Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation error, upholding lower court's factual assessment of management authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in interpreting the scope of 'management' authority granted to their father in notarized powers of attorney. The court rejected this claim, finding no evidence of a gap or ambiguity in the parties' intent regarding the transfer of assets and financial powers.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Articles 211, 216, 217 of the Civil Code; Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged misinterpretation of contractual terms regarding the scope of authority is inadmissible if the lower court's decision relies solely on a factual assessment of the circumstances surrounding the contract's formation without finding a genuine ambiguity in the expressed intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1047 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1047/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανδρ. Π. του Π., κατοίκου … (σημ.: εξωτερικού) και 2) Αν. Π. του Π., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ
Της αναιρεσίβλητης: Eταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-11-2010 και 8-2-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17711/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 2100/2014 μη οριστική και 729/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-7-2018 αίτησή τους και τους από 17-9-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως και το από 17-9-2019 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1359/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216 και 217 ΑΚ προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα είναι μονομερής δικαιοπραξία, με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης και για το λόγο αυτό αναπτύσσει εξωτερική δράση, παρέχεται με δήλωση είτε προς τον πληρεξούσιο είτε προς τον τρίτο και διακρίνεται από την εντολή η οποία αποτελεί σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση του εντολέως και αφορά την εσωτερική σχέση μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 1819/2014, ΑΠ 637/2012).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 217 ΑΚ, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 15 ν. 3283/2004, όπως αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (όμοια και η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 5 ν. 1969/1991), η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010). Το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και δια πληρεξουσίου (αντιπροσώπου), περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 εδ.β,158, 159 εδ. α και 180 ΑΚ, η δήλωση του αντιπροσωπευόμενού προς τον εξουσιοδοτούμενο (πληρεξουσιότητα) πρέπει για να είναι έγκυρη η σχετική έγγραφη αίτηση, να έχει περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου, έστω και ιδιωτικού.
Περαιτέρω, το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ.1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α' ), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β1) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά δίχως άλλο υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν' ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2257/2014, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 1382/2009).
Εξάλλου οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011).
Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." [...]
Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές."
Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." [...]
Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η Τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFiD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 536/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2212/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Αν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια και επικουρική αιτιολογία και αυτές μεταξύ τους αντιφάσκουν, δεν δημιουργείται ο μνημονευθείς λόγος αναίρεσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, γιατί το διατακτικό δεν στηρίζεται συγχρόνως επ' αμφοτέρων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο επί της μιας εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας και επιβοηθητικώς επί της επικουρικής (ΑΠ 1325/1996, ΑΠ 164/1994).
Περαιτέρω, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1456/2018,ΑΠ 719/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα "Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες, τυγχάνουν θυγατέρες του Π. Π., ο οποίος κατ' επάγγελμα τυγχάνει ιατρός και ειδικότερα μαιευτήρας γυναικολόγος, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 αυτός διετέλεσε και Διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου "…".
Η συναλλακτική σχέση του Π. Π., αλλά και των λοιπών μελών της οικογενείας του, με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα χρονολογείται από πολλών ετών, συνιστάμενη τόσο στη σύναψη δανειστικών συμβάσεων, όσο και στην τοποθέτηση των χρημάτων, που αυτός εσόδευε καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, σε διάφορες προθεσμιακές καταθέσεις και άλλα επενδυτικά προϊόντα, προς το σκοπό αποκόμισης μεγαλύτερου οφέλους.
Περί τις αρχές του έτους 2006 οι ενάγουσες, οι οποίες από ετών διέμεναν στο εξωτερικό και δη στην … , όπου προσφάτως είχαν ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές τους σπουδές και ήδη είχαν αρχίσει να εργάζονται, αποφάσισαν να προβούν στην αγορά δύο υπό κατασκευή κατοικιών (μεζονετών) στην περιοχή της ..., με την προοπτική να επανέλθουν κάποτε στον τόπο καταγωγής τους.
Επειδή οι ίδιες δεν διέθεταν τα απαραίτητα κεφάλαια, ο πατέρας τους απευθύνθηκε στην εναγομένη Τράπεζα και επισκεπτόμενος το επί της ... Υποκατάστημά της, με το οποίο σημειωτέον είχε τακτικές συναλλαγές, υπέβαλε αίτημα για χορήγηση σε εκάστη θυγατέρα του ενός στεγαστικού δανείου, που θα αφορούσε την αγορά και την επισκευή των υπό κατασκευή ακινήτων.
Όπως επεσήμανε ο Π. Π., η εναγομένη θα ήταν απολύτως εξασφαλισμένη, διότι αφ' ενός ο ίδιος διέθετε αποταμιεύσεις ικανές να καλύψουν πλήρως το πραγματικό (και όχι το αναγραφόμενο) τίμημα αγοράς των εν λόγω ακινήτων και αφ' ετέρου θα εγγυάτο προσωπικώς την εξόφληση των χορηγουμένων δανείων. Το αίτημα του πατρός των εναγουσών, ο οποίος, σημειωτέον, θεωρείτο από τους πιο παλαιούς και φερέγγυους πελάτες της εναγομένης, έγινε δεκτό και έτσι, στις 17-4-2006, μεταξύ της εναγομένης και αυτών συνήφθησαν οι υπ' αριθ.
…/17-4-2006 και …/17-4-2006 συμβάσεις στεγαστικών δανείων, οι οποίες ήταν ταυτόσημες κατά το περιεχόμενο τους και με τις οποίες η Τράπεζα χορήγησε σε εκάστη ενάγουσα δάνειο ύψους 220.000 ευρώ και 25ετούς διάρκειας, το οποίο, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να εξοφληθεί σε 300 μηνιαίες δόσεις και με επιτόκιο, που για τους πρώτους 6 μήνες θα ήταν σταθερό, ήτοι 2,5%, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα θα ήταν κυμαινόμενο, με αναφορά στο Βασικό Επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 1,4%.
Τις δύο αυτές δανειστικές συμβάσεις υπέγραψε ως πληρεξούσιος αμφοτέρων των εναγουσών, δυνάμει των υπ' αριθμ. …/10-1-2006 και …/10-1-2006 πληρεξουσίων του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, ο πατέρας τους Π. Π., ο οποίος είχε διαπραγματευθεί προσωπικώς και όλους τους περιληφθέντες σ' αυτές όρους, καθόσον, όπως προειπώθηκε, οι ενάγουσες ήταν στην …, ενώ στις εν λόγω συμβάσεις συμβλήθηκε ως εγγυητής και ο ίδιος, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μαζί με τις δύο πρωτοφειλέτριες.
Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 17-4-2006 υπογράφηκαν και τα υπ' αριθμ. … και …/17-4-2006 συμβόλαια του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, με τα οποία πωλήθηκαν τα ακίνητα στις δύο ενάγουσες, οι οποίες και πάλι εκπροσωπήθηκαν από τον πατέρα τους δυνάμει των προαναφερθέντων πληρεξουσίων. Στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθεί, ότι με τα ως άνω συμβολαιογραφικά πληρεξούσια οι ενάγουσες, που τότε διένυαν το 24° και 27° έτος της ηλικίας τους, πέραν της εντολής για τη σύναψη των συμβάσεων αγοράς των ακινήτων και των στεγαστικών δανείων, καθώς και για παροχή προσημειώσεων επί των ακινήτων προς εξασφάλιση των δανείων, έδιναν στον πατέρα τους την εντολή να διαχειρίζεται και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, καθώς και άλλους τίτλους παραστατικούς αξιών και επιπλέον, να εισπράττει τα πάσης φύσεως εισοδήματα αυτών...
με σχετικό όρο... που περιλήφθηκε στις δύο δανειστικές συμβάσεις, συμφωνήθηκε η - εντός μηνός από την υπογραφή της κάθε σύμβασης - παραχώρηση υπέρ της εναγομένης προσημείωσης υποθήκης επί των προς αγορά ακινήτων μέχρι του ποσού των 286.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της.
Για την παρακολούθηση της κίνησης των χορηγηθέντων δανείων τηρήθηκαν από την εναγομένη, όσον μεν αφορά στην πρώτη ενάγουσα, Ανδρ. Π., ο με αριθμ. … λογαριασμός, όσον δε αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, Αν. Π., ο με αριθμ. ... λογαριασμός, οι δε παραπάνω λογαριασμοί ήταν συνδεδεμένοι με αντίστοιχους καταθετικούς λογαριασμούς των εναγουσών, με χρέωση των οποίων πιστώνονταν στους λογαριασμούς των στεγαστικών τους δανείων οι οφειλόμενες ανά μήνα τοκοχρεολυτικές δόσεις.
Έτσι, ο μεν υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στεγαστικού δανείου της πρώτης ενάγουσας ήταν συνδεδεμένος με τον υπ' αριθμ. ..., κοινό με τον πατέρα της Π. Π., καταθετικό της λογαριασμό και ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στεγαστικού δανείου της δεύτερης ενάγουσας ήταν συνδεδεμένος με τον υπ' αριθμ. ..., κοινό με τον πατέρα της, καταθετικό της λογαριασμό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ενόσω επίκειτο η εγγραφή προσημείωσης στα δύο ακίνητα, ο Π. Π., ερχόμενος σε επαφή και διαπραγματεύσεις με τις υπαλλήλους της εναγομένης όπως η εξασφάλιση της χορηγηθείσας πιστώσεως γίνει, όχι με τη συμβατικώς συμφωνηθείσα εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αλλά με την ενεχυρίαση διαφόρων τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων (των λεγομένων cash collaterals), των οποίων ο ίδιος ήταν δικαιούχος, καθώς και διαφόρων ομολόγων, εκ των οποίων άλλα ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και άλλα σε αλλοδαπές εταιρίες.
Την ικανοποίηση του παραπάνω αιτήματος του πατρός των εναγουσών εισηγήθηκαν θετικώς και τα στελέχη του παραπάνω υποκαταστήματος, αφού τον θεωρούσαν, όπως προειπώθηκε, ιδιαιτέρως αξιόχρεο πελάτη, μεταξύ αυτών και η Διευθύντριά του Δ. Κ., όπως τούτο συνάγεται από τις με ημερομηνία 22-5-2006 και 30-5-2006 δύο επιστολές της που απεστάλησαν προς τη Διεύθυνση Στεγαστικής Πίστης η πρώτη και προς την Περιφερειακή Διεύθυνση της εναγομένης η δεύτερη.
Ακολούθως, ο Π. Π., ο οποίος επί τη βάσει των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχε αναλάβει και την εν λευκώ διαχείριση των χρημάτων των θυγατέρων του, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικώς, αλλά και ως πληρεξούσιος των τελευταίων, σύναψε στις 31-5-2006 με την εναγόμενη Τράπεζα τη με αριθμό … σύμβαση χαρτοφυλακίου, με την οποία η τελευταία (εναγομένη) ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί, για λογαριασμό και των τριών πελατών της και χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή τους διδομένη με οποιονδήποτε τρόπο, που αφορούσε την κατάθεση επ' ονόματι τους χρημάτων στην Τράπεζα, την απόκτηση επ' ονόματι τους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, την αγορά επ’ ονόματι τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών, την ανάληψη επ’ ονόματι τους χρημάτων από κατάθεση της Τράπεζας, καθώς επίσης, και την αποδοχή αιτήσεως επ’ ονόματι τους, διδομένη με οποιοδήποτε τρόπο, για εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και για πώληση κάθε είδους κινητών αξιών.
Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω συμβάσεως χαρτοφυλακίου ανοίχθηκε στην εναγομένη ο υπ' αριθμ. ... κοινός με τις ενάγουσες λογαριασμός, καθώς και ο κοινός υπ' αριθμ. ... λογαριασμός κινητών αξιών, ενώ δια ρητού όρου προβλέφθηκε ότι, έναντι της Τράπεζας, τόσο οι ενάγουσες όσο και ο πατέρας τους τυγχάνουν οφειλέτες και δανειστές εις ολόκληρον, ότι κάθε γεγονός επερχόμενο σ' έναν από αυτούς ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των λοιπών και ότι οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή δήλωση κάποιου εξ αυτών σχετική με την παραπάνω σύμβαση, τους χρηματικούς λογαριασμούς, τις κινητές αξίες και το λογαριασμό κινητών αξιών, ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των υπολοίπων.
Στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως, ο Π. Π. υπέβαλε για λογαριασμό δικό του, αλλά και για λογαριασμό των εναγουσών θυγατέρων του, έξι (6) αιτήσεις συμμετοχής προς επένδυση χρηματικού ποσού, ύψους 260.000 ευρώ, σε αμοιβαία κεφάλαια της εναγομένης και ειδικότερα υπέβαλε:
α) Την από 6-6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 25.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διατέθηκαν σ’ αυτούς 4.770,628 μερίδια,
β) Την από 16-6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 25.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK PRIME ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ FUND OF FUNDS ΜΕΤΟΧΙΚΟ" και διατέθηκαν σ’ αυτούς 7.862,624 μερίδια,
γ) Την από 28-6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 100.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK ALL WEATHER ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διατέθηκαν σ’ αυτούς 9.996,102 μερίδια,
δ) Την από 30- 6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 50.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK MIDCAP PRIVATE SECTOR 50 INDEX FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διατέθηκαν σ' αυτούς 10.910,122 μερίδια,
ε) Την από 30-6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 50.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK VALUE FTSE/ASE 20 FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διατέθηκαν σ' αυτούς 2.608,201 μερίδια και τέλος,
στ) Την από 30-6-2006 Αίτηση Συμμετοχής, βάσει της οποίας επενδύθηκαν 10.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "EUROBANK ALL WEATHER ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" και διατέθηκαν σ' αυτούς 999,50 μερίδια.
Στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθεί, ότι τη χρονική εκείνη περίοδο (2006-2007), ενόψει της επικρατούσας οικονομικής ευημερίας και ανάπτυξης, αλλά και της έλλειψης οποιουδήποτε προειδοποιητικού στοιχείου για την, μετά πάροδο ολίγων μόνο ετών, επελθούσα οικονομική κρίση, η επένδυση χρημάτων σε αμοιβαία κεφάλαια ετύγχανε προτιμητέα ως ιδιαιτέρως προσοδοφόρα, παρά δε την επισήμανση στα σχετικά έγγραφα ότι οι αποδόσεις τους δεν μπορούσαν να είναι εγγυημένες, η ως άνω πιθανότητα φάνταζε απομακρυσμένη, μη δημιουργούσα ουδεμία ανησυχία στους επίδοξους επενδυτές. Ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι ο πατέρας τους αποφάσισε να επενδύσει στα ανωτέρω αμοιβαία κεφάλαια ουχί αυτοβούλως, αλλά μετά από υποβολιμαίες συστάσεις και άσκηση έντονης πιέσεως εκ μέρους των στελεχών της εναγομένης, τα οποία προσέβλεπαν στην αποκόμιση και των αναλόγων bonus, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος διότι, όπως αποδείχθηκε, ο Π. Π. ήταν ένας άνθρωπος έμπειρος στα χρηματοοικονομικά και ταυτοχρόνως ικανός να κρίνει για το επωφελές ή μη εκάστου επενδυτικού του εγχειρήματος.
Οι υπάλληλοι της εναγομένης, πλην των απλών ενημερώσεων αναφορικώς με τις μελλοντικές αποδώσεις των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, τις οποίες όφειλαν να κάνουν στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων, δεν αποδείχθηκε ότι προέτρεψαν αυτόν με τρόπο υστερόβουλο στην αγορά των εν λόγω ομολόγων, αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι η σχετική απόφαση ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Π.
Π., ο οποίος, άλλωστε, δεν θέλησε, ούτε να καταστεί πελάτης του τμήματος "private banking" της εναγομένης, το οποίο εξειδικεύετο στην ανάλυση των οικονομικών εξελίξεων και συνθηκών, παρέχοντας στα μέλη του μια μεγαλύτερη προστασία, αλλ' ούτε και να συνάψει σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη θα αναλάμβανε, για λογαριασμό δικό του και των θυγατέρων του, την με δική της ευθύνη διαχείριση των κεφαλαίων τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι προς εξασφάλιση της αποπληρωμής των δύο χορηγηθέντων στεγαστικών δανείων, συνολικού ύψους 440.000 ευρώ, η κάθε μια από τις ενάγουσες, μαζί με τον πατέρα τους, προέβησαν στις 26-7-2006, όπως, άλλωστε, είχαν συμφωνήσει με την εναγομένη, στην υπογραφή έξι συμβάσεων ενεχυρίασης επί των προαναφερθέντων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, συνολικού ποσού 260.000 ευρώ (μία για κάθε αμοιβαίο κεφάλαιο), καθώς και στην υπογραφή δύο συμβάσεων ενεχυρίασης επί δύο ομολόγων, ονομαστικής αξίας 100.000 και 50.000 ευρώ αντιστοίχως και μιας ακόμη συμβάσεως ενεχυρίασης επί ενός τραπεζοασφαλιστικού προϊόντος, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί.
Συγκεκριμένα οι ενάγουσες και ο Π. Π. προέβησαν στη σύσταση ενεχύρων επί των εξής κοινών επενδυτικών προϊόντων τους:
α) επί των 4.770,628 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", αξίας 25.000 ευρώ,
β) επί των 7.862,624 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK PRIME ΥΠΕΡΑΞΙΑ FUND OF FUNDS ΜΕΤΟΧΙΚΟ", αξίας 25.000 ευρώ,
γ) επί των 9.996,102 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK ALL WEATHER ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", αξίας 100.000 ευρώ,
δ) επί των 10.910,122 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK MIDCAP PRIVATE SECTOR 50 INDEX FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" αξίας 50.000 ευρώ,
ε) επί των 2.608,201 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK VALUE FTSE/ASE 20 FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", αξίας 50.000 ευρώ,
στ) επί των 999,5 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK ALL WEATHER ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", αξίας 10.000 ευρώ,
ζ) επί ομολόγου έκδοσης των "EFG HELLAS Pic & EFG HELLAS CAYMAN ISLANDS Ltd", ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 31-5-2006 και ημερομηνία λήξης την 2-6-2008 και
η) επί ομολόγου έκδοσης της "EFG HELLAS CAYMAN ISLANDS Ltd", ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2006 και ημερομηνία λήξης την 30-5-2011.
Επιπλέον την ίδια ημέρα, ήτοι στις 26-7-2006, προς εξασφάλιση των εκ των ανωτέρω δανειστικών συμβάσεων απαιτήσεων υπεγράφη, μεταξύ της εναγομένης και κάθε μιας εκ των εναγουσών και του πατρός τους, μία ακόμη σύμβαση ενεχυρίασης επί των απαιτήσεων, που ο Π. Π. διατηρούσε κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG Eurolife Α.Ε.Α.Ζ.", από ασφαλιστήριο ζωής και ισόβιας σύνταξης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ενώ είχαν, ήδη, εκταμιευτεί και καταβληθεί στις ενάγουσες τα ποσά των δύο στεγαστικών δανείων, ο Π. Π., που, καθ' ομολογία του, είχε συχνές επισκέψεις και επαφές με τα στελέχη του υποκαταστήματος της οδού ..., ενδιαφερόμενος για την επωφελέστερη τοποθέτηση των χρημάτων του και για την αποκόμιση μεγαλυτέρου οφέλους, δυνάμει των από 18-12-2006 δύο αιτήσεών του, τις οποίες υπέβαλε προς την Δ/νση Διαχείρισης Δανείων για λογαριασμό εκάστης θυγατρός του, αλλά και για τον εαυτό του ατομικώς, υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή, ζήτησε από τη εναγομένη τη μετατροπή των δανείων τους από Ευρώ σε Ελβετικά Φράγκα (CHF), με επιτόκιο αυτό που εκάστοτε ίσχυε στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor) μηνιαίας διάρκειας, προσαυξημένο κατά 1,15%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τη χρονική εκείνη περίοδο, πολλοί δανειολήπτες επέλεγαν τη λήψη δανείων ή τη μετατροπή των, ήδη, ληφθέντων σε ελβετικό φράγκο, προκειμένου να επωφεληθούν από το χαμηλό επιτόκιο αυτού, το οποίο διαμορφώνεται με βάση τον δείκτη LIBOR, έναντι των επιτοκίων των δανείων σε ευρώ, που διαμορφώνονται με βάση τον δείκτη EURIBOR. Ειδικότερα, η χορήγηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο θεωρείτο επωφελέστερη για τους δανειολήπτες λόγω: α) της συναλλαγματικής υπεροχής του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, β) της σταθερότητας της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων, αφού το ευρώ ήταν μεν ισχυρότερο του ελβετικού φράγκου, αλλά και το ελβετικό φράγκο ήταν επίσης ένα ισχυρό νόμισμα και τέλος, γ) του χαμηλού επιτοκίου, αφού το επιτόκιο LIBOR ανερχόταν στο ήμισυ περίπου του EURIBOR. Όλα τα ανωτέρω επωφελή για τους δανειολήπτες στοιχεία είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της μηνιαίως καταβαλλόμενης δόσης, πλην όμως αυτά εκ των υστέρων ανατράπηκαν λόγω της συνεχούς ανατίμησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, γεγονός, που ώθησε πολλούς δανειολήπτες να αμφισβητήσουν τους σχετικούς όρους των συμβάσεών τους, κάνοντας λόγο για ακυρότητά τους λόγω καταχρηστικότητας στηριζομένης στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ και του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών".
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στο αίτημα του Π. Π. η Τράπεζα απήντησε θετικώς και έτσι, δυνάμει των από 31-1-2007 Προσθέτων Πράξεων Τροποποίησης συμφωνήθηκε η μετατροπή των στεγαστικών δανείων των εναγουσών από Ευρώ σε ελβετικό φράγκο (CΗF), οι εν λόγω δε συμβάσεις υπογράφηκαν από τον Π. Π., υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, ενώ ο ίδιος, ο οποίος είχε, άλλωστε, εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία των θυγατέρων του (δια των προαναφερθέντων πληρεξουσίων), έθεσε και τις υπογραφές αυτών στην πρώτη και στη δεύτερη σελίδα των αντιστοίχων προσθέτων πράξεων, κάτω από την ένδειξη "Ο οφειλέτης".
Μετά ταύτα, οι οφειλόμενες ανά μήνα δόσεις υπολογίζονταν πλέον σε CHF και, μέσω των μηνιαίων ενημερωτικών δελτίων, στα οποία αναγράφονταν, μεταξύ των άλλων, το κεφάλαιο της απαίτησης (σε CHF), το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, το ποσό της οφειλόμενης ανά μήνα τοκοχρεολυτικής δόσης (σε CHF), το ποσό της ίδιας δόσης μετατρεπόμενο σε Ευρώ, σύμφωνα με την ισοτιμία CHF/ευρώ αναλυόμενο σε κεφάλαιο και τόκους και η ημερομηνία, κατά την οποία η τοκοχρεωλυτική δόση καθίστατο ληξιπρόθεσμη, οι ενάγουσες ενημερώνονταν αναφορικώς με την οφειλόμενη ανά μήνα τοκοχρεολυτική δόση των δανείων τους.
Ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι οι ίδιες ουδέποτε υπέγραψαν και ουδέποτε έδωσαν την τελική έγκριση για την μετατροπή των στεγαστικών τους δανείων από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, διότι είχαν, ήδη, λάβει από την Αγγλία πληροφορίες και εκτιμήσεις για την επερχόμενη κακή εξέλιξη της ισοτιμίας των νομισμάτων σε σχέση με το ευρώ και ότι η εναγομένη προέβη μονομερώς στην κατάρτιση των από 31-1-2007 Προσθέτων Πράξεων Τροποποίησης, εκμεταλλευόμενη την υπογραφή, που ο πατέρας τους καλοπίστως είχε θέσει κάτω από την ένδειξη "Ο εγγυητής" στις εν λόγω Πράξεις, οι οποίες αποτελούσαν ένα προσχέδιο και όχι τις τελικές Πράξεις, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, η πρωτοβουλία για την ανωτέρω αλλαγή ανήκε αποκλειστικώς στον έμπειρο περί τα χρηματοοικονομικά Π.
Π., ο οποίος υπέγραψε προσωπικώς τις δύο αιτήσεις και τις επακολουθήσασες ισάριθμες Πρόσθετες Πράξεις Τροποποίησης, που ήταν και οι τελικές και δεν αποτελούσαν "προσχέδιο", θέτοντας ο ίδιος κατ’ απομίμηση και τις υπογραφές αμφοτέρων των θυγατέρων του και τελώντας σε πλήρη γνώση των ευνοϊκών μεν για την εποχή εκείνη αποτελεσμάτων μιας τέτοιας επιλογής, αλλά και του ρίσκου που, ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει, δοθέντος ότι η ισοτιμία των νομισμάτων μεταβάλλεται καθημερινώς και δεν μπορεί να προβλεφθεί σε βάθος χρόνων.
Εξάλλου, κρίνεται πέραν πάσης λογικής να προβαίνει η Τράπεζα αυτοβούλως σε μία τέτοια τροποποίηση, εκ της οποίας ουδέν συμφέρον εξαρτά, αφού και η ίδια βρίσκεται στην ίδια θέση διακινδύνευσης με τον δανειολήπτη, καθώς και αυτή θα πρέπει να αποπληρώσει τον ξένο δανειστή της σε ελβετικά φράγκα.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι δεν δεσμεύονται εκ των ανωτέρω προσθέτων πράξεων, διότι τρίτο πρόσωπο, άγνωστο σε αυτές, έθεσε επ' αυτών την υπογραφή τους, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, της κρίσεως αυτής συναγομένης, εκτός των άλλων, και από το περιεχόμενο της από 14-4-2009 επιστολής, που οι ενάγουσες απέστειλαν προς την περιφερειακή διεύθυνση της εναγομένης Τράπεζας, στην οποία, πέραν της διατύπωσης κάποιων παραπόνων για την κακή πορεία των αμοιβαίων κεφαλαίων τους, περί των οποίων εκτενής αναφορά θα γίνει παρακάτω, ουδέν παράπονο εκφράζουν για την "αυθαίρετη", όπως τη χαρακτηρίζουν, μετατροπή του νομίσματος των δανειστικών συμβάσεών τους από ευρώ σε ελβετικά φράγκα, ούτε βεβαίως κάνουν λόγω για δήθεν πλαστογράφηση των τεθειμένων στις από 31-1-2007 Πρόσθετες Πράξεις Τροποποίησης υπογραφών τους.
Ο ισχυρισμός αυτός επινοήθηκε εκ των υστέρων, όταν οι ενάγουσες διαπίστωσαν ότι, παρά την εκ μέρους τους καταβολή των συμφωνημένων δόσεων, το κεφάλαιο του δανείου τους δεν μειώθηκε εξ αιτίας της δυσμενούς εξέλιξης της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων σε βάρος του ευρώ και της ραγδαίας συναλλαγματικής πτώσης τούτου έναντι του ελβετικού φράγκου, πλην όμως αυτό αποτελούσε ενδεχόμενο που εμπεριέχονταν στην έννοια του συναλλακτικού κινδύνου, τον οποίο με πλήρη επίγνωση ανέλαβε ο πατέρας τους στο πλαίσιο της ανατεθειμένης σ' αυτόν διαχείρισης της περιουσίας τους, ενώ την ως άνω δυσμενή για τα συμφέροντα των εναγουσών εξέλιξη ούτε οι υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας μπορούσαν να γνωρίζουν.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό τους, ότι μέχρι τον Μάιο του 2010 δεν ήταν σε θέση να διαγνώσουν ότι ο υπολογισμός των δόσεών τους γινόταν πλέον σε Ελβετικά Φράγκα, διότι η εναγομένη δεν τους απέστελλε κινήσεις ή ενημερώσεις του λογαριασμού τους και διότι η ανάληψη της οφειλόμενης μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσης γινόταν αυτομάτως από τους λογαριασμούς τους, ελέγχεται επίσης ως ουσία αβάσιμος, διότι από τους μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενους από την εναγομένη πίνακες πληρωμών και απόσβεσης δανείου, που αποστέλλονταν στη δηλωθείσα ως διεύθυνση αλληλογραφίας τους επί της οδού ..., η οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί την κατοικία τους αλλά και την κατοικία του πατρός τους Π.
Π., αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες ενημερώνονταν ως προς την οφειλόμενη ανά μήνα τοκοχρεολυτική δόση των δανείων τους και ως προς το είδος του συμφωνηθέντος νομίσματος (CHF = ελβετικό φράγκο), ενώ σαφής διατύπωση της συμφωνηθείσας στις 31-1-2007 μεταβολής από ευρώ σε CHF προκύπτει και από τις αναλυτικές καταστάσεις της κινήσεως των δύο δανειστικών λογαριασμών, που η εναγομένη τηρούσε επ' ονόματι των εναγουσών και των οποίων γνώση είναι βέβαιο πως είχε λάβει και ο πατέρας τους, ο οποίος συνεχώς επισκέπτονταν το συγκεκριμένο υποκατάστημα της εναγομένης και ζητούσε ενημέρωση, η οποία και του εδίδετο άνευ προβολής ουδενός προσκόμματος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείτο από τους πλέον παλαιούς και αξιόπιστους πελάτες της Τράπεζας.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι περί τις αρχές του 2008 ο Π. Π. αιτήθηκε από την εναγομένη την αποχώρησή του, για προσωπικούς λόγους, από τα προαναφερθέντα αμοιβαία κεφάλαια, που είχαν ενεχυριασθεί προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της εκ των δύο χορηγηθέντων δανείων, με τη διατήρηση πλέον ως μοναδικών συνδικαιούχων τις δύο θυγατέρες του.
Το υποκατάστημα της οδού ... διαβίβασε το αίτημά του στην αρμόδια προς τούτο Διεύθυνση Στεγαστικής Πίστης, η οποία συμφώνησε για την εξαγορά των ήδη ενεχυριασμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, την επανεπένδυση του προϊόντος της εξαγοράς την ίδια ημέρα στα ίδια ακριβώς αμοιβαία κεφάλαια με συνδικαιούχους, πλέον, μόνο τις ενάγουσες και την ενεχυρίαση των νέων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας από τα δύο στεγαστικά δάνεια.
Η συγκεκριμένη τακτική υποδείχθηκε από τη Διεύθυνση Στεγαστικής Πίστης, διότι έτσι εξασφαλίζονταν καλύτερα τα συμφέροντα της εναγομένης Τράπεζας, αφού αποφεύγονταν ο κίνδυνος το προϊόν της εξαγοράς να αναληφθεί πριν την επένδυση σε νέα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και την ενεχυρίαση αυτών, ενώ δια του τρόπου, ούτε τα συμφέροντα των εναγουσών θα θίγονταν, δοθέντος ότι, εάν η επένδυση του προϊόντος εξαγοράς πραγματοποιούνταν σε μεταγενέστερη της εξαγοράς ημέρα, υπήρχε ο κίνδυνος η αξία εκάστου μεριδίου των αμοιβαίων κεφαλαίων να αυξηθεί και επομένως, με το προϊόν της εξαγοράς να αποκτηθεί μικρότερος αριθμός μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Η διαδικασία αυτή ήταν απλή, αυτοματοποιημένη και άμεση, γινόταν δε με τη χρήση ειδικής εφαρμογής του συστήματος της Τράπεζας, ειδικότερα δε εκτυπώνονταν ταυτοχρόνως μία Αίτηση Ολικής Εξαγοράς και ταυτοχρόνως μία Αίτηση Συμμετοχής στα ίδια αμοιβαία κεφάλαια, ενώ από λογιστικής απόψεως το σύστημα εμφάνιζε το προϊόν της ολικής εξαγοράς να πιστώνεται στο λογαριασμό, που ήταν συνδεδεμένος με το νέο χαρτοφυλάκιο, ο οποίος αυτομάτως χρεωνόταν με το ίδιο ποσό, ώστε να καλυφθεί η αξία της (φαινόμενης) συμμετοχής στα ίδια αμοιβαία κεφάλαια.
Μοναδικές προϋποθέσεις για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εφαρμογής ήταν αφ' ενός τα προς μεταφορά μερίδια να μην ήταν δεσμευμένα (ενεχυριασμένα) και αφ' ετέρου το πρόσωπο που φερόταν ως "αιτών" τη μεταφορά να ήταν συνδικαιούχος του νέου χαρτοφυλακίου.
Εν προκειμένω, ωστόσο, τα προς μεταφορά μερίδια α/κ ήταν ήδη ενεχυριασμένα και γι' αυτό η Τράπεζα, προκειμένου να τα αποδεσμεύσει από το ήδη υφιστάμενο επ' αυτών βάρος, αλλά και για να προστατέψει παραλλήλως τα συμφέροντά της, απαίτησε από τις ενάγουσες την, πριν από την αποχώρηση του πατρός τους, ενεχυρίαση των ιδίων μεριδίων προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεώς της.
Ο Π. Π. συμφώνησε με την τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας, αφού ουδεμία επιζήμια συνέπεια θα προκαλείτο στα συμφέροντα των δύο θυγατέρων του και έτσι, στις 7-3-2008 συνήφθη μεταξύ εναγουσών και εναγομένης η υπ' αριθμ. ... δεύτερη σύμβαση χαρτοφυλακίου, με την οποία και έδωσαν τις ίδιες ακριβώς, όπως και με την πρώτη υπ' αριθμ. ...
σύμβαση χαρτοφυλακίου, εντολές. Το νέο τούτο χαρτοφυλάκιο συνδέθηκε με τον υπ' αριθμ. ... κοινό των δύο εναγουσών τραπεζικό λογαριασμό και στις 11-4-2008 μεταξύ εναγομένης και εναγουσών συνήφθησαν δύο συμβάσεις ενεχυριάσεως, δυνάμει της οποίας οι τελευταίες, προς εξασφάλιση της εκ των δανείων απαιτήσεως της αντιδίκου τους, ενεχυρίασαν 9996,102 + 999,5 μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου "EUROBANK ALL WEATHER ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ".
Εν συνεχεία, η εναγομένη, έχοντας εξασφαλίσει ότι τα ανωτέρω μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία θα προέκυπταν από τη μεταφορά, ήταν δεσμευμένα με ενέχυρο, ενεργοποίησε στις 8-5-2008 τη διαδικασία μεταφοράς τους από το παλαιό (κοινό των τριών) χαρτοφυλάκιο στο νέο χαρτοφυλάκιο των δύο εναγουσών, εκτυπώνοντας ταυτοχρόνως ένα έντυπο Αίτησης Ολικής Εξαγοράς (την υπ' αριθμ. ...) των προς μεταφορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ένα έντυπο Αίτησης Συμμετοχής (την υπ' αριθμ. ...) στα ίδια προς μεταφορά αμοιβαία κεφάλαια.
Επί των δύο ανωτέρω εντύπων εμφανιζόταν ως αιτούσα η δεύτερη ενάγουσα Α. Π., διότι προϋπόθεση της διενέργειας της μεταφοράς, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο αιτών να τυγχάνει τουλάχιστον συνδικαιούχος στο χαρτοφυλάκιο, όπου θα γινόταν η μεταφορά των αμοιβαίων κεφαλαίων. Εν συνεχεία, για την ολοκλήρωση της μεταφοράς, το τραπεζικό σύστημα της εναγομένης προχώρησε αυτομάτως στις εξής λογιστικές εγγραφές:
α) πίστωσε το ποσό της εξαγοράς στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των εναγουσών, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με το νέο τους χαρτοφυλάκιο και β) ταυτοχρόνως τον χρέωσε με το ίδιο ποσό. Έτσι, με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώθηκε η μεταφορά των συγκεκριμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από το παλαιό, κοινό του Π.
Π. με τις ενάγουσες, χαρτοφυλάκιο, στο νέο κοινό μόνον των εναγουσών χαρτοφυλάκιο. Η ίδια ακριβώς διαδικασία ακολουθήθηκε εν συνεχεία στις 14-5-2008 και με τα υπόλοιπα ενεχυριασμένα στην εναγομένη μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και συγκεκριμένα: α) με τα 4.770,627 μερίδια του α/κ "EUROBANK ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" β) τα 7.862,624 μερίδια του α/κ "EUROBANK PRIME ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ FUND OF FUNDS ΜΕΤΟΧΙΚΟ", γ) τα 10.910,123 μερίδια του α/κ "EUROBANK MIDCAP PRIVATE SECTOR 50 INDEX FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" και δ) τα 2.608,20 μερίδια του α/κ "EUROBANK VALUE FTSE/ASE 20 FUND ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ".
Και στην περίπτωση αυτήν προηγήθηκε στις 14-5-2008 η ενεχυρίαση των συγκεκριμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία και επρόκειτο να μεταφερθούν στο νέο χαρτοφυλάκιο, όπως τούτο προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από την εναγομένη οκτώ (8) συμβάσεις ενεχυριάσεως. Ακολούθως, στις 29-5-2008 πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των μεριδίων των συγκεκριμένων αμοιβαίων κεφαλαίων από το παλαιό (κοινό των Π.
Π. και των εναγουσών) στο νέο (των εναγουσών και μόνον) χαρτοφυλάκιο. Και εδώ από το σύστημα της Τράπεζας εκτυπώθηκε μία Αίτηση Ολικής Εξαγοράς (η υπ' αριθμ. ...) των μεριδίων αυτών και ταυτοχρόνως μια Αίτηση Συμμετοχής (η υπ' αριθμ. ...), ως αιτούσα δε εμφανιζόταν η δεύτερη ενάγουσα Αν. Π.. Η συγκεκριμένη συναλλαγή ολοκληρώθηκε με τη λογιστική πίστωση και ισόποση χρέωση του συνδεδεμένου με το νέο χαρτοφυλάκιο υπ' αριθμ. ...
κοινού λογαριασμού των εναγουσών με το ποσό, που τυπικώς εισπράχθηκε από την εξαγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων. Όλα τα παραπάνω έγγραφα, ήτοι η υπ' αριθμ. ... σύμβαση ανοίγματος νέου χαρτοφυλακίου, οι από 11-4-2008 δύο συμβάσεις ενεχυριάσεως, οι από 14-5-2008 οκτώ συμβάσεις ενεχυριάσεως, οι από 8-5-2008 και από 29-5-2008 αιτήσεις ολικής εξαγοράς, καθώς και οι από 8-5-2008 και από 29-5-2008 αιτήσεις συμμετοχής υπογράφηκαν για λογαριασμό των εναγουσών από τον εξουσιοδοτημένο να διαχειρίζεται κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία τους πατέρα τους, ο οποίος, άλλωστε, είχε ζητήσει να αποχωρήσει από τα προαναφερθέντα αμοιβαία κεφάλαια, τελώντας σε πλήρη γνώση της υποχρέωσης, που οι θυγατέρες του είχαν αναλάβει και που συνίστατο στην σύσταση επ' αυτών ενεχύρου υπέρ της εναγομένης προς εξασφάλιση των δανείων, ύψους 440.000 ευρώ, που είχαν λάβει από αυτήν.
Με την ένδικη από 30-11-2010 αγωγή τους οι ενάγουσες διατείνονται ότι, περί τις αρχές του έτους 2008, είχαν διαβλέψει την πτωτική πορεία των αμοιβαίων κεφαλαίων τους και έτσι, τον Μάιο του 2008, ο πατέρας τους υπέβαλε για λογαριασμό τους τις υπ' αριθμ. ... και υπ' αριθμ. ... αιτήσεις εξαγοράς, δυνάμει των οποίων εξαγόρασε τα προαναφερθέντα αμοιβαία κεφάλαια, το δε τίμημα της εξαγοράς, ύψους 277.320,50 ευρώ, κατετέθη στον υπ' αριθμ. ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρείτο στην εναγομένη με δικαιούχους μόνο τις ίδιες. Εν συνεχεία, αμφισβητούν τις υπ' αριθμ. ... και υπ' αριθμ. ... αιτήσεις συμμετοχής και τις επί τη βάσει αυτών καταρτισθείσες α) από 11-4-2008 δύο συμβάσεις ενεχυριάσεως και β) από 14-5-2008 οκτώ συμβάσεις ενεχυριάσεως, ισχυριζόμενες ότι όλες οι υπογραφές, που φέρονται να έχουν τεθεί στα εν λόγω έγγραφα από τις ίδιες, δεν είναι δικές τους, αλλά έχουν πλαστογραφηθεί από άγνωστο άτομο, που σαφέστατα δεν είχε τοιαύτη εξουσιοδότηση.
Επιπλέον, διατείνονται ότι όλες οι ανωτέρω κινήσεις και ειδικότερα η επανατοποθέτηση των χρημάτων της εξαγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων τους (277.320,50 ευρώ) σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια, καθώς και η εν συνεχεία επανεχυρίασή τους έγινε αυθαιρέτως και μονομερώς από τους υπαλλήλους της εναγομένης και μάλιστα εν αγνοία τους και χωρίς να υφίσταται δική τους εντολή, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα η αξία των α/κ να απαξιωθεί παντελώς, γεγονός, που ανακάλυψαν εκ των υστέρων, διότι η εναγομένη ουδεμία ενημέρωση τους παρείχε.
Όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελέγχονται ως ουσία αβάσιμοι, διότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι η εναγομένη ενήργησε όλες τις ανωτέρω ενέργειες αυθαιρέτως και μονομερώς, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο Π. Π. ήταν εκείνος, που εκδήλωσε την επιθυμία να αποχωρήσει από τα συγκεκριμένα αμοιβαία κεφάλαια και που έδωσε στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης τις προαναφερθείσες εντολές, ενώ ήταν κι εκείνος που υπέγραψε, για λογαριασμό των θυγατέρων του, τα σχετικά έγγραφα προς το σκοπό ολοκλήρωσης της διαδικασίας σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Εκ των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων από την εναγομένη ενημερωτικών δελτίων, που αυτή ανά τρίμηνο έστελνε στις ενάγουσες στην οδό ..., συμμορφούμενη προς την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αποδεικνύεται ότι οι τελευταίες, λάμβαναν πλήρη γνώση για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους και συγκεκριμένα για το είδος των αμοιβαίων κεφαλαίων, την ποσότητα των μεριδίων, την αξία κτήσης τους και την τρέχουσα (κατά το χρόνο έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου) καθαρή αξία τους, ενώ από το ενημερωτικό δελτίο της 30ης-6-2008, οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν ότι, ακόμη και μετά την υποβολή των υπ' αριθμ. ...
και υπ' αριθμ. ... αιτήσεων εξαγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων τους, τις οποίες, σημειωτέον, ως εξυπηρετούσες τα συμφέροντά τους πλήρως αποδέχονται, μολονότι η υπογραφή στη δεύτερη εξ αυτών κάτω από την ένδειξη "Ο Αιτών και Εντολέας" είναι πανομοιότυπη με αυτήν, που σε άλλα έγγραφα την χαρακτηρίζουν ως "πλαστή", τα αμοιβαία κεφάλαια, όχι μόνο δεν είχαν εξαγοραστεί, αλλά συνέχιζαν να ενυπάρχουν στο χαρτοφυλάκιο τους, επ' ονόματι, όμως, των ιδίων και όχι πλέον του πατρός τους.
Τοιαύτη ενημέρωση είχαν ανά τρίμηνο οι ενάγουσες και όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση ενημερωτικά δελτία της 31 ης-12-2008, της 31ης-3-2009, της 30ης-6-2009, της 30ης-9-2009 κλπ., ενώ επιπλέον ενημέρωση είχαν και μέσω των λεγομένων "Global Statements", τα οποία αποστέλλονταν στην ίδια ως άνω διεύθυνση ανά τρίμηνο και τα οποία έδειχναν συνοπτικά την καταθετική και επενδυτική τους θέση, ήτοι τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου και όψεως, τις καταθέσεις σε ενέχυρο, τις καταθέσεις σε προθεσμιακούς λογαριασμούς, τον αριθμό της σύμβασης χαρτοφυλακίου και τον ακριβή αριθμό των ενεχυριασμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, καθώς και την αποτίμησή τους σε ευρώ (βλ.
τα από 30-6-2008, 30-9- 2008 και 31-12-2008 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα "Global Statements"). Το ότι ουδεμία αυθαίρετη επανεπένδυση και επανεχυρίασή των αμοιβαίων κεφαλαίων υπήρξε από την πλευρά της εναγομένης αποδεικνύεται, άλλωστε, κι από την με ημερομηνία 14-4-2009 επιστολή των εναγουσών, που εστάλη στην εναγομένη και που φέρει την υπογραφή του πατρός τους, με την οποία οι ενάγουσες, αφού συνομολογούν την κατά τον Μάιο του 2008 γενομένη αποχώρηση του Π.
Π., εν συνεχεία διαμαρτύρονται για τη ζημιογόνα διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων τους εκ μέρους της εναγομένης, ισχυριζόμενες ότι τα στελέχη της, εν αντιθέσει με τα στελέχη άλλων Τραπεζών, παρέλειψαν, ενόψει της επερχόμενης οικονομικής κρίσης και της πτώσης της τιμής των αμοιβαίων κεφαλαίων, να συστήσουν σε αυτές τις ορθές κινήσεις, ώστε να λάβουν τις ορθές αποφάσεις και να προβούν στις απαραίτητες εκείνες ενέργειες, που θα διασφάλιζαν τα χρήματά τους και τα κατά το τέλος του 2007 υφιστάμενα κέρδη τους.
Στην ως άνω επιστολή τους οι ενάγουσες, οι οποίες αναγνωρίζουν ότι ακόμη και κατά το χρόνο αυτό (14-4-2009) εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι των ιδίων, αμοιβαίων κεφαλαίων, ουδεμία αναφορά κάνουν για την επικαλούμενη ρευστοποίηση και την επακολουθήσασα αυθαίρετη επανεπένδυση τούτων σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια και επανεχυρίασή τούτων από την εναγομένη, ισχυρισμό, που όλως οψίμως και παντελώς αναποδείκτως προβάλλουν με την υπό κρίση αγωγή τους, με σκοπό να καλύψουν τη ζημία, που αυτές υπέστησαν από την κατακόρυφη πτώση της τιμής των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγουσών, ότι στην από 14-4-2009 επιστολή τους παρέλειψαν εν γνώσει τους να αναφερθούν στις ανωτέρω αυθαίρετες ενέργειες (επανεπένδυσης και επανεχυρίασης των αμοιβαίων κεφαλαίων τους), για να μην εκθέσουν τα στελέχη της εναγομένης Τράπεζας και για να μην αλλοιώσουν το καλό κλίμα, που μέχρι τότε επικρατούσε στις σχέσεις τους, πιστεύοντας ότι τελικώς η αντίδικος της θα αναγνώριζε το σφάλμα της και θα προέβαινε σε κάποια κίνηση "καλής θελήσεως" προς αυτές, κρίνεται, επίσης, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι εκ της επισκοπήσεως της ανωτέρω επιστολής προκύπτει ότι οι ενάγουσες δεν διστάζουν να θίξουν πολλαπλώς τους υπαλλήλους της εναγομένης, κάνοντας λόγο για απαράδεκτη και αντισυναλλακτική συμπεριφορά τους, για αλγεινή εντύπωση του Π.
Π. κατά τις δύο επισκέψεις του στο private banking της Τράπεζας το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2008 προς μεταφορά της δυσαρέσκειάς τους και για έντονη ενόχλησή τους εξ αιτίας της αδιαφορίας των υπαλλήλων της εναγομένης ως προς τη ζημιογόνα διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων τους. Σε κάθε περίπτωση η εναγομένη, ούτε κέρδος, ούτε συμφέρον είχε από όλη την ανωτέρω διαδικασία (απενεχυρίαση, μεταβολή συνδικαιούχων, επανεχυρίασή), καθώς η έννομη θέση της ουδόλως μεταβλήθηκε, η μόνη δε μεταβολή συνετελέσθη προς το συμφέρον των εναγουσών και του πατρός τους, ο οποίος για προσωπικούς λόγους δεν ήθελε να εμφανίζεται έναντι των τρίτων ως δικαιούχος αμοιβαίων κεφαλαίων.
Από όλα λοιπόν τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ουδέποτε οι ενάγουσες ζήτησαν από την εναγομένη την ολική εξαγορά των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων τους, τα οποία είχαν ενεχυριάσει προς εξασφάλιση των στεγαστικών τους δανείων, παρά μόνον ζήτησαν την αποχώρηση του πατρός τους από τη συμμετοχή του σ' αυτά, ώστε να παραμείνουν οι ίδιες μοναδικές συνδικαιούχοι τους.
Κατ' ακολουθία απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι σκόπευαν το προϊόν της δήθεν εξαγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων τους να το τοποθετήσουν σε προθεσμιακή κατάθεση ετήσιας διάρκειας, από την οποία θα αποκόμιζαν ως κέρδος τους αναφερόμενους στην αγωγή τόκους, τους οποίους και απώλεσαν.
Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ενάγουσες προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εναγομένης είχαν συναινέσει στις 26-7-2006 στη σύσταση ενεχύρου επί ομολόγου έκδοσης της "EFG HELLAS CAYMAN ISLANDS Ltd", ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-5- 2006 και ημερομηνία λήξης την 30-5-2011. Στις 29-2-2008, η εκδότρια του ομολόγου το ανακάλεσε προώρως, όπως είχε σχετικό δικαίωμα και στις 18-3-2008, κατόπιν αιτήσεως των εναγουσών, το ποσό των 50.000 ευρώ επανατοποθετήθηκε σε άλλο ομόλογο, ισόποσης αξίας, το "Ε.Μ.Τ.Ν EFG HELLAS PIC ISIN", με ημερομηνία έκδοσης την 28-12-2007 και ημερομηνία λήξης την 2-1-2009.
Το ομόλογο αυτό ενεχυριάστηκε επίσης στην εναγομένη στις 27-3-2008 προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω απαιτήσεώς της, ως είχε άλλωστε συμφωνηθεί (βλ. την από 27-3-2008 σύμβαση ενεχυριάσεως αϋλων τίτλων), ενώ όταν έληξε, το παραπάνω ποσό (50.000 ευρώ) τοποθετήθηκε στην τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με την ένδειξη "Step Up", με ημερομηνία λήξης την 16-4-2009.
Μετά την πάροδο του τριμήνου και τη λήξη της ανωτέρω προθεσμιακής καταθέσεως, το ποσό των 50.000 ευρώ μεταφέρθηκε στον με αριθμό 138/020026315 λογαριασμό ενεχύρων της εναγομένης, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανανέωσή του. Στο λογαριασμό αυτό εξακολουθεί να παραμένει μέχρι και σήμερα, αφού οι ενάγουσες, παρότι ενημερώθηκαν σχετικώς, ουδέποτε υπέβαλαν στην εναγομένη οποιοδήποτε αίτημα για την περαιτέρω επένδυσή του, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των ισχυρισμών τούτων (εναγουσών) περί δήθεν παράλειψης της εναγομένης να ανανεώσει τη σχετική προθεσμιακή κατάθεση, μολονότι είχαν διατυπώσει προφορικώς σαφές περί τούτου αίτημα και περί δήθεν απώλειας τόκων ποσού 4.164 ευρώ, τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα αποκόμιζαν, εάν η Τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως την άσκηση της αγωγής προχωρούσε αυτοδικαίως στην επανακατάθεση του ανωτέρω χρηματικού ποσού με επιτόκιο 5%.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγουσών ότι οι υπάρχουσες στις από 27-3-2008 συμβάσεις ενεχυρίασης άυλων τίτλων υπογραφές δεν είναι δικές τους, αλλά πλαστές, ελέγχεται ωσαύτως ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, τις εν λόγω υπογραφές έθεσε κατ' απομίμηση ο πατέρας τους, στον οποίον δυνάμει των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχαν αναθέσει εν λευκώ τη διαχείριση της περιουσίας τους, άλλωστε, ουδόλως αυτές αμφισβητούν την τοποθέτηση του ποσού των 50.000 ευρώ στο συγκεκριμένο προϊόν, παραπονούμενες απλώς για απώλεια κερδών της τάξεως των 4.164 ευρώ εκ του γεγονότος, ότι η Τράπεζα δεν προχώρησε αυτοδικαίως στην επανεπένδυση τούτου με μεγαλύτερο επιτόκιο (5%).
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ενάγουσες προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω απαιτήσεως της εναγομένης είχαν συναινέσει στις 26-7-2006 στη σύσταση ενεχύρου επί ομολόγου έκδοσης των "EFG HELLAS Pic & EFG HELLAS CAYMAN ISLANDS Ltd", ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 31-5-2006 και ημερομηνία λήξης την 2-6-2008. Μετά τη λήξη του ομολόγου, με εντολή του Π.
Π. το ποσό των 100.000 ευρώ τοποθετήθηκε στις 3-6-2008 σε τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση, ενώ ακολούθως, ο ίδιος ζήτησε στις 27-8-2008 την πρόωρη εξόφληση της παραπάνω προθεσμιακής κατάθεσης και την τοποθέτηση του προϊόντος της σε ομόλογο της εταιρίας "EFG HELLAS PIC ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ", με ημερομηνία έκδοσης την 27-8-2008 και λήξης την 27-8-2009.
Το ομόλογο αυτό ενεχυριάστηκε, επίσης, στην εναγομένη στις 26-8-2008 προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω απαιτήσεώς της, ως είχε, άλλωστε, συμφωνηθεί... ενώ στις 30-3-2009, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας Αν. Π., το ποσό των 100.000 ευρώ τοποθετήθηκε σε προθεσμιακή κατάθεση ετήσιας διάρκειας, η οποία, ενόψει ρητού όρου περιλαμβανομένου στη σχετική σύμβαση, που επί λέξει ανέφερε: "Η κατάθεση ανανεώνεται κάθε φορά στη λήξη της αυτόματα από την Τράπεζα για μια ακόμη ίδια περίοδο με το επιτόκιο που θα ισχύει τότε", ανανεώθηκε αυτομάτως για ένα επιπλέον έτος, ήτοι μέχρι την 16-3-2011, με επιτόκιο το τότε ισχύον για ετήσιες ενεχυρασμένες προθεσμιακές καταθέσεις, το οποίο ανερχόταν σε 1,01790%.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι απώλεσαν τόκους, ποσού 2.838,36 ευρώ, διότι η Τράπεζα δεν προέβη αυτοδικαίως σε επανακατάθεση του ανωτέρω χρηματικού ποσού με επιτόκιο 5% κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγουσών ότι οι υπάρχουσες στις από 26-8-2008 συμβάσεις ενεχυρίασης άυλων τίτλων υπογραφές δεν είναι δικές τους, αλλά πλαστές, ελέγχεται ωσαύτως ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, τις εν λόγω υπογραφές έθεσε κατ' απομίμηση ο πατέρας τους, στον οποίον δυνάμει των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχαν αναθέσει εν λευκώ τη διαχείριση της περιουσίας τους, άλλωστε, ουδόλως αυτές αμφισβητούν την τοποθέτηση του ποσού των 100.000 ευρώ στο συγκεκριμένο προϊόν, παραπονούμενες απλώς για απώλεια κερδών της τάξεως των 2.838,36 ευρώ εκ του γεγονότος, ότι η Τράπεζα δεν προχώρησε από μόνη της στην επανεπένδυση τούτου με μεγαλύτερο επιτόκιο (5%).
Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την εναγομένη έγγραφα, ενώ επιβεβαιώνονται και από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρα ανταποδείξεως, Δ. Κ., η κατάθεση της οποίας, εν αντιθέσει με την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Π. Π., κρίνεται πειστική και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, δοθέντος ότι αυτή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκτελούσε χρέη Διευθύντριας στο υποκατάστημα της εναγομένης της οδού ...
και συνεπώς, γνώριζε προσωπικώς και τον πατέρα των εναγουσών και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ενεργούσε, ενώ, επιπλέον, λόγω της ιδιότητος της, αντιμετώπισε και την έντονη δυσαρέσκεια τούτου, όταν η Τράπεζα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του προς κάλυψη της ζημίας, την οποία αυτός και οι θυγατέρες του είχαν υποστεί εξαιτίας αφ' ενός της μετέπειτα πτωτικής πορείας των αμοιβαίων κεφαλαίων, η οποία, ως γνωστόν, άμεσα συνδέεται με την ανακύψασα οικονομική κρίση και αφ' ετέρου της μη επωφελούς, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, μετατροπής των στεγαστικών τους δανείων από ευρώ σε ελβετικά φράγκα.
Εξάλλου, ουδόλως τυχαίο τυγχάνει το γεγονός, ότι η από 1-9-2011 έγκληση, που οι ενάγουσες είχαν ασκήσει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης κατά παντός υπευθύνου φυσικού αυτουργού και συμμέτοχου με την ιδιότητα του εργαζομένου στην εναγομένη Τράπεζα για τα αδικήματα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της απιστίας κατ' εξακολούθηση, απερρίφθη δια της υπ' αριθμ.11/2013 εμπεριστατωμένης Διατάξεως της Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, λόγω έλλειψης επαρκών ενδείξεων προς άσκηση ποινικής διώξεως, ενώ δια της υπ' αριθμ. 78/2013 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης απερρίφθησαν ως ουσία αβάσιμες και οι κατά της πρωτοδίκου Διατάξεως ασκηθείσες από 14-3-2013 Προσφυγές των δύο εναγουσών.
Οι δύο προαναφερόμενες Εισαγγελικές Διατάξεις εκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια. Όσον αφορά τη διαταχθείσα δια της υπ' αριθμ. 2100/2014 μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου υπ' αριθμ. 48/2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε. Α., η οποία αποφαίνεται ότι οι υπογραφές των δύο εναγουσών στις από 27-3-2008, από 26-8-2008, από 11-4-2008 και από 14-5-2008 συμβάσεις ενεχυριάσεως, στις από 31-1-2007 Πρόσθετες Πράξεις Τροποποίησης και στις υπ' αριθμ. ...
και υπ' αριθμ. ... αιτήσεις συμμετοχής, δεν έχουν τεθεί από τον Π. Π., αλλά από άλλο άτομο, κατ' απομίμηση των γνησίων υπογραφών τούτων, το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του εξουσίας κρίνει, ότι δεν πρέπει να της προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα... δοθέντος ότι ο πλαστογράφος, όταν μιμείται τον γραφικό χαρακτήρα τρίτου προσώπου, δεν ακολουθεί, ως είναι αναμενόμενο, τον δικό του γραφικό χαρακτήρα.
Άλλωστε, όπως απεδείχθη, συμφέρον για την κατάρτιση και υπογραφή όλων των προαναφερθέντων συμβάσεων, πράξεων και αιτήσεων είχαν μόνο οι ενάγουσες και ο πατέρας τους, Π. Π., ο οποίος γνώριζε και τον γραφικό τους χαρακτήρα και ο οποίος, στο πλαίσιο της ανατεθειμένης από αυτές διαχείρισης της κινητής και ακινήτου περιουσίας τους, έθεσε την υπογραφή τους επί των παραπάνω εγγράφων, ενεργώντας κατ' εντολή τους και με τη σύμφωνη γνώμη τους.
Συνεπώς, εφόσον από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εκτέλεσε προσηκόντως τις δοθείσες σ' αυτήν παραπάνω εντολές τις σχετιζόμενες με την επένδυση και την εν συνεχεία ενεχυρίαση των προαναφερθέντων αμοιβαίων κεφαλαίων, με την μετατροπή των ληφθέντων στεγαστικών δανείων από ευρώ σε ελβετικά φράγκα και με την τοποθέτηση των εκ των ομολόγων προερχομένων χρημάτων, ύψους 50.000 και 100.000 ευρώ, στις προαναφερόμενες καταθέσεις, χωρίς να παραβιάσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και χωρίς να διαπράξει οποιασδήποτε παράνομη πράξη, η οποία να συνιστά συνάμα και αδικοπραξία, έπρεπε οι από 30-11-2010 και από 8-2-2011 αγωγές να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως απέρριψε την από 17.9.2012 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1997, και ήδη του άρθρου 25 παρ. 1-5 ν. 3606/2007, αλλά και εκείνες των άρθρων 281, 288, 914 ΑΚ, αναφορικά με την υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας στο πλαίσιο των επενδυτικών υπηρεσιών που παρείχε, ότι εξεπλήρωσε όλες τις επιβαλλόμενες από το νόμο και τα κριτήρια της καλής πίστης υποχρεώσεις της.
Ειδικότερα δέχθηκε ως αρκετή εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την πιστή εκτέλεση των εντολών για τη διενέργεια επενδυτικών κινήσεων, που της διαβίβαζε ο εντολοδόχος πατέρας των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, Π. Π., ως εν λευκώ διαχειριστής της περιουσίας τους η δε αναιρεσίβλητη δεν είχε οποιαδήποτε ειδική υποχρέωση διαφώτισης, ανάλυσης των επενδυτικών κινδύνων ή λήψεως ιδιαιτέρων μέτρων προνοίας έναντι του πατέρα τους Π.
Π., διότι αυτός ετύγχανε ιδιαίτερα έμπειρος επενδυτής στα χρηματοοικονομικά προϊόντα και δεν είχε συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών private banking. Ως προς δε τις αναιρεσείουσες εδέχθη ότι ουδεμία ειδικότερη υποχρέωση προνοίας διαφωτίσεως, ενημερώσεως και συμβουλής υπείχε η αναιρεσίβλητη, καθόσον συναλλασσόταν με τον πατέρα τους, και σε κάθε περίπτωση, την όποια υποχρέωσή της ενημερώσεως εξεπλήρωνε με την αποστολή, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενημερωτικής αλληλογραφίας για την εξέλιξη των δανείων και των χρηματοοικονομικών συμβάσεων στην κατοικία του πατέρα τους.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα εσφαλμένη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος, ενώ ο ανωτέρω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Περαιτέρω το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217 παρ.2, 713, 211 παρ.1 και του άρθρου 15 του ν.3283/2004, της ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002 και του άρθρου 288 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι οι με αριθμ. ... και ... αιτήσεις συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια, είχαν υποβληθεί νομίμως από τον πατέρα των αναιρεσειουσών Π.
Π. και β) ότι μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης συνήφθησαν οι από 30.1.2017 Πρόσθετες Πράξεις Τροποποίησης των στεγαστικών δανείων για λογαριασμό τους από τον πατέρα τους, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, με τις οποίες συμφωνήθηκε η μετατροπή του νομίσματος από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, χωρίς την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας, καθόσον δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα από καμία διάταξη του νόμου για τις προαναφερόμενες επίμαχες δικαιοπραξίες ή πράξεις στις οποίες προέβη ο πατέρας των αναιρεσειουσών.
Όπως άλλωστε προαναφέρθηκε για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων η πληρεξουσιότητα υποβάλλεται σε τύπο, πλην όμως ο νόμος δεν απαιτεί να είναι ειδική δηλαδή να μνημονεύει και το είδος της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας ούτε δε από την ΠΔΤΕ 2501/2002 και από οποιαδήποτε διάταξη νόμου επιβάλλεται αμέσως ή εμμέσως η τήρηση του εγγράφου ως συστατικού τύπου για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης στεγαστικού δανείου, καθώς και για την τροποποίησή της.
Στην περίπτωση δε που ήθελε θεωρηθεί ότι με τα εν λόγω πληρεξούσια συνήφθησαν μεταξύ των αναιρεσειουσών και του πατέρα τους αντίστοιχες συμβάσεις εντολής, κατά τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, δυνάμει των οποίων ανέθεσαν στον πατέρα τους τη διαχείριση της περιουσίας τους, τότε η εντολή αυτή περιείχε και την εξουσία να ενεργήσει τις σχετικές με τη διαχείριση της περιουσίας πράξεις στο όνομα των αναιρεσειουσών.
Άλλωστε από την επισκόπηση των ως άνω πληρεξουσίων προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες " παρέχουν την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα όπως εξ ονόματος και για λογαριασμό τους προβαίνουν στις παρακάτω πράξεις...", ενώ, ειδικότερα αναφορικά με την εξουσία αντιπροσώπευσης τους κατά τη διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους περιλαμβάνεται η δήλωση ότι στο πλαίσιο αυτό παρέχεται η εξουσία στον αντιπρόσωπο να "ενεργούν, δηλούν και υπογράφουν πάντα τα νόμιμα για τον ως άνω σκοπό" Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι, ενώ οι ανωτέρω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Το Εφετείο δε, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι όλες τις επίμαχες πράξεις και ιδίως τις αιτήσεις απόκτησης των νέων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με το προϊόν εξαγοράς των παλαιών και τις πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των στεγαστικών δανείων ως προς τη μετατροπή του νομίσματος από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, υπέγραψε ο πατέρας των Π.
Π., ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό των ως εντολοδόχος, στον οποίο με τα υπ' αριθμ. ... και .../1Θ.1.2Θ06 πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα ανέθεσαν την εντολή να διαχειρίζεται εν λευκώ κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία τους, καθώς και άλλους τίτλους, παραστατικούς αξιών και επιπλέον να εισπράττει τα πάσης φύσεως εισοδήματά των.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ.... σύμβαση ανοίγματος νέου χαρτοφυλακίου, οι από 11.4.2008 δύο συμβάσεις ενεχύρασης, οι από 8.5.2008 και 29.5.2008 αιτήσεις εξαγοράς, καθώς και οι από 8.5.2008 και 29.5.2008 αιτήσεις συμμετοχής, "υπογράφηκαν για λογαριασμό των εναγουσών από τον εξουσιοδοτημένο να διαχειρίζεται κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία τους πατέρα τους". Σε όλες αυτές τις συμβάσεις ο πατέρας των αναιρεσειουσών έθεσε "κατ' απομίμηση" τις υπογραφές των αναιρεσειουσών, "ενεργώντας κατ' εντολή τους και με τη σύμφωνη γνώμη τους". Στην ενέργεια αυτή προέβη "προς το σκοπό της ολοκλήρωσης της διαδικασίας σε σύντομο χρονικό διάστημα". Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπογραφής των επίδικων εγγράφων, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δηλαδή) κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείουσες υπό την επίκληση του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, αφού η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου είναι νομικά ανέλεγκτη.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 42/2002, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 198/2015).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1784/201).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 387 και 390 προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη που διόρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο και, επομένως η κρίση του αυτή ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 32/1990, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 273/2014, ΑΠ 81/2011).
Ειδικότερα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ακόμη κι αν διατάχθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 386 ΚΠολΔ, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 2017/2019, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009) και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.12, ελέγχεται αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1020/2014).
Όσον αφορά τις γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), όπως είναι και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, που συντάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 34/2012, ΑΠ 297/2007)., δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ως δικαστικό τεκμήριο), χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (ΑΠ 756/2017).
Με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου και το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 48/2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε.
Α., τις από Φεβρουαρίου 2011 Μαΐου 2011 και Απριλίου 2012 τρείς (3) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου Π. Τ., την από 17.6.2012 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ. καθώς και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος Δ.
Κ., και σε κάθε περίπτωση ότι η μνημόνευση αυτή έγινε προσχηματικά. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε, "... από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου...
από τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων...", δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το ως άνω έγγραφα.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Οι ειδικότεροι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών ότι η διαφορετική εκτίμηση των πραγματογνωμοσυνών, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, συνιστά εκτίμηση, υπέρ της άποψης των αναιρεσειουσών, του αποδεικτικού υλικού από το αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα που εξήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση με βάση την εκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη την κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υποθέσεως.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβιάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 536/2019, ΑΠ 432/2016).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενες παραβίαση των ερμηνευτικών των συμβάσεων διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στις οποίες όφειλε κατά τους ισχυρισμούς της να προστρέξει το Εφετείο, για να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο του όρου "διαχείριση" πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας των αναιρεσειουσών, που περιλήφθηκε στα γενόμενα προς τον πατέρα τους Π.
Π. συμβολαιογραφικά πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσούλια. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα με τις ανωτέρω συμβάσεις βούληση των διαδίκων.
Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης δεν σκόπευαν στην ερμηνεία του εύρους του όρου "διαχείριση" προς κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, αλλά στην ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές καταρτίστηκαν και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συνέτρεξαν κατά την πραγματοποίησή τους, αναφορικά πάντοτε με το αν περιλαμβανόταν η παροχή εξουσίας στον πατέρα τους να προβαίνει σε πράξεις διάθεσης και επιβάρυνσης των περιουσιακών τους στοιχείων και ειδικότερα να διαθέτει χρήματά τους για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και να συνομολογεί συμβάσεις από τις οποίες πιθανόν να προέκυπτε η μεγέθυνση-επαύξηση υπαρχουσών χρηματικών τους υποχρεώσεων, όπως είναι οι συμβάσεις μετατροπής του νομίσματος δανείων από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, όπως και στην αξιολόγηση της γενικότερης συμπεριφοράς του πατέρα τους, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το εύρος της εντολής προς νομιμοποίηση του Π.
Π. να υπογράψει τις επίδικες συμβάσεις.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν αυτές, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.7.2018 αίτηση των 1) Ανδρ. Π. του Π. και 2) Α. Π. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 729/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ