρος απόδειξης της ένστασής του,.... << παρέλειψε δήθεν να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που το αναιρεσείον είχε χορηγήσει στον 2ο αναιρεσίβλητο, το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων, τα υφιστάμενα δάνεια προς άλλους πιστωτές και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες του 2ου αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών του ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες>>... παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση της ένστασης δόλου του οφειλέτη.
Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του 2ου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, την οποία το αναιρεσείον είχε προβάλει με τον 2ο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, διέλαβε πλημμελείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.5 περ.β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί τα ανωτέρω και να απορρίψει την ένσταση δόλου, δεν έλαβε υπόψη του πράγμα (ένσταση δόλου),που είχε προταθεί με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και την απόρριψη της αίτησης του 2ου αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, για το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα της αοριστίας της ένστασης δόλου, που αφορούσε τον 3ο πρόσθετο λόγο της έφεσης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού τα ακόλουθα: "...Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η αίτηση του δεύτερου εφεσιβλήτου πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο ότι αυτός περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές του.
Προς θεμελίωση της παραπάνω ένστασής του, που προβάλλεται παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που δικάζει σε δεύτερο βαθμό (άρθρο 765 ΚΠολΔ), το εκκαλούν επικαλείται ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος "ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις, δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αφού το έτος 2011, κατά το οποίο συνομολόγησε το επισκευαστικό δάνειο με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η σύζυγός του (πρώτη εφεσίβλητη) ήταν άνεργη και είχαν αρχίσει ήδη οι μειώσεις στις αποδοχές των δημοσιών υπαλλήλων ...
δηλαδή δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, μολονότι γνώριζε ήδη κατά το χρόνο της σύναψής του ότι δεν θα μπορούσε να τα εξυπηρετεί ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες". Σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, ο ως άνω πρόσθετος λόγος της έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ένσταση περιέλευσης του δεύτερου εφεσιβλήτου από ενδεχόμενο δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του είναι αόριστος, καθώς το εκκαλούν, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει από αυτό, το χρόνο που τα συμφώνησε, τη μηνιαία δόση εξυπηρέτησής τους κατά τον παραπάνω χρόνο, τα υφιστάμενα δάνειά του προς άλλους πιστωτές και, κυρίως, τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών του (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Η αναφορά μόνο ότι η πρώτη εφεσίβλητη - σύζυγος του δεύτερου εφεσιβλήτου ήταν άνεργη κατά το χρόνο συνομολόγησης του επισκευαστικού δανείου και ότι ήδη είχαν αρχίσει οι μειώσεις των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων δεν αρκεί, αφού κρίσιμο στοιχείο είναι τα εισοδήματά του κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων και λοιπών τραπεζικών προϊόντων, το οποίο ωστόσο δεν αναφέρεται.
Εφόσον, λοιπόν, η ως άνω ένσταση, που προβάλλεται το πρώτον με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης είναι αόριστη πρέπει και ο ως άνω πρόσθετος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αόριστος"... Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση περιέλευσης του 2ου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δόλο, την οποία το ενιστάμενο -εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ είχε προβάλει με τον 3ο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν.3869/2010,την οποία δεν παραβίασε ευθέως, διότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής (2ου πρόσθετου λόγου) δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης.
Πιο συγκεκριμένα, το εκκαλούν ΤΠΔ με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης ανέφερε ότι ο 2ος εφεσίβλητος και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος έλαβε το ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο με αρ. …/…., με ημερομηνία συνομολόγησης αυτού στις 27-6-2011, ποσού 49900 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίστηκε εγγυήθηκε η σύζυγός του και ότι επί πλέον έλαβε δύο μη ενυπόθηκα μικροεπισκευαστικά δάνεια με αριθμό λογαριασμού …/… και ημερομηνία συνομολόγησης αυτών στις 1-3-2007 και στις 21-11-2007, ποσού 10000 ευρώ καθένα τούτων, χωρίς όμως συγχρόνως το εκκαλούν -ενιστάμενο ΤΠΔ να προσδιορίζει, όπως όφειλε, το τελικό ύψος των προϊόντων αυτών, τη μηνιαία δόση εξυπηρέτησής τους, τυχόν άλλα υφιστάμενα ή όχι δάνεια του δανειολήπτη προς άλλους πιστωτές, τις οικονομικές του δυνατότητες κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, αλλά και τις μελλοντικές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αναμενόμενες οικονομικές δυνατότητες αυτού, καθώς επίσης τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, ώστε τα δεδομένα αυτά, αφού συγκριθούν, να διαπιστωθεί, αφενός μεν ο υπερδανεισμός του δανειολήπτη και αφετέρου, εάν αυτός προέβλεπε ως ενδεχόμενο την μη εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών του και την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και αποδέχθηκε την κατάσταση αυτή προς όφελός του και αντίστοιχα, προς βλάβη των πιστωτών αυτού.
Επομένως, ορθά απορρίφθηκε η ένσταση δόλου ως αόριστη και ο σχετικός 1ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, ο συναφής 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α' σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου δανειολήπτη ως αόριστη, χωρίς δηλαδή να την ερευνήσει από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας, που είναι η προϋπόθεση για να ιδρυθεί η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Τέλος, ο ίδιος 2ος αναιρετικός λόγος κατά το Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β ΚΠολΔ πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ένσταση δόλου, που συνιστά <πράγμα> κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης και την απέρριψε για τυπικό λόγο, ως αόριστη, καταλήγοντας δηλαδή σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρούσε, ότι είναι το ορθό.
Συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική ως άνω πλημμέλεια και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον κρίνονται απορριπτέα κατ'ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει, ότι εκείνος, που αιτείται τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, οφείλει, αλλά και αρκεί, για το ορισμένο της αίτησής του να διαλάβει στο δικόγραφο αυτής τα κάτωθι στοιχεία: α) ότι δεν τυγχάνει έμπορος και, ως εκ τούτου, δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, β) ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη και, κατά την ορθότερη άποψη, γενική-καθολική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, γ) την κατάσταση, της περιουσίας του και τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου του, δ) κατάσταση των πιστωτών, τις οφειλές του, προς τους οποίους επιθυμεί να ρυθμίσει, κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και ε) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, ενώ δεν απαιτείται να μνημονεύονται ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών ο οφειλέτης ή οι αιτίες, για τις οποίες δημιουργήθηκαν τα μη αντιμετωπίσιμα ήδη χρέη του αιτούντος ή τα αίτια, που τον ώθησαν στο δανεισμό και στην εν γένει δημιουργία των οφειλών, που επιθυμεί να ρυθμίσει, εναπόκειται δε στους καθ ων η αίτηση πιστωτές του, όπως έχει προεκτεθεί, να επικαλεστούν και να αποδείξουν, ότι η περιέλευση του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής έγινε δολίως.
Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, για να ιδρυθεί η αναιρετική ως άνω πλημμέλεια πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 362/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα, άρθρα 520 παρ. 2, 532 και 764 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., επί των υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, για να είναι παραδεκτοί, πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως, που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή σε εκείνα, που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά.
Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νοείται κάθε οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποίαν το δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού (Α.Π. 1543/2007).
Αντιθέτως, τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο (Α.Π. 671/2003). Ως "αναγκαίως συνεχόμενο" προς τα εκκληθέντα κεφάλαια νοείται μια οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία έχει τέτοια συνάφεια προς κάποια από τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελεί ζήτημα προκριματικό για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζει από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του εφετείου ως προς το συνεχόμενο κεφάλαιο, από εκείνη της πρωτόδικης αποφάσεως, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων κεφαλαίων (ΑΠ 249/2016,ΑΠ 76/2016, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 671/2003, ΑΠ 238/2001).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον 2ο πρόσθετο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστήριζε, ότι η αίτηση της 1ης αναιρεσίβλητης -1ης αιτούσας την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 ήταν αόριστη, διότι αφενός μεν στα προς ρύθμιση χρέη αυτής δεν συμπεριλαμβανόταν η οφειλή της, ως εγγυήτριας προς το αναιρεσείον, η οποία απέρρεε από την υπ' αρ. …/…-6-2011 σύμβαση ενυπόθηκου επισκευαστικού δανείου, που το αναιρεσείον είχε χορηγήσει στον 2ο αναιρεσίβλητο-σύζυγό της, ούτε επίσης, η αίτηση της 1ης αναιρεσίβλητης είχε κοινοποιηθεί προς το αναιρεσείον, διότι, κατά τις παραδοχές, δήθεν ο 2ος πρόσθετος λόγος της έφεσης δεν αποτελούσε κεφάλαιο του εκκληθέντος με την έφεση κεφαλαίου, ούτε αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό κεφάλαιο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 741 ΚΠολΔ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις περί του ορισμένου της αίτησης υπαγωγής στον Ν. 3869/2010.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 19-6-2015 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΤΠΔ, που είναι επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι με τον μοναδικό λόγο αυτής το εκκαλούν ΤΠΔ ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της, είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 5-11-2013 αίτηση του 2ου εφεσιβλήτου και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και είχε συμπεριλάβει στα προς ρύθμιση χρέη αυτού το υπ' αρ.
…/…/….-6-2011 ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο, ποσού 49000 ευρώ, που το εκκαλούν είχε χορηγήσει στον 2ο εφεσίβλητο. Με τον μοναδικό λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ΝΠΔΔ ισχυριζόταν ότι το ανωτέρω ενυπόθηκο δάνειο δεν ήταν ληξιπρόθεσμο, διότι με σύμβαση εκχώρησης που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη 2ου εφεσιβλήτου, ο τελευταίος είχε εκχωρήσει μέρος του μισθού του για την εξόφληση του δανείου αυτού, το οποίο επομένως ήταν ενήμερο και κατά την άποψη του εκκαλούντος για το λόγο αυτό δεν υπαγόταν στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010,που προϋποθέτει την ύπαρξη ληξιπρόθεσμου χρέους.
Εξάλλου, από την επιτρεπτή επίσης, επισκόπηση του 2ου πρόσθετου λόγου της έφεσης (που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο 3ο αναιρετικό λόγο) προκύπτει ότι το εκκαλούν-προσθέτον λόγους έφεσης υποστήριξε, ότι η από 30-1-2012 αίτηση της 1ης εφεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί, διότι στα υπό ρύθμιση χρέη αυτής δεν είχε συμπεριλάβει την οφειλή της προς το ΤΠΔ, λόγω εγγύησης, που απέρρεε από το ανωτέρω ενυπόθηκο επισκευαστικό δάνειο του πρωτοφειλέτη συζύγου της -2ου εφεσίβλητου, ούτε ότι επίσης η αίτηση αυτή της συζύγου (30-1-2012) είχε κοινοποιηθεί προς το εκκαλούν ΤΠΔ.
Εξάλλου, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για τα ζητήματα αυτά δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η από 5-11-2013 αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο ότι στα προς ρύθμιση χρέη της δεν συμπεριλαμβάνεται και η οφειλή της προς το εκκαλούν, που απορρέει από την …/…-6-2011 σύμβαση ενυπόθηκου επισκευαστικού δανείου, ενώ η ως άνω αίτησή της δεν κοινοποιήθηκε και σε αυτό (εκκαλούν).
Ο ως άνω πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά τα άρθρα 520 § 2, 532, 741 ΚΠολΔ, καθώς δεν ανάγεται στο προσβληθέν με την από 19-6-2015 έφεση κεφάλαιο της εκκαλουμένης ούτε σε αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό κεφάλαιο, όπως επιτάσσει για το παραδεκτό του η διάταξη του άρθρου 520 § 2 ΚΠολΔ, αλλά σε διαφορετικό κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, δεδομένου ότι επί συνεκδίκασης αιτήσεων, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, που συνεκδικάστηκαν η από 30-1-2012 αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης και η από 5-11-2013 αίτηση του δεύτερου εφεσιβλήτου, κάθε αυτοτελής αίτηση και οι επ' αυτής οριστικές διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης αποτελούν διαφορετικά κεφάλαια ...".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει τον 2ο πρόσθετο λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, κρίνοντας ορισμένη την από 30-1-2012 αίτηση της 1ης εφεσίβλητης-1ης αναιρεσίβλητης, της οποίας η ιστορική βάση πληρούσε το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και αποτελούσε χωριστό αντικείμενο δίκης, ούτε συνεχόταν αναγκαίως με το εκκληθέν κεφάλαιο της έφεσης.
Πιο συγκεκριμένα, ο μοναδικός λόγος της έφεσης αφορούσε την από 5-11-2013 (αρ. κατ. 1227/2013) αίτηση του 2ου εφεσίβλητου συζύγου αναφορικά με το ενυπόθηκο επισκευαστικό ως άνω δάνειο, που του είχε χορηγήσει το εκκαλούν ΤΠΔ και επειδή ήταν ενήμερο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, δεν θα έπρεπε να υπαχθεί στον Ν. 3869/2010.
Αντίθετα, ο 2ος πρόσθετος λόγος της έφεσης δεν αφορούσε το κεφάλαιο αυτό της έφεσης, αναφορικά με την από 5-11-2013 (αρ. κατ. 1227/2013) αίτηση του 2ου εφεσίβλητου, αλλά αφορούσε την παραδεκτή άσκηση κατ' άρ. 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, της συνεκδικαζόμενης αίτησης της συζύγου, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος θα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, διότι 1) η 1η αιτούσα παρέλειψε να συμπεριλάβει στην κατάσταση των πιστωτών της και το εκκαλούν ΤΠΔ έναντι του οποίου αυτή ευθυνόταν ως εγγυήτρια του ανωτέρω ενυπόθηκου δανείου και 2) διότι η 1η αιτούσα δεν είχε επιδώσει την αίτησή της και στο εκκαλούν.
Η αυτοτελής όμως από 30-1-2012 (αρ. κατ. 28/2012) αίτηση δικαστικής προστασίας της 1ης εφεσίβλητης και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης συζύγου του πρωτοφειλέτη, δημιουργεί χωριστό αντικείμενο της δίκης στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς και συνεπώς, αποτελεί διαφορετικό κεφάλαιο δίκης. Εκτός τούτου η παραδεκτή ή όχι άσκηση της αίτησης αυτής της συζύγου (30-1-2012) δεν συνέχεται, ούτε αναγκαίως με το εκκληθέν κεφάλαιο της έφεσης, που αφορούσε την από 5-11-2013 αίτηση του συζύγου -2ου εφεσίβλητου και ήδη 2ου αναιρεσίβλητου (περί μη υπαγωγής του ενήμερου δανείου στο Ν. 3869/2010).
Σε κάθε περίπτωση μετά το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 (υπό την ισχύ του οποίου εκδικάστηκε η ένδικη υπόθεση -βλ. σελ. 2α της εκκαλουμένης απόφασης), όπως εμμέσως, πλην σαφώς συνάγεται από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010,που τροποποίησε το ανωτέρω άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 4161/2013, επιτρέπεται πλέον η άσκηση κυρίας παρέμβασης από πιστωτή, προδήλως μη αναφερόμενο στην αίτηση του οφειλέτη και μη μετασχόντα μέχρι την άσκηση της αίτησης στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 για τη συμμετοχή του στην ανοιγείσα διαδικασία με τελικό στόχο τη ρύθμιση και της δικής του απαίτησης κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Τέτοια όμως, δικονομική ενέργεια εκ μέρους του εκκαλούντος ΤΠΔ και ήδη αναιρεσείοντος δεν προκύπτει, αν και τούτο είχε αυτή την δυνατότητα να παρέμβει στην ανοιγείσα δίκη. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον 3ο πρόσθετο λόγο για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (αναφορικά με το ορισμένο της αίτησης της 1ης αναιρεσίβλητης) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, ενώ κατά το μέρος, που με τον ίδιο αναιρετικό λόγο πλήττονται οι δικονομικές διατάξεις των άρθρων 527 αρ. 3 και 741 ΚΠολΔ ο 3ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης νόμου προϋποθέτει παραβίαση ουσιαστικής και όχι δικονομικής διάταξης, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' αρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1150/2019). Επίσης, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία ...<<δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...>> και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2019 (αρ.κατ. 46/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 2199/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ