Legislator Case Law & Legislation
1047/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where insurer failed to prove insurer's duty to inform was violated by applicant's silence.

Case Number 1047/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling that rejected the applicant's claim. The applicant argued the insurer violated statutory duties by failing to ask specific questions about medical examinations, yet the appellate court found no ambiguity in the application form's intent. The court held that the insurer's purpose was to identify objectively significant risks, and since no legal uncertainty existed regarding the applicant's duty to disclose, the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1) and 3(6) of Law 2496/1997; The insurer's duty to inform is satisfied if the application form clearly identifies objectively significant risks, and the applicant's failure to disclose such risks without fraud does not constitute a breach warranting contract termination.

Keywords

AI generated
Insurance Law Duty to Inform Application Form Material Risk Good Faith Contract Termination Fraud

Cited Legislation

AI generated
Article 3(1) of Law 2496/1997
Article 3(6) of Law 2496/1997
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 494(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 541/2002
Case 80/2004
Case 557/2004
Case 1258/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1047 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1047/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και 2) Βασιλική Μπερσίμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ε. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κουτσογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2013 μη οριστική και 3627/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3309/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο), ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ' αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 720/2007).

Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015).

Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 1093/2010).

Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016).

Αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περαστικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο.

Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένω νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Ωστόσο, αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια.

Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο: Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 755/2014). Περαιτέρω, η προβλεπόμενη ως άνω έκτακτη καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας και εν προκειμένω της ασφαλιστικής σύμβασης.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται (λήπτη τη ασφαλίσεως) και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση, αφού επιφέρει τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Γενικότερα, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν και εν προκειμένω κάποια συγκεκριμένη παραβίαση προσυμβατικής ανακοινώσεως.

Αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 529/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), με την με αριθμ. 15232/31-1-2008 αίτησή του για ασφάλιση ζωής προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσείουσα), ζήτησε από την δεύτερη την σύναψη ασφάλειας ζωής ισόβιας διάρκειας, ιατροφαρμακευτικών εξόδων και εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης.

Μαζί με την αίτηση, ο ενάγων συμπλήρωσε και το συνημμένο ερωτηματολόγιο για το ιατρικό ιστορικό και την κατάσταση της υγείας του. Στο ερώτημα με αύξοντα αριθμό 8, ήτοι εάν τα τελευταία τρία έτη είχε εξεταστεί, συμβουλευτεί ή υποβληθεί σε θεραπεία από ιατρό και αν ναι να δώσει λεπτομέρειες, ο ενάγων απάντησε αρνητικά.

Την ίδια απάντηση έδωσε και στο ερώτημα με αριθμό 9, δηλαδή εάν έχει κάνει εξετάσεις, όπως ηλεκτροκαρδιογράφημα, δοκιμασία κοπώσεως, εξετάσεις αίματος, αξονική ή μαγνητική τομογραφία ή άλλες εξετάσεις που έγιναν εξαιτίας κάποιων ενοχλημάτων ή προληπτικά και υπήρξαν ευρήματα που απαιτούσαν ή απαιτούν ιατρική συμβουλή ή θεραπεία, καθώς και στο ερώτημα με αριθμό 15, εάν δηλαδή είχε ποτέ παθήσεις ή ενοχλήσεις της καρδιάς, του κυκλοφορικού και των αγγείων.

Παράλληλα δήλωσε και βεβαίωσε πως όλες οι απαντήσεις του στο ερωτηματολόγιο ήταν αληθείς και πλήρεις, ότι δεν απέκρυψε ουσιώδες στοιχείο απ' όσα χρειάζεται η εταιρία για να κάνει ακριβή εκτίμηση του κινδύνου, που αναλαμβάνει, αποδεχόμενος την ασφάλισή του βάσει αυτών και ότι κάθε ψευδής δήλωσή του αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ υπαρχής.

Κατόπιν τούτου εκδόθηκε το με αριθμ. ...04/28-2-2008 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 28-2-2008 και ισόβιο διάρκεια, που περιελάμβανε τις παραπάνω ασφαλίσεις, σύμφωνα με τον συνημμένο στο ασφαλιστήριο πίνακα παροχών και ασφαλίστρων. Ο ενάγων στις 8-3-2011 εισήχθη στην κλινική με την επωνυμία "..."...., πάσχων από βαρειά ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας και υπεβλήθη σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας, παρέμεινε δε προς νοσηλεία μέχρι τις 16-3-2011.

Για τη διενέργεια της επέμβασης αυτής ο ενάγων δαπάνησε τα εξής ποσά.... και συνολικά το ποσό των 23.817,50 ευρώ,.... Στη συνέχεια ο ενάγων ειδοποίησε την εναγομένη ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και ζήτησε να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, σύμφωνα με όσα η σύμβαση και οι ειδικοί όροι αυτής προέβλεπαν. Ωστόσο η τελευταία αρνήθηκε να τα καταβάλει, επικαλούμενη απόκρυψη από δόλο της κατάστασης της υγείας του στο ερωτηματολόγιο, που υπέβαλε κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, γεγονός, που είναι ουσιώδες στην εκτίμηση του κινδύνου, που αυτή ανέλαβε και συγκεκριμένα καρδιολογικό πρόβλημα, που ο ενάγων αντιμετώπιζε από το έτος 2008, για το οποίο είχε υποβληθεί σε δοκιμασία κοπώσεως.

Εξετάζοντας η εναγομένη, μετά την αναγγελία της ως άνω νοσηλείας του ενάγοντος, το ιατρικό ιστορικό του, με βάση τα υποβληθέντα σχετικά έγγραφα, ιατρικές γνωματεύσεις και πιστοποιητικά, διαπίστωσε ότι στο από 16-3-2011 φύλλο νοσηλείας του ενάγοντος της ως άνω κλινικής, το οποίο της εστάλη μέσω τηλεμοιοτυπίας, αναγραφόταν ότι ο ενάγων σε τυχαίο έλεγχο προ τριετίας, με υπερηχογράφημα U/S καρδιάς βρέθηκε να πάσχει από ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας, ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση, ότι υπήρξε επιδείνωση και ότι έχρηζε χειρουργικής αντιμετώπισης.

Κατόπιν τούτου προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης κοινοποιώντας στις 8-6-2011 στον ενάγοντα την από 3-6-2011 καταγγελία - ακύρωση του με αριθ. ...04 ασφαλιστήριου συμβολαίου, δηλώνοντας πως θεωρεί ως εξ υπαρχής άκυρη την ασφαλιστική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων μερών, λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας της αίτησης ασφάλισης, δεν δήλωσε ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση της ασφαλισιμότητας.

Πέραν του γεγονότος ότι δεν αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας ότι ο ενάγων δόλια απέκρυψε συγκεκριμένο πρόβλημα της υγείας του, αποδείχθηκαν τα παρακάτω ως προς τον ισχυρισμό της αυτόν: Ο ενάγων, ηλικίας 28 ετών κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, είχε επισκεφθεί για προληπτικό έλεγχο το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "...", όπου υποβλήθηκε για πρώτη φορά σε δοκιμασία κοπώσεως (βλ.

την από 14-1-2008 δοκιμασία κοπώσεως του ως άνω νοσοκομείου), τα αποτελέσματα της οποίας είναι ότι, δεν αναφέρθηκε στηθάγχη, δεν παρατηρήθηκαν παθολογικές ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές, ενώ σημειώθηκε καλή αντοχή στην κόπωση. Στη συνέχεια o ενάγων προέβη στην ως άνω κατάθεση της αίτησής του για ασφάλιση στην εναγόμενη, στις 31-1-2008, όπου στο ερώτημα με αριθμό 8 του ερωτηματολογίου απάντησε αρνητικά, καθώς η εξέταση αυτή έγινε προληπτικά, δεν υποβλήθηκε σε θεραπεία και δεν είχε κανένα λόγο να την αναφέρει, καθώς η ερώτηση, λόγω του ότι αναφέρει να δοθούν λεπτομέρειες, αποσκοπεί στην γνώση από την ασφαλιστική εταιρία ενδεχόμενου ιατρικού προβλήματος των αιτούντων την ασφάλιση, τέτοια δε περίπτωση δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθώς δεν απαιτείται κατά το ερωτηματολόγιο να αναφέρονται όλες οι προληπτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλεται ο κάθε άνθρωπος προληπτικά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, εάν σ' αυτές δεν υπάρχουν ευρήματα.

Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίον απάντησε αρνητικά ο ενάγων και στο με αριθμό 9 ερώτημα, αφού έκανε μεν εξέταση δοκιμασίας κοπώσεως, όμως στο ερώτημα αυτό αναφέρεται ότι αυτή η εξέταση, πρέπει να έγινε εξαιτίας κάποιων ενοχλημάτων, τα οποία δεν είχε ο ενάγων και στην περίπτωση, που γινόταν προληπτικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έπρεπε σωρευτικά να υπήρχαν ευρήματα, που απαιτούσαν ιατρική συμβουλή ή θεραπεία, που επίσης δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση στον ενάγοντα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την.... βεβαίωση του ίδιου νοσοκομείου,.... , αναφέρεται προσέλευση του ενάγοντος στις 14-1-2008 ... και στις 19-7-2010, οπότε και προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου για εξέταση. Από δε το.... ιατρικό πιστοποιητικό του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, προκύπτει ότι κατά την εξέτασή του αυτή στα εξωτερικά ιατρεία της B' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής το 2010, διαπιστώθηκε σημαντική ανεπάρκεια αορτής στα πλαίσια δίπτυχης αορτικής βαλβίδας.

Συνεπώς για πρώτη φορά ο ενάγων διαπίστωσε ότι πάσχει από ανεπάρκεια τον Ιούλιο του 2010, δηλαδή ενάμιση χρόνο μετά την κατάρτιση της ασφάλισης. Και αυτό αποδεικνύεται, πέραν των παραπάνω ιατρικών εγγράφων και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα εξέταση, που διενήργησε στο εργαστήριο της Βιοϊατρικής στο ….., στις 20-2-2010 και συγκεκριμένα το τρίπλεξ καρωτίδων-σπονδυλικών αρτηριών....

στο οποίο αναφέρεται ότι: "η εξωκρανιακή μοίρα αμφοτέρων των καρωτίδων και σπονδυλικών αρτηριών ελέγχεται βατή χωρίς πάχυνση του ενδοθηλίου. Δεν ευρέθησαν αθηρωματικές αλλοιώσεις, οι οποίες να προκαλούν στενώσεις κατά μήκος αμφοτέρων των κοινών έσω και έξω καρωτίδων αρτηριών. Ο έλεγχος με έγχρωμο DOPLER έδειξε ομαλή ροή αίματος κατά μήκος της εξωκρανιακής μοίρας αμφοτέρων των καρωτίδων αρτηριών.

Αμφότερες οι σπονδυλικές αρτηρίες ελέγχονται βατές χωρίς αναστροφή της ροής και χωρίς την παρουσία στενωτικών αλλοιώσεων κατά μήκος τους". Η εναγομένη, προς απόδειξη της γνώσης του ενάγοντος τον Ιανουάριο του 2008, προσκομίζει την από 17-9-2012 ιατρική γνωμάτευση, η οποία συντάχθηκε από τον ιατρό-καρδιολόγο Δ.

Ζ., κατόπιν εντολής της, για διερεύνηση της πάθησης του ενάγοντος. Στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση αναγράφεται ότι: "στις 11-1-2008 ο K. Ε., τότε 28 ετών, υποβλήθηκε σε δοκιμασία κοπώσεως στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο ... Συνήθως σε έναν καρδιολογικό έλεγχο προηγείται το τρίπλεξ καρδιάς για να δούμε αν ο εξεταζόμενος έχει δομικές ανωμαλίες της καρδιάς και ακολουθεί η δοκιμασία κοπώσεως, η οποία είναι πιο ασφαλής όταν έχει προηγηθεί το τρίπλεξ και έχουν αποκλειστεί κάποιες παθήσεις, οι οποίες θα έβαζαν σε κίνδυνο τον εξεταζόμενο κατά της διάρκεια της κόπωσης.

Όταν εξετάστηκε η περίπτωση του κ. Ε., ζήτησε η εταιρεία να προσκομιστεί το τρίπλεξ που έγινε στις 14-1-2008 (το οποίο είναι απίθανο να μη διενεργήθηκε γιατί καρδιολογικός έλεγχος χωρίς τρίπλεξ καρδιάς είναι πλημμελής) και δεν προσκομίστηκε τέτοια εξέταση. Το τρίπλεξ που προσκόμισε ο κ. Ε. έγινε στις 19-7-2010. Σε αυτό το τρίπλεξ φαίνεται το πρόβλημα το οποίο τον οδήγησε στο χειρουργείο (ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας).

Στο συμπέρασμα της εξέτασης αναφέρεται "χωρίς μεταβολή συγκριτικά με προηγούμενη εξέταση 2ος/2010", πράγμα που μαρτυρά ότι υπάρχουν προηγούμενες εξετάσεις, ο ασθενής παρακολουθείτο στο ... Νοσοκομείο ανά τακτά χρονικά διαστήματα-περίπου ανά εξάμηνο- και αυτές δεν έχουν προσκομιστεί στην εταιρία". Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτόν της εναγόμενης, ότι δηλαδή είναι απίθανο να μην έγινε τον Ιανουάριο του 2008 εξέταση τρίπλεξ καρδιάς, την οποίαν ο ενάγων δεν προσκομίζει, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Εάν είχε διενεργηθεί τέτοια εξέταση θα είχε προσκομιστεί, μετά από την διάταξη περί επανάληψης της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την επιταγή αυτού να προσκομιστούν όλα τα έγγραφα του ως άνω νοσοκομείου. Αντίθετα αποδείχθηκε από τις ως άνω βεβαιώσεις του ίδιου νοσοκομείου ότι δεν έγινε τέτοια εξέταση, άλλωστε η δοκιμασία κοπώσεως, που ακολούθησε είχε αρνητικό αποτέλεσμα.

Ούτε, εξάλλου, από την ως άνω εξέταση (τρίπλεξ καρδιάς) στο εργαστήριο της Βιοϊατρικής στις 20-2-2010 προέκυψε κάποιο καρδιολογικό πρόβλημα στον ενάγοντα. Άλλωστε η εναγόμενη, που έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της, δεν προσκόμισε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό, από το οποίο να προκύπτει ότι ο ενάγων επισκέφθηκε κάποιο νοσοκομείο, πριν την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, με καρδιολογικά συμπτώματα της νόσου και διάγνωση αυτής, ώστε να αποδείξει την γνώση του.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων, που γεννήθηκε το 1979, συμμετείχε στην ομάδα καλαθοσφαίρισης του 1ου Γυμνασίου και 1ου Λυκείου ... από το σχολικό έτος 1992 μέχρι και το έτος 1997.... , εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις από 8-8-2005 μέχρι 8-5-2006 με ειδικότητα γραφέας... και παρακολούθησε από τον Οκτώβριο του 2006, ως φοιτητής κανονικής παρακολούθησης του μεταπτυχιακού τίτλου Μάστερ Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΜΒΑ) της Σχολής Διοίκησης Ρότερνταμ του Πανεπιστημίου Εράσμους της Ολλανδίας.

Κατά το πρώτο και δεύτερο έτος, το Πανεπιστήμιο οργάνωσε τη μέρα του αθλητισμού και στη συνέχεια οργανώθηκε ένα τουρνουά στη Σχολή Επιχειρήσεων του Παρισιού, στο οποίο συμμετείχαν φοιτητές του Πανεπιστημίου και μεταξύ αυτών και ο ενάγων, ο οποίος ικανοποίησε όλες τις απαιτήσεις του προγράμματος των σπουδών του και αποφοίτησε επιτυχώς στις 13-3-2008....

Τα ως άνω έγγραφα επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν απολύτως υγιής μέχρι τον Ιούλιο του 2010, όταν εμφάνισε για πρώτη φορά καρδιολογικό πρόβλημα.

Συνεπώς, από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τον χρόνο σύναψης της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, έπασχε από καρδιολογικό πρόβλημα και δολίως το απέκρυψε, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης αλλά και του σχετικού μοναδικού λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Με βάση τα παραπάνω, η από 3-6-2011 καταγγελία της ένδικης σύμβασης ασφάλισης ζωής από την εναγόμενη είναι άκυρη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει ο λόγος καταγγελίας του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του νόμου 2496/1997 (η παράλειψη δηλαδή από δόλο της υποχρέωσης του ενάγοντος (λήπτη της ασφάλισης) να δηλώσει στην εναγομένη (ασφαλιστή), κατά τη σύναψη της σύμβασης, κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, με συνέπεια να εξακολουθεί να ισχύει η ασφαλιστική σύμβαση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως και το οποίο, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 2496/1997, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο δεν θεμελιώνεται έγκυρη καταγγελία επιφέρουσα τη λύση της σύμβασης ασφάλισης και την απαλλαγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, οι αρνητικές απαντήσεις του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) στα τεθέντα από την αναιρεσείουσα ερωτήματα ήσαν αληθείς και, κατά συνέπεια, αυτός δεν παρέλειψε με δόλο να δηλώσει στην τελευταία, παραβαίνοντας τη σχετική υποχρέωσή του, περιστατικά που γνώριζε και τα οποία ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, και ο σχετικός περί τούτου πρώτος λόγος της αίτησης, κατά τα αντίστοιχο πρώτο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω κρίση του Εφετείου, που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα η φράση "πέραν του γεγονότος ότι δεν αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας ότι ο ενάγων δόλια απέκρυψε το πρόβλημα της υγείας του", έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, ήτοι δεν στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεώς του, καθόσον δεν συναρτάται με παραδοχή του Εφετείου για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως για το λόγο αυτό, αλλά στη κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέλειψε με δόλο να δηλώσει περιστατικά που γνώριζε σχετικά με την υγεία του και τα οποία ήσαν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, κατά το τρίτο μέρος αυτού, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο παραβίαση της ίδιας ως άνω διάταξης, είναι αλυσιτελής, δηλαδή προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, αφού η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, αφορώσα στην πλεοναστική, κατά τα ανωτέρω, κρίση του Εφετείου, δεν είναι σε θέση να οδηγήσει σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε κάθε δε περίπτωση, η κύρια αιτιολογία, η οποία κατά τα ανωτέρω επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής ως άνω σχετικού λόγου, αρκεί για την στήριξη του διατακτικού και, ως εκ τούτου, για την πλεοναστική αιτιολογία δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και αν ήθελε κριθεί εσφαλμένη, και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 529/2018, ΑΠ 77/2009).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος λόγω απόκρυψης με δόλο, εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης (αναιρεσιβλήτου), της πραγματικής κατάστασης της υγείας του, αφού διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ως άνω ορθές παραδοχές περί συμμόρφωσης του αναιρεσιβλήτου στην υποχρέωση πληροφόρησης πριν από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης για την κατάσταση της υγείας του προς εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, και ειδικότερα:

α) ότι ο ενάγων ήταν απολύτως υγιής μέχρι τον Ιούλιο του 2010, όταν τότε, δηλαδή ενάμιση χρόνο μετά την κατάρτιση της ασφάλισης, εμφάνισε για πρώτη φορά καρδιολογικό πρόβλημα, και συγκεκριμένα ότι πάσχει από ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας, και, συνεπώς, η αρνητική απάντηση στο ερώτημα 15 ήταν αληθής, β) ότι στις 14-1-2008, ήτοι πριν κατάρτιση της σύμβασης, είχε υποβληθεί μεν σε δοκιμασία κοπώσεως, πλην, όμως, η εξέταση αυτή έγινε στο πλαίσιο συνήθους προληπτικού ελέγχου και, σύμφωνα με τα σχετικά αποτελέσματα, δεν αναφέρθηκε στηθάγχη, δεν παρατηρήθηκαν παθολογικές ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές, ενώ σημειώθηκε καλή αντοχή στην κόπωση, με αποτέλεσμα, η εξέταση αυτή να μη συνιστά αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου περιστατικό, αφού αυτή καθεαυτή η εξέταση δεν μπορούσε να συμβάλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, ενόψει δε αυτού, η αρνητική απάντηση του αναιρεσιβλήτου στο με αριθμό 9 ερώτημα ήταν αληθής, καθόσον έκανε μεν εξέταση δοκιμασίας κοπώσεως, πλην, όμως, αυτή δεν έγινε εξ αιτίας κάποιων ενοχλημάτων, αλλά, όπως αναφέρθηκε, προληπτικά, χωρίς να υπάρξουν ευρήματα, που απαιτούσαν ιατρική συμβουλή ή θεραπεία, και γ) ότι, εφόσον η ανωτέρω αναφερόμενη εξέταση δεν συνιστούσε αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου περιστατικό, αληθής ήταν, όπως εμμέσως, πλην σαφώς, συνάγεται από την απόφαση, και η αρνητική απάντηση στο με αριθμό 8 ερώτημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται ειλικρίνεια των αρνητικών αποτελεσμάτων αυτών των εξετάσεων, είναι αβάσιμος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις ερωτήσεις του περιεχομένου στην αίτηση ασφάλισης ερωτηματολογίου της αναιρεσείουσας και μάλιστα ως προς το πότε και υπό ποίες συνθήκες έπρεπε ο αναιρεσίβλητος να δηλώσει ότι επισκέφθηκε ή συμβουλεύθηκε γιατρό ή υπεβλήθη σε δοκιμασία κοπώσεως, όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές αιτιολογίες, τα επιχειρήματα και τους συλλογισμούς της αναιρεσιβαλλόμενης, παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε και δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τις προαναφερθείσες ιατρικές εξετάσεις, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της ασφάλισης.

Όμως, το περιεχόμενο του ερωτηματολογίου αποτελεί πραγματικό ζήτημα που δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης και η απόφαση απλώς προβαίνει στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της σχετικής απάντησης, με αποτέλεσμα να μη τίθεται ζήτημα ερμηνείας των σχετικών ερωτήσεων. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση της αναιρεσείουσας αναφορικά με το εν λόγω ερωτηματολόγιο, αλλά επεσήμανε απλώς τον κατά το νόμο σκοπό αυτού, που είναι η διαπίστωση από την ασφαλιστική εταιρεία όχι οποιουδήποτε περιστατικού, αλλά η γνώση από αυτή ενδεχόμενου ιατρικού προβλήματος του αιτούντος την ασφάλιση, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω ερμηνευτικών διατάξεων είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2018 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3309/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ